Με τα λόγια των άλλων: «Η Κίτσα φοράει παντελόνια»

Με τα λόγια των άλλων: «Η Κίτσα φοράει παντελόνια»

Πώς περιέγραφαν ο Ζαμπέτας και ο Καζαντζίδης την τόλμη της στο ανδροκρατούμενο πάλκο

με-τα-λόγια-των-άλλων-η-κίτσα-φοράει-π-564161641 Στέλιος Καζαντζίδης, Μαρινέλλα και Κώστας Χατζηχρήστος στο θέατρο Παρκ, το 1964. Ο ηθοποιός είχε κλείσει το ζευγάρι για εμφανίσεις, αλλά το έκτο βράδυ ο Καζαντζίδης εξαφανίστηκε. Τότε, ο Χατζηχρήστος έσπρωξε στη σκηνή την τρεμάμενη ερμηνεύτρια, λέγοντάς της: «Εβγα και πες τα μόνη σου. Και σκίσε!».
Στέλιος Καζαντζίδης, Μαρινέλλα και Κώστας Χατζηχρήστος στο θέατρο Παρκ, το 1964. Ο ηθοποιός είχε κλείσει το ζευγάρι για εμφανίσεις, αλλά το έκτο βράδυ ο Καζαντζίδης εξαφανίστηκε. Τότε, ο Χατζηχρήστος έσπρωξε στη σκηνή την τρεμάμενη ερμηνεύτρια, λέγοντάς της: «Εβγα και πες τα μόνη σου. Και σκίσε!».
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Εγώ, αγάπη μου, χωνόμουν παντού. Τίποτα δεν με εμπόδιζε αν ήθελα κάτι. Είχα ένα τέμπο και επίσης δεν ντρεπόμουν να κουνηθώ. Ετσι νόμιζαν ότι ήξερα χορό. Το θέμα είναι να πιστεύεις αυτό που κάνεις, να μπορείς να το υποστηρίξεις». Μόλις είχε μπει η νέα χρονιά, Ιανουάριος του 2013, η Μαρινέλλα ταλαιπωρημένη από μια βρογχίτιδα ετοιμαζόταν να συνεργαστεί ξανά, μετά 37 χρόνια, με τον Κώστα Χατζή. Η αναβίωση του ιστορικού «Ρεσιτάλ» στο «Παλλάς» έπρεπε να είναι τέλεια. Ταλαιπωρημένη αναπνευστικά, αλλά πάντα επαγγελματίας, αφήνεται σε μικρές εξομολογήσεις στην «Κ».

Είχε μια ελαφριά αγωνία για το αποτέλεσμα της παράστασης. Αυτή η ντίβα, που είχε τον απόλυτο έλεγχο στη σκηνή επί δεκαετίες, υποστήριζε ότι όσο πιο αγαπητός είσαι στην τέχνη σου τόσο μεγαλύτερη απαίτηση έχει ο κόσμος. «Πολλές φορές γίνεται αδηφάγος και χαίρεται περισσότερο σαν σε βλέπει να κατρακυλάς, παρά να ανεβαίνεις». Αλλά θυμόταν πάντα τα λόγια του πατέρα της: «Να έχεις υπομονή». Πρώτη έφθανε στις πρόβες. Εξελισσόταν διαρκώς στη μείξη μουσικής και θεάτρου. Και από το χαριτωμένο μελαχρινό κορίτσι που, καθηλωμένο στην καρέκλα, έκανε σεγόντο στον Στέλιο Καζαντζίδη, έγινε αγέρωχη ξανθιά που αλώνισε τις πίστες, διαλέγοντας η ίδια τη δημόσια εικόνα της.

