Το 1972, η Νίκη Καναγκίνη θέλησε να υπονομεύσει τη μικροαστική αισθητική της αθηναϊκής κοινωνίας τοποθετώντας ανάμεσα στα γυαλικά του φημισμένου «Aκρον – Iλιον – Κρυστάλ» της οδού Σταδίου κακές απομιμήσεις επίπλων, πλαστικά λουλούδια και φρούτα, βάζα και διάφορα άλλα αντικείμενα. Πώς άραγε θα αντιδρούσε το αγοραστικό κοινό στη δική της επέμβαση, αναρωτιέται σε ένα σημείωμά της. Δεν έμαθε ποτέ, καθώς η πρότασή της προς το κατάστημα ειδών οικιακής χρήσης δεν έγινε δεκτή και έτσι το πρώτο μέρος του τριμερούς έργου «Νεκρή φύση από τον χώρο εκκολαπτόμενης καταναλωτικής κοινωνίας» παρουσιάστηκε τελικά στην γκαλερί «Δεσμός». Στο δεύτερο μέρος, που πραγματοποιήθηκε το 1974 σε ένα συγκρότημα εξοχικών πολυτελών κατοικιών στο Πόρτο Ράφτη, στερέωσε χρωματιστούς πλαστικούς σωλήνες ποτίσματος πάνω στην τοιχοποιία, ενώ στο τρίτο μέρος, που φιλοξενήθηκε το 1975 στο εργοστάσιο της IZOLA στη Θήβα, παρουσίασε μια υπερφορτωμένη πόρτα ψυγείου με τρόφιμα και δίπλα της μια άδεια με καταναλωτικά είδη τοποθετημένα σε τραπέζια. Μια ιδιόχειρη σημείωση δίπλα στην εγκατάσταση ενεθάρρυνε το εργατικό προσωπικό να παρέμβει με όποιον τρόπο ήθελε στο έργο, χωρίς δισταγμό.
Ανάγκη για επικοινωνία
«Είχε μεγάλη ανάγκη για επικοινωνία, με όλες τις ηλικίες και όλα τα στρώματα», εξηγεί η αρχιτέκτων Λία Καναγκίνη, κόρη της καλλιτέχνιδος. «Μπορεί να ήταν επικριτική απέναντι σε καλλιτέχνες οι οποίοι προσάρμοζαν τη δουλειά τους για να είναι πιο προσιτή στο κοινό, ωστόσο, η συμμετοχή των θεατών ήταν για εκείνη κομβικής σημασίας. Για αυτό και εισήγαγε πολύ νωρίς την έννοια του αναγνώστη-θεατή σε τίτλους έργων της. Μπορεί να έκανε τέχνη που σόκαρε ή ξάφνιαζε, αλλά ήθελε να τους εμπλέξει».

Διασχίζοντας τις ενότητες της έκθεσης «Ωδή στα πράγματα. Νίκη Καναγκίνη. Αναδρομική», σε επιμέλεια Τίνας Πανδή –τη μεγαλύτερη αναδρομική παρουσίαση του έργου της–, που άνοιξε πριν από λίγες ημέρες στο ΕΜΣΤ, διακρίνει κανείς τη διάθεση της Καναγκίνη να εκπλήξει τους άλλους αλλά κυρίως τον εαυτό της, να θρέψει αυτήν την περιέργεια που την κινητοποιούσε να δοκιμάσει, να πειραματιστεί, με τεχνικές, έννοιες και υλικά. Από τις ταπισερί και τα αφηρημένα ζωγραφικά έργα, στην «Κολώνα», την τρισδιάστατη ταπισερί με την οποία συμμετείχε στην 5η Μπιενάλε Ταπισερί της Λωζάννης, και από εκεί στα Χειρόγραφα, στην αυτόματη γραφή της τηλεφωνικής ατζέντας, στη διάσημη σειρά έργων «Εν οίκω» και στις μπουγάδες της· από τις Κitsch Αφροδίτες και τα φωτογραφικά έργα της, στα video που μιλούν για τον κοινωνικό έλεγχο πάνω στο σώμα, αλλά και στα σχέδια, τα επιτοίχια έργα και τις εγκαταστάσεις που υμνούν το ένδυμα. Eλεγε πως με κάθε έκθεση “έκλεινε” έναν κύκλο δουλειάς και αμέσως άνοιγε έναν άλλον. Θυμάμαι που της ζητούσαν να επαναλάβει κάποια σειρά· δεν την ενδιέφερε, δεν ήθελε να το ακούσει. Είναι όπως με τους συγγραφείς, κάποιοι δεν αντέχουν να ξαναδιαβάσουν αυτό που έγραψαν», υποστηρίζει η Λία Καναγκίνη.

