Ενδιαφέρουσα κυρίως από άποψη ρεπερτορίου υπήρξε η συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, που πραγματοποιήθηκε στις 20 Μαρτίου στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης». Αντικαθιστώντας τον αρχικά προβλεπόμενο Πολωνό αρχιμουσικό Αντρέι Κοσέντιακ, ο Βλαδίμηρος Συμεωνίδης διηύθυνε δύο Συμφωνίες του Χάιντν, ενώ οι βιολονίστες Ντάνιελ Χόουπ και Σίμος Παπάνας απέδωσαν δύο κοντσέρτα για δύο βιολιά: αυτό σε ρε ελάσσονα (BWV 103) του Ι.Σ. Μπαχ, καθώς και εκείνο σε ρε μείζονα (Η.329) του Τσέχου συνθέτη Μποχούσλαφ Μάρτινου.
Αρχή έγινε με το διπλό Κοντσέρτο του Μπαχ, μία από τις πλέον δημοφιλείς συνθέσεις του, που, ανάμεσα σε άλλα, ξεχωρίζει για τον μελωδικό της πλούτο και τη μεγάλη εκφραστικότητα του μεσαίου μέρους. Η μάλλον γρήγορη ταχύτητα που επιλέχθηκε έδωσε στην ερμηνεία αθλητική διάσταση και στον βαθμό που οι δύο σολίστες ανταποκρίθηκαν χωρίς πρόβλημα στις απαιτήσεις της μουσικής, υπήρξε συναρπαστική. Ειδικότερα στο πρώτο και το τρίτο μέρος τα βιολιά έβγαζαν σπίθες και η συνομιλία ανάμεσα σε Χόουπ και Παπάνα υπήρξε ιδιαίτερα ζωηρή.
Τονικά ακριβείς και δεξιοτεχνικά σίγουροι, οι σολίστες έδωσαν εκθαμβωτική λάμψη στην ώριμη μπαρόκ αισθητική του έργου. Ταυτόχρονα, η ίδια αυτή ταχύτητα περιόρισε τη ζεστασιά της μουσικής, όπως και τον σαφέστερο προσδιορισμό του ύφους της, στοιχεία που προϋποθέτουν μεγαλύτερες ανάσες ανάμεσα στις παραγράφους, αλλά και γενικότερα επαρκή χρόνο για μεγαλύτερη πλαστικότητα στη διαμόρφωση των φράσεων.
Περισσότερο από δύο αιώνες αργότερα γράφηκε το Κοντσέρτο για δύο βιολιά του Μάρτινου. Ο συνθέτης παραμένει ελάχιστα γνωστός στην Ελλάδα, παρότι υπάρχει και «ειδικό» ενδιαφέρον, καθώς η τελευταία του όπερα, το «Ελληνικό πάθος» βασίζεται στο έργο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη. Πρόκειται δηλαδή για μία από τις λιγοστές όπερες μη Ελλήνων που στηρίζονται σε έργα της νεοελληνικής γραμματείας.
Χόουπ και Παπάνας έδωσαν μία εξίσου σβέλτη ανάγνωση της μουσικής. Εδώ, ωστόσο, η πληροφορία έχει μεγαλύτερη ανάγκη αποκωδικοποίησης απ’ ό,τι στην περίπτωση του Μπαχ, με τη μουσική του οποίου το αυτί είναι περισσότερο εξοικειωμένο. Χάρη στην καλή μεταξύ τους σχέση οι δύο βιολονίστες ανέδειξαν με επιτυχία το εκφραστικό μεσαίο μέρος του έργου. Λιγότερο ουσιαστικός υπήρξε ο διάλογός τους με την ορχήστρα, καθώς οι μάλλον περιορισμένες διαβαθμίσεις δυναμικής της, την κράτησαν σε επίπεδο συνοδείας.
Αστείρευτος Χάιντν
Επιτυχημένη υπήρξε η απόδοση των δύο Συμφωνιών του Χάιντν, έργων της ωριμότητας του συνθέτη. Συγκεκριμένα, ακούστηκαν η υπ’ αριθμόν 103 με την προσωνυμία «των τυμπάνων», που είναι η προτελευταία την οποία ολοκλήρωσε ο συνθέτης, καθώς επίσης η υπ’ αριθμόν 83 με την προσωνυμία «Η κότα», που είχε γραφεί δέκα χρόνια νωρίτερα.
Παρά τη συνολικά σβέλτη μουσική διεύθυνση, ο Βλαδίμηρος Συμεωνίδης άφηνε χρόνο ώστε να απολαμβάνει κανείς τα τόσα στοιχεία με τα οποία εμπλουτίζει ο αστείρευτα ευρηματικός Χάιντν τα έργα του. Οχι μονάχα τη δύναμη, την ένταση και τις δραματικές εξάρσεις, όπως επίσης τον λυρισμό που χαρακτηρίζουν τα διάφορα μέρη τους, αλλά εξίσου την κομψότητα και την ευγένεια της γραφής, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα κάθε Συμφωνίας, τη φαντασία, ακόμη και το χιούμορ, όπως στην περίπτωση της υπ’ αριθμόν 83.
Η ρυθμική ζωντάνια, όπως επίσης οι επιτυχημένες αυξομειώσεις ταχύτητας και δυναμικής, έδιναν κίνηση στα ζωηρά μέρη και πλαστικότητα στα αργά. Ιδιαίτερα απολαυστικά αποδόθηκαν τα δύο «τρίος», οι ευρηματικές αυτές σελίδες μουσικής δωματίου τις οποίες ο Χάιντν εντάσσει με επιτυχία στη συμφωνική γραφή. Ξεχωριστές συνεισφορές, όπως αυτές του Σπύρου Λάμπουρα (τύμπανα) στην υπ’ αριθμόν 103 και του εξάρχοντος της ορχήστρας, Απόλλωνα Γραμματικόπουλου, στο δεύτερο μέρος της ίδιας Συμφωνίας, ή πάλι του Νίκου Νικόπουλου (φλάουτο) και του Δημήτρη Βάμβα (όμποε) στην υπ’ αριθμόν 83, συνέβαλαν στο επιτυχημένο αποτέλεσμα.