Στην προσωπική της ζωή ήταν αλλιώς. «Εχω το στοιχείο της μάνας. Σαν μια ανοιχτή αγκαλιά», μου είχε πει σε συνέντευξή μας το 1995 για το Madame Figaro, όσο ετοιμαζόταν για τα «Πάθη γυναικών», μελοποιημένα χορικά από τραγωδίες του Ευριπίδη. «Θα κάνω την αρχιτραγουδιάρα», αστειευόταν που θα έπαιζε την Κορυφαία του Χορού. Ενιωθε δέος για το Ηρώδειο. Πού να ήξερε…

Οσο μιλούσαμε, τα κορίτσια του Χορού και οι τεχνικοί την αποκαλούσαν «μανούλα». «Δεν υπήρξα ποτέ ωραία στη ζωή μου», είπε βλέποντας το βλέμμα μου. «Κοριτσάκι ακόμη, δεν έκανα ποτέ αυτό που λέμε “μπαμ”. Ημουν απλώς το ζεστό κορίτσι. Μια γυναίκα που μπορούσες να την πλησιάσεις και να ακουμπήσεις πάνω της. Βράχος».

Πρώτη επαφή

Η πρώτη εικόνα της από κοντά ήταν από μια πρόβα στη δεκαετία του ’80, σε κέντρο της παραλίας. Ο Γιώργος Λεφεντάριος, παραγωγός και φίλος της, μου είπε «έλα, αλλά θα παρακολουθείς από μακριά». Εμοιαζε θηλυκή αρχηγός πίσω από τα γυαλιά, κάνοντας αυστηρές παρατηρήσεις σε τεχνικούς, στους μουσικούς για το ντύσιμό τους, στις μοδίστρες. Σκεφτόμουν να τη διακόψω, να μιλήσουμε για τη συνέντευξη, όταν με απέτρεψε ο φίλος της Ντέμης Ρούσσος που είχε μπει διακριτικά στην αίθουσα. «Δεν θα της αρέσει, περίμενε να τελειώσει, αυτό θα το εκτιμήσει».

«Δεν υπήρξα ποτέ ωραία στη ζωή μου. Κοριτσάκι ακόμη, δεν έκανα ποτέ αυτό που λέμε “μπαμ”. Ημουν απλώς το ζεστό κορίτσι. Μια γυναίκα που μπορούσες να την πλησιάσεις και να ακουμπήσεις πάνω της. Βράχος».

«Οι παλιότεροι είχαμε την τύχη να φτάσουμε σταδιακά στην κορυφή, μέσω πείνας. Δεν εύχομαι βέβαια να περάσουν τα ίδια οι νέοι. Θέλω όμως να τους πω να αρπάξουν τη ζωή για να προχωρήσουν», μου είπε σε άλλη συνομιλία, χρόνια αργότερα. Ο Κώστας Βουτσάς, πειραχτήρι καθώς ήταν, της θύμιζε συχνά τα χρόνια της αθωότητας στα μπουλούκια, όπου ξεκίνησαν με τη Μάρθα Καραγιάννη κ.ά. «Στο μπουλούκι έμαθα ότι πρέπει να κάνω τα πάντα, από τη χορεύτρια ώς την καρατερίστα». Πυξίδα της ήταν το ένστικτό της. Εγινε τραγουδίστρια. Ο Γιάννης Ξανθούλης επισήμανε εύστοχα ότι το λαρύγγι της αναμετριέται με τις πιο ακραίες εντάσεις.

Με τα λόγια των άλλων: «Η Κίτσα φοράει παντελόνια»-1
Τα χρόνια της αθωότητας με τα μπουλούκια, όπου διακρίνονται η Μαρινέλλα στο κέντρο και ο Κώστας Βουτσάς δεξιά. Εκεί έμαθε ότι πρέπει να κάνει τα πάντα, «από τη χορεύτρια έως την καρατερίστα». 

Την ενοχλούσε το θράσος. «Παλιά, ένας μέτριος και θρασύς ήταν δακτυλοδεικτούμενος. Τώρα, δεν υπάρχει καμία ντροπή. Ατομα που κάνουν τα πάντα για να επιβληθούν. Πρόσωπα που σέρνονται στον Τύπο, κρεμούν τη ζωή τους στα περίπτερα».