Η Νίκη Καναγκίνη γεννιέται το 1933 στην Αλεξανδρούπολη. Το 1951 ξεκινά σπουδές στην École Cantonale de Dessin et d’ Art Appliqué στη Λωζάννη, όμως για οικονομικούς λόγους γυρίζει το 1954 στην Ελλάδα και εγγράφεται στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας – αρχικά στο εργαστήριο του Κεφαλληνού και έπειτα στον Μόραλη και στον Παπαλουκά. Το 1958, με υποτροφία του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, πραγματοποιεί μεταπτυχιακές σπουδές στο Central School of Arts & Design στο Λονδίνο. Η εμπειρία του Λονδίνου αποδεικνύεται καθοριστική για την πορεία του έργου της. Θα υιοθετήσει τις βασικές αρχές του Bauhaus, θα στραφεί στην αφαίρεση, στα υλικά και στις τεχνικές των εφαρμοσμένων τεχνών. Στο πλαίσιο της διπλωματικής της έκθεσης θα εντρυφήσει στην τέχνη της ταπισερί δημιουργώντας μικρής και μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις, τις οποίες θα συνεχίσει και επιστρέφοντας μόνιμα στην Ελλάδα το 1962, παράλληλα με το ζωγραφικό έργο της. Πώς σχολιάζει όμως η Ελλάδα ένα αφαιρετικό υφαντό, έχοντας συνδέσει την υφαντική με μια τέχνη παραδοσιακή; «Συστήνεται σε μια Ελλάδα συντηρητική· θα έλεγα πως το έργο της συνολικά έγινε αντικείμενο σχολιασμού, όχι μόνον η υφαντική. Iσως οι ταπισερί να βρέθηκαν λιγότερο στο στόχαστρο, αφού έμοιαζαν πιο εύπεπτες σε σχέση με την αφηρημένη ζωγραφική, όμως η μητέρα μου δεν τα διαχώριζε».
«Eλεγε πως με κάθε έκθεση “έκλεινε» έναν κύκλο δουλειάς και αμέσως άνοιγε έναν άλλον. Θυμάμαι που της ζητούσαν να επαναλάβει κάποια σειρά· δεν την ενδιέφερε, δεν ήθελε να το ακούσει», λέει η Λία Καναγκίνη, κόρη της εικαστικού.
Για τον ευρύτερο οικογενειακό της κύκλο, η Νίκη είναι το περίεργο «φρούτο», που τρέχει στα πανηγύρια και στις λαϊκές αγορές, που γοητεύεται από τις κακές απομιμήσεις της Αφροδίτης του Μποτιτσέλι, εκθέτει σχοινιά μπουγάδας με φαλλικά σύμβολα και τις ερμίνες της γιαγιάς της, ζωγραφικά με δυσανάγνωστα γράμματα. «Πάντα υπάρχει επιφύλαξη απέναντι στη σύγχρονη τέχνη, τότε όμως ακόμη πιο πολύ. Το μεγάλο της παράπονο ήταν ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται στην Ελλάδα, ούτε θέλει να καταλάβει την αφηρημένη ή εννοιολογική τέχνη», εξηγεί η κόρη της και προσθέτει: «Εκείνη όμως ήταν ταγμένη, θα έκανε αυτό που ήθελε να κάνει, άσχετα με το τι έλεγε ο κόσμος». Η Λία Καναγκίνη περιγράφει τη μητέρα της ως μια εκρηκτική προσωπικότητα, πεισματάρα, με ισχυρή άποψη για το έργο της, που δεχόταν κάθε αντίθετη γνώμη σαν επίθεση προς την ίδια και που δεν μασούσε τα λόγια της όταν έπρεπε να υπερασπιστεί τη δουλειά της. «Θυμάμαι είχε στενή φιλία με τον Κώστα Αξελό, του έλεγε: Και οι διανοούμενοι δεν είστε καλύτεροι, μέχρι τον Πικάσο φτάνετε».

