Σε μια συνέντευξη κάποτε, η Μαρινέλλα παραπονιόταν ότι δεν της έδωσαν μεγάλα τραγούδια. Μολονότι μπορεί κανείς εύκολα να διαφωνήσει με αυτό, η αλήθεια είναι ότι πολλές ερμηνείες της στέκονται πάνω από το ίδιο το υλικό, απογειώνοντας κομμάτια που πιθανόν να μην είχαν την ίδια τύχη με μια άλλη φωνή. Αυτές τις ερμηνείες προσπαθήσαμε να ξεχωρίσουμε. To «Ανοιξε πέτρα» λείπει συνειδητά. Οπως και το «Σταλιά σταλιά». Προτιμήθηκαν άλλα τραγούδια, σε μια προσπάθεια να ενταχθούν σταθμοί από όλη την πορεία της, αλλά κυρίως να αναδειχθούν λιγότερο φωτισμένες στιγμές, που αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία.
Πάλι θα κλάψω – 1969
Καμιά γυναίκα δεν είχε φωνάξει τόσο δυνατά έως τότε. Το κατά βάσιν αισιόδοξο ρεφρέν της Σέβης Τηλιακού («πάλι θα κλάψω/ πάλι θα γελάσω/ τι κι αν εσύ χαθείς;») αποκτά μέσα από τη σπαρακτική ερμηνεία μια δραματικότητα που αγγίζει τα όρια της τραγωδίας.
Με πνίγει τούτη η σιωπή – 1970
Η συγκρατημένη, ήρεμη ερμηνεία της 17χρονης Δήμητρας Γαλάνη, λίγους μήνες πριν, φτάνει στο 9. Το άριστα 10 το παίρνει η Μαρινέλλα, αναδεικνύοντας μια σπουδαία σύνθεση του Γιάννη Σπανού και φτάνοντας σε μια εκφραστική ωριμότητα.
Πυρετός (Κάθε γνωριμία) – 1971
«Κάθε νέα γνωριμία/ όνειρα με συντομία/ μια ελπίδα καθεμία/ κι ένας πόνος δυνατός». Το αριστούργημα αυτό του Ακη Πάνου περιγράφει όσους «κάηκαν» από το πολύ dating και έχει ουσιαστικά δύο ρεφρέν που εναλλάσσονται. Το ένα σιγοβράζει, το άλλο κοχλάζει.
Εγώ κι εσύ (Τα λόγια είναι περιττά) – 1974
Το τελευταίο τραγούδι που ερμήνευσε επί σκηνής. Τα λόγια είναι όντως περιττά για αυτό το ντουέτο με τον Τόλη Βοσκόπουλο, που εναλλάσσει επιβλητικά ταχύτητες και εντάσεις. Στο ρεφρέν νιώθεις ότι βλέπεις άλογα να τρέχουν σε μάχη.
Το «Πυρετός (Κάθε γνωριμία)», το αριστούργημα του Ακη Πάνου, περιγράφει όσους «κάηκαν» από το πολύ dating και έχει ουσιαστικά δύο ρεφρέν που εναλλάσσονται. Το ένα σιγοβράζει, το άλλο κοχλάζει.
Κι ύστερα – 1975
Η εκτέλεση του «Ρεσιτάλ» μαζί με τον συνθέτη του τραγουδιού Κώστα Χατζή είναι εξαιρετική. Ακόμα πιο ψηλά όμως στέκεται η «στουντιακή», από τον δίσκο «Για πάντα». Ο ήχος του τσέμπαλου στρώνει το έδαφος για μια πολύ ιδιαίτερη εισαγωγή, ενώ λίγο μετά τα μπουζούκια πετούν σπίθες.
Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει – 1976
Από τις σπάνιες περιπτώσεις που το κουπλέ είναι πιο δυναμικό από το ρεφρέν. Το μπάσιμο της Μαρινέλλας, με τη φράση «άσε με να κάτσω πλάι σου», ξυπνάει πεθαμένους. Η υπέροχη σύνθεση είναι του Χατζή, ενώ οι λακωνικοί στίχοι της Σώτιας Τσώτου μιλούν ταυτόχρονα για τον έρωτα και για τις φυλετικές διακρίσεις.
Να παίζει το τρανζίστορ – 1978
Ασφαλώς και έχει πει πιο σημαντικά τραγούδια, όμως το συγκεκριμένο είναι ένας θρίαμβος της ελαφρότητας. Εζησε μάλιστα δεύτερη ζωή στα ’10s, μπαίνοντας σε όλα τα σπίτια και στα κλαμπ που έπαιζαν ελληνικά, φτάνοντας μέχρι μια επίδειξη μόδας της Μαίρης Κατράντζου στο Λονδίνο.
Δε φταίμε εμείς – 1978
Οχι τόσο δημοφιλές. Ερωτική μπαλάντα που απογειώνεται στο ρεφρέν, με την ορμή μιας αποστομωτικής ερμηνείας. Οι ηλεκτρικές κιθάρες (δείγμα της σπουδαίας ενορχήστρωσης του Γιώργου Χατζηνάσιου) θα μπορούσαν να ανήκουν σε τραγούδι των Daft Punk.
Καλύτερα – 1979
Η Μαρινέλλα ανακαλύπτει την ντίσκο. Στον πιο άρτιο δίσκο της καριέρας της («Σ’ αγαπώ») εμπιστεύεται ακόμα περισσότερο τον «δυτικό» δρόμο που είχε ήδη περπατήσει ένα χρόνο πριν με το άλμπουμ «Η Μαρινέλλα του σήμερα», καταθέτοντας κάτι απόλυτα μοντέρνο για την εποχή.
Ποτέ να μη χαθείς απ’ τη ζωή μου – 1979
Δραματική ποπ στα καλύτερά της. Ενα τραγούδι υπερβολής, που εκθειάζει τον έρωτα λες και δεν έχει ιδέα για τη σκοτεινή του πλευρά, βρίσκοντας σε αυτόν το νόημα της ζωής. Ισως η κορυφαία ερμηνεία της Μαρινέλλας, ίσως το καλύτερο τραγούδι της.
Και μου μιλάς για μοναξιά – 1979
«Πάψε να λες τον κόσμο ψεύτη/ το λάθος είναι και δικό σου/ αυτό που βλέπεις στον καθρέφτη/ δεν είναι πάντα ο εαυτός σου». Οι σοφοί στίχοι του Γιάννη Πάριου συναντούν μια γλυκιά μελωδία του Γιώργου Κατσαρού. Στο ρεφρέν, η Μαρινέλλα κάνει φωνητικά στον εαυτό της.
Το «Ποτέ να μη χαθείς απ’ τη ζωή μου» είναι ένα τραγούδι υπερβολής, που εκθειάζει τον έρωτα λες και δεν έχει ιδέα για τη σκοτεινή του πλευρά, βρίσκοντας σε αυτόν το νόημα της ζωής. Ισως το καλύτερο τραγούδι της.
Είσαι ποτάμι – 1983
Επί της ουσίας πρόκειται για δύο τραγούδια που ενώθηκαν. Το πιάνο και τα μπουζούκια προσπαθούν να μιμηθούν την αίσθηση του νερού, το ρεφρέν παραπέμπει μελωδικά σε ύμνο και μια στιβαρή Μαρινέλλα, ανεπηρέαστη από τις μεγάλες φιλοδοξίες των δημιουργών, κρατάει τις ισορροπίες.
Καμιά φορά – 1983
Το πιο φωτεινό από τα τραγούδια της με τον Χατζηνάσιο. Μια τεράστια επιτυχία σαν κι αυτή υπενθύμιζε εμπράκτως ότι υπήρχε και κάτι άλλο πέρα από το σκυλάδικο, που γνώριζε μεγάλη άνθηση τότε, με φόντο τον νεοπλουτισμό και την αισθητική του ΠΑΣΟΚ.
Αν σ’ αγαπούσα πιο λίγο – 1985
Δεν είναι ένα πραγματικά σπουδαίο τραγούδι. Γίνεται σπουδαίο μέσα από την ερμηνεία της Μαρινέλλας, που όσο προχωράει το κομμάτι ανεβαίνει τόνους, για να φτάσει στην απόλυτη συγκίνηση. Τα συνθεσάιζερ ψεκάζουν διακριτικά τα κουπλέ με άρωμα ’80s.
Είσαι παντού και πουθενά – 1985
Ενα μαγικό ρεφρέν, στο οποίο είναι αδύνατον να αντισταθεί κανείς, με τη συμμετοχή του Κώστα Χατζή. Οι mainstream επιτυχίες δεν συνηθίζεται να ξεπερνούν σε διάρκεια τα πέντε λεπτά, αλλά εδώ ο χρόνος σταματάει.
Τηλεφωνώ – 1987
Ο ορισμός αυτού που λέμε «χαμένο διαμάντι». Ενα σχετικά άγνωστο τραγούδι, το οποίο ζει στον δικό του κόσμο, φτιάχνει εικόνες με τους σπουδαίους στίχους του Κώστα Τριπολίτη και βρίσκει στη φωνή της Μαρινέλλας μια καθηλωτική ερμηνεία. Εννοεί την κάθε λέξη που λέει.
Τολμώ – 1988
Η δυναμική γυναίκα των ’80s δεν πήγαινε κόντρα στον άνδρα της. Του φώναζε «τολμώ να ‘μαι αντίλαλος δικός σου». Θέλει τόλμη να υποταχθείς στην αγάπη, μας λένε οι στίχοι της Εύης Δρούτσα – και η Μαρινέλλα το κάνει να ακούγεται σαν επανάσταση.
Παραδείγματος χάριν – 1988
Η πιο ροκ στιγμή της – όσο ροκ τέλος πάντων μπορούσε να γίνει η Μαρινέλλα. Τη φανταζόμαστε σε μια μοτοσικλέτα, με δερμάτινο μπουφάν και έντονο κόκκινο κραγιόν, έτοιμη να ζήσει τη φαντασίωση που περιγράφει στο ρεφρέν.
Τι έκανα για πάρτη μου – 1993
Η ιδιωτική τηλεόραση μειώνει αισθητά τη δύναμη του ραδιοφώνου και των εντύπων, ο Ανδρέας Παπανδρέου επιστρέφει στην εξουσία και η Μαρινέλλα αναρωτιέται τι έκανε για πάρτη της. Ενα τυποποιημένο αλλά καλογραμμένο ζεϊμπέκικο, σε μουσική Θανάση Πολυκανδριώτη.
Τίποτα δε γίνεται τυχαία – 2005
Στον νέο αιώνα το λαϊκό τραγούδι χάνει έδαφος, όπως και η παραδοσιακή δισκογραφία. Η Μαρινέλλα προλαβαίνει ένα τελευταίο χιτ σε μουσική Γιώργου Θεοφάνους. Υπήρξε σωστή η απόφασή της να μην αναλωθεί σε «μοντερνιές». Η νέα γενιά θα την ανακαλύψει, όπως καθετί αληθινό.
Αυτόγραφο με το «ν» της έγκρισης
Συνάντησα τη Μαρινέλλα το φθινόπωρο του 2023, στο σπίτι του Γιάννη Ξανθούλη, για μια συνέντευξη με αφορμή την επικείμενη τότε βιογραφία της. Δεν θέλησα να βγάλουμε σέλφι. Αντ’ αυτού ζήτησα να μου υπογράψει ένα παλιό βινύλιο – τον αγαπημένο μου από τους δίσκους της. Θυμάμαι δέχθηκε αμέσως, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι σπάνια δίνει αυτόγραφα. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι όταν το δείχνω σε φίλους δεν πιστεύουν ότι είναι προσωπικό: Η τοποθέτησή του στο πιο σωστό σημείο του χαρτιού, τα ωραία καλλιγραφικά και η απουσία του ονόματός μου δίνουν την εντύπωση ότι αποτελεί κομμάτι του artwork!
Εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι το αυτόγραφο αυτό λέει πολλά για τη Μαρινέλλα. Μια γυναίκα που πάντα ήξερε πώς να τοποθετείται (στα τραγούδια, στη σκηνή, στη δημόσια ζωή), που έφτιαχνε κάτι όμορφο και άρτιο από το τίποτα, που ήταν φιλική χωρίς να γίνεται φίλη. Με κίνδυνο να γίνω κουραστικός, θα πω ακόμα ότι το «ν» στο μέσον του ονόματος «Μαρινέλλα», έτσι όπως είναι γραμμένο, μοιάζει με το «v» της έγκρισης. Στο αυτόγραφο αυτό, λοιπόν, βλέπω την ίδια να εγκρίνει τον εαυτό της. Οχι χωρίς κάποια αυταρέσκεια, αλλά περισσότερο με τη γνώση ότι έκανε το καλύτερο που μπορούσε, σε κάθε φάση της ζωής της και σε κάθε ερμηνεία.