Από τη δική της προσωπική ζωή γνωρίζουμε όσα εκείνη ήθελε να μάθει το κοινό. Δύο γάμοι, με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Τόλη Βοσκόπουλο, η γέννηση της κόρης της Τζωρτίνας Σερπιέρη, καρπός του έρωτά της με τον Φρέντυ Σερπιέρη. Τότε, «ήταν φοβερό να έχεις ένα παιδί χωρίς πατέρα. Θυμάμαι εκείνη την εποχή, δύο μόνο το τολμήσαμε. Η Ελενα Ναθαναήλ κι εγώ. Κι όμως, κανείς δεν μας ειρωνεύτηκε. Στάθηκαν κύριοι απέναντί μας. Επτά μηνών, με την κοιλιά στο στόμα και τραγουδούσα ακόμη στα κέντρα. Θυμάμαι τραγουδούσα και κουνιόμουν, για να μη λένε “α, επειδή είναι έγκυος, βαριέται”. Και μου φώναζαν από κάτω “πήγαινε παιδί μου μέσα, φτάνει. Μην πάθεις τίποτα”. Μας σεβάστηκαν».

Μαχαίρια και πιστολιές

Η μαθητεία με τον Καζαντζίδη ήταν επίσης σχολείο. Κάποτε, σε μαγαζί όπου εμφανιζόταν το ζευγάρι, ένας πελάτης που μόλις είχε αποφυλακιστεί απαιτούσε το «Μια στεναχώρια έχω απόψε». Τόσο επίμονα, ώστε η Μαρινέλλα δεν άντεξε: «Σηκώνω ξαφνικά την καρέκλα και του τη φέρνω στο κεφάλι. Αφού για καιρό μετά μου το έλεγε ο Στέλιος: “Μα πού τη βρήκες τόση δύναμη;”». Οταν θυμόταν τέτοιες ιστορίες, όπως αυτή που διηγήθηκε στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη στο «Αρχισαν τα όργανα» (εκδ. Αμμος), διασκέδαζε. Ομως εκείνο το βράδυ τη φυγάδευσαν για να γλιτώσει το κυνήγι με τα κουζινομάχαιρα από τους αδελφούς του απαιτητικού πελάτη. «Αμα έβλεπα εγώ κοστούμι, γραβάτα, λουλούδι στο πέτο, έλεγα “Ωχ, νονοί είναι αυτοί”». Τέτοιες παρέες πήγαιναν με τα κουμπούρια τους στα μαγαζιά και «ξαφνικά, μπαμ, μπουμ, πυροβολούσαν! Οι σφαίρες περνούσαν ανάμεσά μας». Οταν πήγαινε η «καλή πελατεία» ή η αστυνομία, τα έκρυβαν. Κάρφωναν τα μαχαίρια κάτω από τις ψάθινες καρέκλες, όπως συνέβη σε μαγαζί της Κοκκινιάς όπου τραγουδούσε. «Ολα τα χρόνια με τον Καζαντζίδη γνώρισα πολύ την ψευτομαγκιά, γνώρισα πέντε άντρες και διακόσιους τσάμπα μάγκες». Ο Καζαντζίδης έπειτα από τέτοιες βραδιές τής έλεγε ότι ήταν «η πιο ατσίδα».