Ηταν όμως εξίσου δραστήρια και στο να συσπειρώνει τους καλλιτέχνες με τους οποίους «μιλούσαν» την ίδια γλώσσα. Οργάνωνε συναντήσεις στο σπίτι της, μιλούσαν για τα προβλήματα της δουλειάς, τις τάσεις, το πώς θα προβάλουν τις θέσεις τους. «Είχε ανάγκη την ανταλλαγή απόψεων, την αίσθηση της κοινότητας», σημειώνει η κυρία Καναγκίνη. Και από τον προφορικό λόγο στη γραφή και στα Χειρόγραφα. Είχε ένα δέος προς τη γραφή, είτε αυτή ήταν κατανοητή είτε όχι, καθώς την αντιλαμβανόταν τόσο ως φορέα κρυμμένου νοήματος, αλλά και ως αυτόνομο αισθητικό πεδίο. «Η στάση της θυμίζει το δέος ενός αρχαιολόγου μπροστά σε μια άγνωστη γραφή πάνω σε λίθινη πλάκα: κάτι που, παρότι δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει αμέσως, τον μαγνητίζει με την υπόσχεση ενός μηνύματος. Νομίζω πως το ενδιαφέρον της αυτό συνδέεται τόσο με την επιθυμία της για επικοινωνία όσο και με τη δυσκολία που συνάντησε για να προβάλει τη δουλειά της».
Φεμινίστρια στην ψυχή
Οι κριτικοί τέχνης που «διαβάζουν» το έργο της, της αποδίδουν τον χαρακτηρισμό «φεμινιστικό», η ίδια, ωστόσο, δεν αποδέχεται την ταμπέλα, αντιπαθεί την έννοια της «στράτευσης», σχολιάζει πως το κίνημα έφτασε σε υπερβολές, υπέπεσε σε λάθη και την ίδια στιγμή υπερασπίζεται την ανάγκη τού να υπάρχει για να προασπίζει τη θέση και τα δικαιώματα της γυναίκας. «Ηταν φεμινίστρια στην ψυχή, θαύμαζε γυναίκες όπως η Μπουρζουά και η Νίκι ντε Σεν Φαλ, ωστόσο, θα έλεγα ότι έθιγε μέσα από το έργο της όλα όσα την απασχολούσαν: τον καταναλωτισμό, τη σεξουαλικότητα, τη δυτικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, τη διατήρηση της μνήμης, το περιβάλλον, την ελεύθερη έκφραση. Στο έργο της, νιώθω πως μιλάει περισσότερο για το βίωμα της γυναικείας εμπειρίας και τους πολλαπλούς ρόλους τους οποίους μια γυναίκα καλείται να φέρει σε πέρας».
«Το μεγάλο της παράπονο ήταν ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται στην Ελλάδα, ούτε θέλει να καταλάβει την αφηρημένη ή εννοιολογική τέχνη», εξηγεί η Λία Καναγκίνη και προσθέτει: «Εκείνη όμως θα έκανε αυτό που ήθελε να κάνει».
Υπάρχει κάτι που συγκρατεί από εκείνη; «Ενα εξωτικό φαγητό, ένα μοντέρνο θέατρο, ένα περίεργο φόρεμα εξίταρε τη φαντασία της. θα δοκίμαζε κάθε τι νέο. Μου έλεγε πάντα ότι η ζωή είναι μια περιπέτεια και η περιέργεια είναι πολύτιμο εφόδιο για να τη ζήσεις».
«Ωδή στα πράγματα. Νίκη Καναγκίνη. Αναδρομική», Eθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, έως τις 8 Νοεμβρίου 2026.