Η θυελλώδης σχέση τους ξεκίνησε όταν την είδε να ψαρεύει. «Ηταν άσος στην καθετή», είπε ο τραγουδιστής στον Φρέντυ Γερμανό. Αλλά ο γάμος έσβησε το 1965, όταν της ανακοίνωσε ότι θα σταματήσει τα κέντρα και ότι βρήκε ένα κτήμα στη Βέροια να ζήσουν. «”Αν νομίζεις ότι θα με βάλεις να σου αρμέγω τα γελάδια και να σου ψήνω τα δαμάσκηνα και τα κορόμηλα για να μου αγοράσεις κάλτσες μπαρολέ, είσαι πολύ γελασμένος”. Της λέω “Πάμε, τότε, για διαζύγιο χωρίς φασαρία”», διαβάζουμε στο βιβλίο του Γ. Λιάνη «Στέλιος Καζαντζίδης. Η φωνή, η ψυχή, η ζωή του» (εκδ. Αγκυρα).

«Κατάφερα να στηριχθώ στα πόδια μου», είπε σε μια από τις συνεντεύξεις μας. «Δεν ήταν εύκολες ημέρες. Εβγαινα να τραγουδήσω και μου φώναζαν “πού ‘ναι ο Καζαντζίδης;”. Πήγαινα τότε στη γωνιά κι έκλαιγα κρυφά». Δεν ξέχασε ποτέ ότι ο Γ. Κατσαρός της πρόσφερε δουλειά. Αλλά πριν χωρίσουν το 1966, ο Καζαντζίδης πήρε τη Μοσχολιού να του κάνει διφωνίες στην Αυστραλία κι όχι εκείνη. Ηταν ο Γ. Ζαμπέτας που την πήρε μαζί του στο Λονδίνο. «Ητανε πολύ μπατίρω, ούτε φασόλι δεν υπήρχε στο σπίτι. (…) Την ειδοποιώ και της δίνω όλη την προκαταβολή γιατί ήξερα πως δεν είχε φράγκο», αφηγείται στην Ιωάννα Κλειάσιου που έγραψε τη βιογραφία του «Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρου» (εκδ. Ντέφι).

Ο Ζαμπέτας επαινούσε και το σθένος της Μαρινέλλας. «Η Κίτσα φοράει παντελόνια!», μου είχε πει σε συνέντευξή μας τη δεκαετία του ’80. Η Μαρινέλλα ως σπουδαία παρουσία στο ελληνικό τραγούδι ανέτειλε στο «Παρκ», σύμφωνα με τον φωτογράφο Τάκη Πανανίδη. Ο Κώστας Χατζηχρήστος είχε κλείσει το ζευγάρι για εμφανίσεις, αλλά το έκτο βράδυ ο Στέλιος εξαφανίζεται, «τον πιάνουν τα γνωστά του». «Εβγα και πες τα μόνη σου. Και σκίσε!» έσπρωξε στη σκηνή την τρεμάμενη Μαρινέλλα ο ηθοποιός και επιχειρηματίας. Στο βιβλίο του «Θρυλικά του ’60-’65 και τ’ άλλα» (εκδ. Ντέφι) ο γνωστός φωτογράφος αναφέρει και μια λεπτομέρεια: Το νυχτοκάματο του Καζαντζίδη στα κέντρα τότε ήταν ένα χιλιάρικο και έδινε στη Μαρινέλλα ένα κατοστάρικο λέγοντάς της δημοσίως «αυτό σου αναλογεί!».

Συνεργασία-σταθμός στη σόλο καριέρα της ήταν αυτή με τον Κ. Χατζή. «Οι φωνές μας ήταν μια αντίθεση που έκανε τζιζ τότε», είπε το 2013 στην «Κ». «Ο δικός του κόσμος ίσως να με αντιμετώπιζε “έλα μωρέ η Μαρινέλλα, φτερά και πούπουλα”, και ο δικός μου επίσης ήταν διστακτικός απέναντί του. Ομως έπρεπε να δώσω να καταλάβουν ότι ο καλός τραγουδιστής πρέπει να τα λέει όλα. Αλλωστε είχα δοκιμάσει από δημοτικά, πανηγύρια, μέχρι και τζαζ». Και ο Χατζής τη θαύμαζε. «Μπορεί να τραγουδάει με μια κιθάρα χωρίς να υπάρχει ρυθμός».

Τα πολλά πρόσωπα

Η Μαρινέλλα ήταν πολλά πρόσωπα σε ένα σώμα. Ο φακός την ήθελε, η πίστα επίσης και η δισκογραφία τη στόλιζε με χρυσούς δίσκους. Στη νέα της διαδρομή πολλοί απολάμβαναν τα ακριβά σόου της, τις μεταξωτές τουαλέτες και άλλοι προτιμούσαν έναν διαφορετικό λόγο απέναντι στη δικτατορία. Συνεργάστηκε με τους Λεοντή, Μαρκόπουλο, Λοΐζο, Πλέσσα, Κατσαρό, Ζαμπέτα, Χατζηνάσιο, τον Δαλιανίδη στο σινεμά κ.ά., κυρίως φλέρταρε με το βαριετέ, αλλά δεν έχτισε ισχυρό ρεπερτόριο.

Με τα λόγια των άλλων: «Η Κίτσα φοράει παντελόνια»-2
Με τον Κώστα Χατζή, μια συνεργασία-σταθμός για τη σόλο καριέρα της. «Οι φωνές μας ήταν μια αντίθεση που έκανε τζιζ τότε», είπε το 2013 στην «Κ».

Στα σχόλια για τις επιλογές και το στυλ της, η Μαρινέλλα ατσάλωνε. Και όσο πείσμωνε, τόσο απελευθερωνόταν στα σόου της, βγάζοντας στην επιφάνεια το ταμπεραμέντο που είχε στριμωχτεί επί χρόνια σε μια ψάθινη καρέκλα. Το τραγούδι «Τολμώ, όσα δεν τόλμησε κανείς εγώ τολμώ» των Γ. Κλεφτογιώργου – Γ. Χατζηνάσιου ταίριαζε με την περιπετειώδη ζωή της. «Εχω ζήσει τη ζωή μου», έλεγε. «Και με άνδρες που παντρεύτηκα, άλλους που δεν παντρεύτηκα, και με φίλους. Από όλους κράτησα τα θετικά. Τα κακά τα πέταξα». «Εχω φίλους που τρέχουν σε ένα τηλεφώνημα. “Τι είναι, βρε καρντάσι;”, θα ρωτήσουν και θα τρέξουν».

«Ναρκωτικά δεν δοκίμασα ποτέ, δεν παίζω χαρτιά, δεν πάω στον ιππόδρομο.Θα σκεφτεί κανείς “πολύ ξενέρωτη είναι αυτή η Μαρινέλλα”. Ε, μόνο ξενέρωτη δεν είμαι», ανέφερε για τις καθημερινές της συνήθειες.

Και εκείνη έτρεχε για τους άλλους. Στις πρόβες πήγαινε συχνά τάπερ με φαγητό «για τα παιδιά». «Οσο μεγαλώνω γίνομαι προζύμι. Μαλακώνω. Γίνομαι ευσυγκίνητη. Δίνομαι. Είμαι μια αγκαλιά για όλους». Της άρεσε να ξυπνά στις 6.30 πρωί, να πίνει καφέ στην κουζίνα ή στη βεράντα με την αδελφή της τη Λούλα που έμεναν μαζί. Το κάπνισμα ήταν παρελθόν, «ναρκωτικά δεν δοκίμασα ποτέ, δεν παίζω χαρτιά, δεν πάω στον ιππόδρομο. Στο μπάσκετ τρέχω, με την ομάδα μου, σε κάθε γωνιά της γης. Αχαλίνωτο πάθος. Θα σκεφτεί κανείς “πολύ ξενέρωτη είναι αυτή η Μαρινέλλα”. Ε, μόνο ξενέρωτη δεν είμαι», μου έδωσε και την απάντηση.

*Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Διόπτρα για την παραχώρηση φωτογραφιών από το βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη «Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT