Με υποδεχόταν με μια σφιχτή αγκαλιά και με το απαράμιλλο χιούμορ της. «Πρόσεχε τον Αντώνη, σε παρακαλώ, μην τον χτυπήσεις. Είναι ευαίσθητες οι ζάμιες». (Η μεγάλη γλάστρα που της είχε κάνει δώρο ο Αντώνης Ρέμος.) Στο τραπέζι του σαλονιού είχε φρέσκο καφέ κι ένα σωρό καλούδια. «Φάε κουλουράκια, τα πήρα από τον φούρνο της γειτονιάς που τα φτιάχνει μούρλια. Δοκίμασε κέικ, η Λούλα το έφτιαξε το πρωί. Να σου στύψω μερικά πορτοκάλια να πάρεις βιταμίνες;». Για όποιον είχε το προνόμιο να μπει στο «ιερό» της, στο σπίτι της στην Κηφισιά, η Μαρινέλλα ήταν μητρική φιγούρα. Σε έβαζε αμέσως στο προστατευτικό κουκούλι της.
Οι συναντήσεις μας πάντα κατέληγαν σε δάκρυα – είτε από γέλια είτε από κλάματα. Σ’ αυτές που θέμα είχαν τα παιδικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη, η ζυγαριά έγερνε περισσότερο προς την πλευρά της συγκίνησης και της νοσταλγίας: για το ταπεινό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης και τις ανθισμένες ακακίες της Παλαιών Πατρών Γερμανού, για το γραμμόφωνο που έπαιζε τους δίσκους 78 στροφών του πατέρα της (κυρίως Ραχμάνινοφ) και το ψάρεμα στον Θερμαϊκό, για τα οικογενειακά γλέντια και τα νυχτέρια στην ταράτσα της πολυκατοικίας, για την πρώτη της οντισιόν και το ξεκίνημά της στο θέατρο. «Σαν εμάς, άλλοι δεν πρέπει να ήταν τόσο ευτυχισμένοι. Κι ας μην τρώγαμε βούτυρο αλλά ελιές. Ε, και τι μ’ αυτό;».
Ονομάζομαι Κυριακή Παπαδοπούλου, του Γεωργίου και της Δόμνας. «Δομνίτσα» τη φώναζε ο πατέρας μου. Μέλι έσταζε το στόμα του όταν της μιλούσε. Κι εκείνης, όμως, το ίδιο. Πολύ αγαπημένο ζευγάρι. Το 1922 ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη στην Ελλάδα, κυνηγημένοι, τσακισμένοι. Στη Θεσσαλονίκη έφτιαξαν το σπιτικό τους, εκεί γεννηθήκαμε τ’ αδέλφια μου κι εγώ.
Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι στη ζωή μου είναι η μέρα που γύρισε από τον πόλεμο ο πατέρας μου. Ηταν άνοιξη του ’41. Ημουν δεν ήμουν τριών ετών. Από τα ξημερώματα τα καράβια έφερναν φαντάρους. Ανάστατη ήταν ολόκληρη η πόλη. Μου είχαν πει ότι θα ερχόταν και τον περίμενα· σε αναμμένα κάρβουνα καθόμουν. Από την ανυπομονησία, βγήκα από το σπίτι μας και μπλέχτηκα μέσα στον κόσμο κι όπως περνούσαν κατά κύματα οι φαντάροι τούς κοίταζα μέσα στα μάτια έναν έναν. Ποιος θα μπορούσε, άραγε, να είναι ο πατέρας μου;
Κάποια στιγμή, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, σταμάτησα μπροστά σε έναν ψηλό άνδρα. Κοιταχτήκαμε για λίγα δευτερόλεπτα. «Μπαμπά!», φώναξα. «Μπαμπά μου!» και όρμησα προς το μέρος του. Εκείνος πέταξε το σακίδιο που είχε περασμένο στον ώμο του, έτρεξε και με σήκωσε στην αγκαλιά του. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. Ξωπίσω ερχόταν η μάνα μου αλαφιασμένη. «Γιώργο μου! Πώς σε γνώρισε το παιδί;». Είχαν σαστίσει και οι δυο. Αφού δεν τον θυμόμουν, βρέφος ήμουν όταν είχε φύγει, ούτε φωτογραφία του δεν είχα δει, πώς ήξερα ότι ήταν εκείνος; Ενστικτο θα μου πεις. Μάλλον.
Για ψάρεμα με τη «Λούλα»
Από εκείνη τη μέρα, κολλημένη πάνω του έμεινα. Η σχέση μας δεν ήταν μόνο πατέρα – κόρης. Ημασταν και φίλοι. Κολλητοί. Είχε μια βάρκα, τη «Λούλα», της είχε δώσει το όνομα της αδελφής μου, και πηγαίναμε για ψάρεμα. Κι όταν λέω ψάρεμα εννοώ την καθετή. Για καλάμια και παραγάδια ούτε ν’ ακούει δεν ήθελε. Ηταν σωστός ψαράς ο πατέρας μου. Ετσι την έμαθα τη θάλασσα και την αγαπώ. Εκείνα τα χρόνια ο Θερμαϊκός ήταν πεντακάθαρος, όχι όπως σήμερα που βρωμάει και ζέχνει.

Το σπίτι μας ήταν στη γωνία Παλαιών Πατρών Γερμανού και Παύλου Μελά. Downtown, δηλαδή. Τώρα, πώς βρεθήκαμε εμείς τα φτωχαδάκια σε μια γειτονιά αστική, όπου έμεναν οικογένειες κονομημένες, δεν ξέρω, τι να σου πω. Σ’ ένα μικρό διαμέρισμα σε πολυκατοικία μέναμε, βέβαια, μη φανταστείς κανένα ρετιρέ. Δυο δωμάτια, ένα μπάνιο κι ένα κουζινάκι. Οι γονείς μας και τα τέσσερα παιδιά. Εγώ ήμουν το στερνοπούλι τους. Ο Θόδωρος, ο μεγάλος μας αδελφός, με περνούσε δέκα χρόνια, ο Βασίλης εννιά και η Λούλα τέσσερα. Η μάνα μας είχε γεννήσει και δίδυμα, όταν ήταν δεκαοκτώ χρόνων, στην πρώτη της γέννα, αλλά δυστυχώς δεν έζησαν. Εξι νοματαίοι, λοιπόν, ζούσαμε σ’ αυτά τα λίγα τετραγωνικά.
Τα βράδια φωτίζαμε τα δωμάτια με λάμπες πετρελαίου –είχαμε ηλεκτρικό, αλλά κοβόταν συχνά εκείνα τα χρόνια–, ανάβαμε και το μαγκάλι, ψήναμε κάστανα και ψωμί πάνω στην πυροστιά, βάζαμε πάνω στις φρυγανισμένες φέτες νερό με ζάχαρη, πελτέ ή λάδι με ρίγανη. Παίζαμε μουντζούρη, μ’ ένα κάρβουνο από το μαγκάλι μουντζουρώναμε όποιον έχανε κι ο πατέρας μας έχανε επίτηδες για να τον μουτζουρώνουμε και να γελάμε. Μας διάβαζε και παραμύθια – τη Σταχτοπούτα, τα Τρία Γουρουνάκια, τη Χιονάτη. Καμιά φορά με έπαιρνε ο ύπνος, όπως άκουγα το παραμύθι, στην αγκαλιά του. Τα παιδιά κοιμόμασταν κάτω, στρωματσάδα, μας σκέπαζαν με τις κουβέρτες μέχρι τη μύτη – γέλια, φωνές. Το πρωί που ξυπνούσαμε πάντα βρίσκαμε ζεστό ψωμί, καμιά φορά και μπουγάτσα, για να φάμε πριν φύγουμε για το σχολείο. Μας τα έφερνε ο μπαμπάς, που δούλευε σε φούρνο· μετά τον πόλεμο δεν ήταν εύκολο να βρει κανείς δουλειά. Ολα μου φαίνονταν εύκολα τότε. Σαν εμάς, άλλοι δεν πρέπει να ήταν τόσο ευτυχισμένοι. Κι ας μην τρώγαμε βούτυρο αλλά ελιές. Ε, και τι μ’ αυτό;
Τα καλοκαίρια στην ταράτσα
Ο δρόμος μας είχε ακακίες και από τις δύο πλευρές. Ενώνονταν τα κλαδιά τους και ήταν η Παλαιών Πατρών Γερμανού σαν μια καταπράσινη στοά. Οταν ήταν ανθισμένες οι ακακίες, σε ζάλιζε η μυρωδιά τους. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει περίπτωση να πάω στη Θεσσαλονίκη και να μην περάσω από εκεί, έστω και για λίγο, να ρίξω μια ματιά. Στην πολυκατοικία μας ήμασταν όλοι σαν μια οικογένεια. Τα καλοκαίρια κοιμόμασταν στην ταράτσα. Ανεβάζαμε στρώματα, γέμιζε το τσιμέντο με κορμιά, κοιτάζαμε τ’ αστέρια, κουβεντιάζαμε με τους γείτονες από τις απέναντι ταράτσες. Οι πόρτες των διαμερισμάτων δεν έκλειναν ποτέ. Τη νύχτα μόνο κλειδώναμε την εξώπορτα. Μπαινοβγαίναμε ο ένας στο σπίτι του άλλου.
– Καλημέρα, κυρία Δέσποινα. Τι φαΐ έχετε σήμερα; έλεγα εγώ.
– Φασολάδα. Θέλεις;
– Μπα, όχι. Δεν έχετε κανέναν κεφτέ;
– Δόμνα, η κόρη σου δεν καταδέχεται τη φασολάδα, θέλει κεφτέδες, φώναζε η γειτόνισσα στη μάνα μου.
– Μωρ’ τι μας λες; Δεν είμαστε καλά! Φασολάδα και πολύ της είναι. Τώρα που το θυμήθηκα, Δέσποινα, μπας και σου βρίσκεται κανένα λεμόνι; Ξέχασα να πάρω κι ο Γιώργος δεν την τρώει την ψαρόσουπα χωρίς λεμόνι.
– Πώς δεν έχω. Aνοιξε την μπουζιέρα και πάρε όσα θέλεις.
Τέτοια γίνονταν κάθε μέρα.
Πάντα γεμάτο κόσμο το θυμάμαι το σπίτι μας. Oποιον περνούσε απ’ έξω ο πατέρας μου τον καλούσε να φάει μαζί μας. «Μα, Γιώργο μου, δεν έχουμε τίποτα. Τι θα τους ταΐσω τόσους ανθρώπους;», απελπιζόταν η μαμά. «Μη στενοχωριέσαι. Eντεκα δεν θα είμαστε; Περίμενε και θα δεις», απαντούσε εκείνος. Κι έπειτα γυρνούσε προς το μέρος μου. «Πάμε», μου έλεγε. Παίρναμε το βαρκάκι μας, ανοιγόμασταν έξω από τον Λευκό Πύργο και πιάναμε ακριβώς έντεκα τσιπούρες. Oχι δώδεκα, έντεκα. Γυρίζαμε στο σπίτι. «Βρε, Γιώργο μου, δεν μπορούσες να φέρεις δώδεκα;», διαμαρτυρόταν η κυρα-Δόμνα. «Γιατί, κοριτσάκι μου; Eντεκα δεν είμαστε; Τα ψάρια εκεί θα είναι και αύριο. Μπορεί να μην την τρώγαμε τη δωδέκατη τσιπούρα. Γιατί να την πετάξουμε; Στη θάλασσα θα μείνει, άσ’ τη να μεγαλώσει». Πώς το λέτε σήμερα οικολογική συνείδηση; Ε, αυτό είχε ο πατέρας μου, ήταν μπροστά από την εποχή του.
«Δόξα τω Θεώ» και το κεφάλι ψηλά
Γλεντζές ο πατέρας μας, πλακατζού η μάνα μας, ποτέ δεν θα ξεχάσω τα γλέντια μας. Είχαμε γραμμόφωνο και μερικούς δίσκους 78 στροφών, βάζαμε στην άκρη τα έπιπλα, έμενε μόνο το τραπέζι στη μέση της σάλας. Εκεί με ανέβαζαν και χόρευα. Ποτέ δεν είδα τους γονείς μου κατσουφιασμένους. «Μουντρούχος» δεν ήξερα τι σημαίνει. O,τι και να συνέβαινε, «δόξα τω Θεώ» έλεγαν και προχωρούσαν. Με το κεφάλι ψηλά. Από εκείνους το έμαθα κι εγώ: ποτέ δεν κουβαλάω στο σπίτι μου στενοχώριες. Oπως σκουπίζω τα παπούτσια μου στο χαλάκι της εξώπορτας, για να φύγει το χώμα, έτσι αφήνω και τις σκοτούρες έξω. Eμαθα και κάτι ακόμη: ότι η μόρφωση δεν έχει σχέση με τα γράμματα. Eχω γνωρίσει ανθρώπους με πολλές περγαμηνές και βαριά διπλώματα που ήταν απάνθρωποι και γομάρια.
Λαχταρώ τα φαγητά της μάνας μου: ιμάμ μπαϊλντί, φασολάδα, κολοκυθάκια γεμιστά με αυγολέμονο – δεν ξέραμε την μπεσαμέλ τότε. Τη θυμάμαι να τρίβει ντομάτες στον ρεντέ και να γεμίζει κάτι κατσαρόλες και ταψιά τεράστια, η έρμη, τόσα στόματα που έπρεπε να ταΐσει. Τα ψάρια που έφερνε ο πατέρας μου πολλές φορές τα έβραζε λίγο, μετά τα περνούσε από το τηγάνι, έριχνε λεμόνι, ξίδι, σκόρδο, ρίγανη, μούρλια γίνονταν. Κάναμε παπάρα με το ψωμί στο ζουμάκι, να μας «πιάσει», να χορτάσουμε.

Εκείνος δεν μαγείρευε, έκανε όμως γλυκά. Και τι γλυκά! Τις Απόκριες σιροπιαστά: κανταΐφι, μπακλαβά και σαραγλί. Τα Χριστούγεννα κουραμπιέδες και μελομακάρονα – φοινίκια τα λέγαμε. «Λίγο ράντισμα με το σιρόπι θέλουν μονάχα, να μην τα τρως και σε ξελιγώνουν», έλεγε. Βασιλόπιτα πιο νόστιμη απ’ τη δικιά του δεν έχω δοκιμάσει. Ενα σωρό έφτιαχνε: για την αδελφή του που ήταν χήρα με δύο παιδιά, για μια ξαδέρφη της μάνας μου που ήταν κι αυτή χήρα με τρία κορίτσια· όλες τις χήρες και τις καταφρονεμένες του σογιού τις είχαμε υπό την προστασία μας. Αλλά και σε φίλους και γείτονες που του ζητούσαν κι αυτοί, ποτέ δεν είπε όχι.
‒ Μία για τη Δέσποινα, μία για τη Μαρικούλα, μία για την Κατίνα. Τι λες, φτάνει αυτή για μας, Δομνίτσα μου;
‒ Ναι, Γιωργάκη μου, φτάνει. Στη Μαριγώ θα δώσω λίγη απ’ τη δικιά μας.
‒ Πας καλά, βρε γυναίκα; Από τη δικιά μας θα δώσεις; Θα της ψήσω άλλη της Μαριγώς!
Και ζύμωνε, και ζύμωνε, και ζύμωνε… Τα τσουρέκια του ήταν μοναδικά. Τα κουλούρια του επίσης. «Ελάτε όλοι εδώ, θα φτιάξουμε κουλούρια», μας φώναζε κάθε τόσο. «Πλύντε τα χέρια σας. Για να δω τα νύχια σας. Είναι καθαρά; Ωραία. Πιάστε το ζυμάρι τώρα, να, έτσι να το στρίβετε…».
Χαμάμ και πετροπόλεμος
Την αδελφή μου κι εμένα η μαμά μάς έβαζε κάθε μέρα να πλυθούμε στη σκάφη. «Η πάστρα πάνω απ’ όλα», έλεγε. «Θέλω να είστε παστρικές. Αν τύχει και γλιστρήσετε στον δρόμο και πέσετε και σηκωθεί το φουστάνι σας και φανεί το βρακί σας, δεν πρέπει να είναι καθαρό;». Μ’ αυτό το άγχος μεγάλωσα. Μην παραπατήσω και πέσω και πάθω τέτοια ντροπή…
Κάθε Σάββατο μας έπαιρνε μαζί της στο χαμάμ. Είχε τρεις αίθουσες: η μία με χλιαρό νερό, η μεσαία με ζεστό και η τελευταία με καυτό. Η μάνα μου κι εγώ τραβούσαμε κατευθείαν μέσα, μας άρεσε το πολύ ζεστό μπάνιο. Η αδελφή μου δεν το άντεχε, λιποθυμούσε· έμενε λοιπόν στην πρώτη αίθουσα. Θυμάμαι τις Τουρκάλες να κάθονται στο σκαμνί και να μας τρίβουν, τραγουδώντας κάτι σαρκιά υπέροχα. Τα μάρμαρα που ξαπλώναμε ήταν ζεστά, είχαμε μαζί μας πορτοκάλια, λεμόνια και μανταρίνια και μασουλούσαμε. Οταν τελειώναμε, περιμέναμε λίγη ώρα στον προθάλαμο να καλμάρει πρώτα το σώμα μας και μετά φεύγαμε, τυλιγμένες με τα κασκόλ μας, για να μην κρυώσουμε. Οταν φτάναμε στο σπίτι, απόγευμα πια, βρίσκαμε ζεστό τραχανά που είχε βράσει ο μπαμπάς, και το μαγκάλι αναμμένο. Τρώγαμε ακούγοντας Ραχμάνινοφ. Τη λάτρευε την κλασική μουσική εκείνος. Αν αυτό δεν είναι αγαλλίαση, τι είναι; Ζωή είναι να έχεις τέτοιες μικρές χαρές. Κι εγώ ήμουν τυχερή, αξιώθηκα και μεγάλες.
Από τα τέσσερα παιδιά ήμουν το πιο χαϊδεμένο. Αλλά ήμουν τσαχπινομπουρμπουλήθρα. Ενα μικροκαμωμένο κοριτσάκι, που έτρεχε συνέχεια. Εγώ στη Θεσσαλονίκη δεν περπατούσα, μόνο έτρεχα.
Στη γειτονιά μας, downtown, όπως είπαμε και βράσε όρυζα, δεν υπήρχαν πολλά κορίτσια. Είχα μόνο μια φίλη, Νάντα Ντράσκου την έλεγαν – πω πω τι θυμάμαι, απίστευτο! Η οικογένειά της είχε έρθει από τη Γιουγκοσλαβία. Απέναντι ήταν τα σπίτια μας. Παρέα έκανα όμως περισσότερο με τ’ αγόρια. Κι ήμουν πρώτη στον πετροπόλεμο! Μαζευόμασταν κάθε απόγευμα, τα παιδιά της πάνω Παλαιών Πατρών και τα παιδιά της κάτω Παλαιών Πατρών. «Τι λέτε, μαλώνουμε;», έριχνε κάποιος την ιδέα. «Αμέ!», απαντούσαμε οι υπόλοιποι με μια φωνή. Και γινόταν χαμός! Εμένα που με βλέπεις έχω ρίξει πολύ ξύλο.
Η πρώτη οντισιόν στο ραδιόφωνο
Μεγαλώνοντας, έστρωσα. Στο θέατρο είχα το μυαλό μου μόνο και πουθενά αλλού. Μέχρι και τον αθλητισμό άφησα για χάρη του, κι ας ήμουν καλή: πηδούσα άλμα τριπλούν, έτρεχα και κατοστάρι. «Θεατρίνα θα γίνεις;», με κορόιδευαν κάμποσοι στο σχολείο και στη γειτονιά. Ναι, γιατί όχι; Λόγο θα σας δώσω; «Θεατρίνα» ήταν τότε η χειρότερη βρισιά. Σαν να με ρωτούσαν: «πουτ…α θα γίνεις;». Μεγάλη ρετσινιά. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Δεν τελείωσα το Γυμνάσιο, το ομολογώ, αλλά πάντα διάβαζα πολύ· ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Και δεν ήμουν φιλόδοξη. Ποτέ δεν είπα: εγώ μια μέρα θα γίνω σπουδαία. Δεν ψωνίστηκα. Καψουρεύτηκα το θέατρο. Αυτό ήταν το «παράπτωμά» μου.

Ημουν μαθήτρια στη Γ΄ Δημοτικού όταν άκουσα ότι στον ραδιοφωνικό σταθμό της Θεσσαλονίκης θα έκαναν διαγωνισμό. Ζητούσαν κοριτσάκια για να τραγουδήσουν στην εκπομπή «Παιδική ώρα». Μετά το σχολείο, χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν, έφυγα τρέχοντας. Εφτασα λαχανιασμένη στο τέρμα της Τσιμισκή – εκεί ήταν το στούντιο. Η σιδερένια πόρτα του κτιρίου ήταν κλειστή. Θεόρατη μου φαινόταν, σήκωσα το κεφάλι μου να δω πού τελειώνει. Προσπάθησα να τη σπρώξω. Μπα, αδύνατον. Μια σταλιά τα χεράκια μου, πού να βρω δύναμη; Ούτε το κουδούνι δεν έφτανα. Σκαρφάλωσα πάνω στο μεταλλικό πλέγμα της πόρτας για να μπορέσω να το χτυπήσω. Κατέβηκε ένας κύριος, μου άνοιξε, επιτέλους.
– Τι θέλεις εσύ;
– Ηρθα για τον διαγωνισμό.
– Α, άργησες. Ο διαγωνισμός κοντεύει να τελειώσει.
– Σας παρακαλώ, κύριε, αφήστε με να περάσω! Εφυγα από το σχολείο μου για να προλάβω. Σας παρακαλώ!
Με λυπήθηκε φαίνεται.
– Πήγαινε γρήγορα εκεί, στο τέλος του διαδρόμου, σ’ εκείνη την αίθουσα είναι, θα ακούσεις φωνές από μέσα.
Μπήκα με φόρα. Θάρρος; Θράσος; Oπως το πάρεις. Μια γυναίκα έπαιζε πιάνο: η κυρία Νικολαΐδου. Δίπλα της, άλλοι δύο από τον σταθμό: η κυρία Γερμανού και ο κύριος Τριανταφυλλίδης – αυτά πρέπει να ήταν τα ονόματά τους.
«Αυτό το πιτσιρίκι τι θέλει;», είπαν ο ένας στον άλλο.
«Ακουσα ότι γυρεύετε παιδιά που τραγουδάνε», πετάχτηκα εγώ.
– Κι εσύ τραγουδάς;
Με κοίταξαν με μισό μάτι.
– Ναι!
– Καλά;
– Ναι!
– Για να σε ακούσουμε, λοιπόν. Ποιο τραγούδι ξέρεις;
Ο μπαμπάς μου, σου το ξανάπα, αγαπούσε την κλασική μουσική. Ηξερα καλά τη «Φλαμουριά» του Σούμπερτ, λοιπόν. «Στη βρύση τη βουνίσια σιμά είν’ η φλαμουριά, στον ίσκιο της καθόμουν να ονειρευτώ συχνά». Από το πρωί το είχα αποφασίσει ότι αυτό το τραγούδι θα έλεγα. Σ’ όλο το μάθημα έκανα πρόβα. «Παπαδοπούλου, σ’ ακούω! Τι μουρμουρίζεις συνέχεια εκεί κάτω;», φώναζε η δασκάλα μου. Οπότε άνοιξα το στόμα μου και το είπα νεράκι. Με άκουσαν και κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
– Θ’ ακούσουμε κι άλλο ένα κοριτσάκι που ξέρει το ίδιο τραγούδι και μετά θα σου μάθουμε τα σεγόντα.
– Τα ξέρω!
– Πού τα ξέρεις;
– Τα ξέρω σας λέω!
Από εκείνα τα χρόνια ήμουν καλή στα σεγόντα. Μου άρεσε να κάνω δεύτερη φωνή. Και τρίτη ακόμη περισσότερο.
Επειτα ήρθε ένα νόστιμο, στρουμπουλό κοριτσάκι, με έναν φιόγκο τεράστιο στο κεφάλι, και τραγούδησε κι αυτό. Καλή ήταν, δεν μπορώ να πω. Για να μη σ’ τα πολυλογώ, σε δύο ώρες βγήκαμε και τραγουδήσαμε οι δυο μας ζωντανά στην εκπομπή. Από τη μια πετούσα απ’ τη χαρά μου κι από την άλλη είχα σκάσει. Δεν είχα προλάβει να το πω στους δικούς μου, να με ακούσουν στη ραντιόλα που είχαμε… «Μη στενοχωριέσαι, μικρή, θα επαναληφθεί η εκπομπή σε τρεις μέρες», μου είπε η κυρία Νικολαΐδου. Πράγματι, σε τρεις μέρες όλη η οικογένεια με άκουσε. Καμάρι εγώ… Σαν το γύφτικο σκεπάρνι!
Πρώτος ρόλος η «Βαγγελιώ»
Κάπως έτσι γλυκάθηκα και ξεκίνησα να παίζω στο θέατρο. Είχαμε παραστάσεις κάθε Κυριακή. Κι όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη· πηγαίναμε με πουλμανάκι και σε κοντινές πόλεις: Εδεσσα, Νάουσα, Γιαννιτσά. Ερχόταν η μαμά μου πάντα μαζί μου, έφερνε και το φαγάκι μας στην καστανιά. Λεφτά δεν έπαιρνα, βέβαια, ερασιτεχνικός ήταν ο θίασος. Αλλά δεν με ένοιαζε. Εβγαινα στη σκηνή, μόνο αυτό είχε σημασία. Και όχι να το παινευτώ, αλλά είχα μεγάλο σουξέ. Ειδικά σε ένα έργο που λεγόταν «Αξέχαστα Χριστούγεννα» και πήγαινε τόσο καλά, που το παίζαμε συνέχεια, όλο τον χρόνο, όχι μονάχα τα Χριστούγεννα.
Εγώ είχα τότε μακριά μαλλιά, μέχρι τη μέση, και τα έκανα πλεξούδα. Επαιζα τη Βαγγελιώ, μια υπηρετριούλα. Μικρός ρόλος, δυο λογάκια έλεγα, αλλά έβγαζα πολύ γέλιο. Σ’ όλη την παράσταση πήγαινα από τη μια κουίντα στην άλλη. Κουβαλούσα ξύλα, δίσκους με κεράσματα, διάφορα.
«Βαγγελιώ, θα καθίσεις σε μια άκρη επιτέλους;», έλεγε αυτός που έπαιζε το αφεντικό μου.
«Μάλιστα, κύριε!», απαντούσα εγώ, αλλά γύριζα προς το κοινό κι έκανα έναν μορφασμό του στυλ «σιγά να μην καθίσω»…
– Βαγγελιώ, θα μου φέρεις ένα ποτήρι νερό;
– Αμέσως, κύριε!
Νάτος πάλι ο μορφασμός. Σιγά να μη σου φέρω…
– Πού είναι το νερό, βρε Βαγγελιώ;
– Ερχεται, κύριε!
Σιγά να μην έρθει…
Εσκαγαν στα γέλια οι θεατές. Μόνη μου το είχα σκεφτεί αυτό το κόλπο, δεν μου είχε πει κανείς να το κάνω. Κι έκλεβα την παράσταση. Τέτοια εργάκια ανεβάζαμε τότε. Τι θα παίζαμε, Σαίξπηρ; Τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα; Μέχρι τα δεκαπέντε μου έτσι κύλησε το πράγμα. Στον πατέρα μου δεν πολυάρεσε που έκανα την ηθοποιό, αλλά έδινε τόπο στην οργή. «Θα της περάσει», σκεφτόταν. Εκείνη τη χρονιά, όμως, μου το ξέκοψε: «Δεν ακούω κουβέντα. Εφαγες τόσα χρόνια με τα θέατρα, τώρα πρέπει να δούμε τι θα κάνεις. Να βρεις μια δουλειά, να κοιτάξεις το μέλλον σου».
Επειτα, οι γονείς μου, για να μου χρυσώσουν το χάπι μάλλον, μου αγόρασαν καινούργιο παλτό, σε ένα ωραιότατο εκάι χρώμα. Ως τότε ρούχο καταδικό μου δεν πρέπει να είχα βάλει: της αδελφής μου τις φούστες και τα φουστάνια μού κόνταιναν και τα φορούσα.
Δυο χρόνια άντεξα μακριά απ’ τη σκηνή. Στα δεκαεπτά πάτησα πόδι. «Εγώ θα βγω στο θέατρο, θες δεν θες», είπα στον πατέρα μου. Και έφαγα ένα χαστούκι τόσο δυνατό, που ακόμη το θυμάμαι. Μόνο άλλη μια φορά με είχε χαστουκίσει: όταν ήμουν έξι χρόνων και είχα ξεκινήσει να τρώω ενώ οι υπόλοιποι δεν είχαν ακόμη κάτσει στο τραπέζι. Τα μετάνιωσε πολύ ο καημένος αυτά τα δύο χαστούκια, αλλά μου έκαναν καλό. Πολύ καλό.
Μου άρεσε η πρόζα. Αν το γύρισα στο τραγούδι, το έκανα γιατί ήταν καλύτερο το μεροκάματο. «Εγώ δεν θα γίνω τραγουδίστρια, περαστική είμαι απ’ το τραγούδι, σύντομα θα σταματήσω και θα επιστρέψω στο θέατρο», έλεγα. Δεν επέστρεψα ποτέ. Ο καλός Θεός ήξερε πού με οδήγησε. Ηταν σαν να μου έλεγε: «Πήγαινε, παιδί μου, να γίνεις τραγουδίστρια, να πιάσεις κανένα φράγκο στα χέρια σου. Τι θα παίρνεις στο θέατρο; Τρεις και είκοσι;». Δεν τα βλέπω, θαρρείς; Ακόμα και σήμερα, θεόρατα ταλέντα στην υποκριτική και ψωμολυσσάνε. Ενώ στο τραγούδι, κάτι τσόλια, κάτι ξέκ… βγάζουν μια περιουσία, ρε γαμώτο…
Μου άρεσε η πρόζα. Αν το γύρισα στο τραγούδι, το έκανα γιατί ήταν καλύτερο το μεροκάματο. «Εγώ δεν θα γίνω τραγουδίστρια, περαστική είμαι απ’ το τραγούδι, σύντομα θα σταματήσω και θα επιστρέψω στο θέατρο», έλεγα. Δεν επέστρεψα ποτέ. Ο καλός Θεός ήξερε πού με οδήγησε.
Μοιάζω πολύ στον πατέρα μου. Είχε μια πραότητα. Ηταν ο πιο έντιμος άνθρωπος που γνώρισα. Τις συμβουλές που μου έδωσε τις ακολούθησα όλες. Ευαγγέλιο τις έχω ακόμα. Να είμαι ειλικρινής και έντιμη, μου έλεγε. Είμαι. Δεν θα σε ρίξω, δεν θα σε προσβάλλω, ό,τι έχω εναντίον σου θα σου το πω κατάμουτρα, θα σου το δείξω το μαχαίρι που κρατάω, δεν θα το μπήξω στην πλάτη σου.
Και ο Στέλιος έτσι ήταν. Δεν είχε ποτέ διανοηθεί να ρίξει κανέναν. Δεν του άρεσε να τον παινεύω. Θα με σφαλιάριζε αν με άκουγε… Στα 17 μου που τον γνώρισα, αυτό, ναι, ήταν ένα μεγάλο σχολείο. Τον είχα πρότυπο. Κι από τότε όταν λέω «ναι», είναι «ναι». Και το «όχι» επίσης. Οταν δίνω τα χέρια με κάποιον είναι σαν να υπογράφω συμβόλαιο.

Η αδελφή μου μοιάζει στη μάνα μας. Είναι σαν την κλώσσα κι αυτή: όλους γύρω της τους έχει –παιδιά, εγγόνια, ανίψια, αδέρφια– και μας φροντίζει. Τρέμω μήπως τη χάσω. «Χριστέ μου», λέω, «μην πάθει τίποτα η Λούλα και τι θ’ απογίνω;». Ζούμε μαζί από τότε που τα παιδιά μας ήταν μωρά – και μαζί με την οικογένεια της κόρης μου. Ολη η φαμίλια κοντά. Νιώθω προστατευμένη μ’ αυτό το «κουκούλι» γύρω μου. Είμαι καλά. Τι άλλο να θέλω; Εχω ένα πιάτο φαΐ· πόσο θα φας, ένα καζάνι; Εχω και ρούχα να φορέσω· μπορείς να βάλεις δέκα παλτό; Οχι βέβαια…
Σπουδαίο πράγμα το γέλιο
Ο πατέρας μας πέθανε πολύ νωρίς, στα 62 του, από καρκίνο. Βασανίστηκε ο δόλιος. Κι ο αδελφός μου ο μεγάλος, το ίδιο. Στα 59 του. Τι όμορφα που περνούσαμε όταν ήμασταν όλοι μαζί! Φτωχικά ζούσαμε αλλά δεν μας έλειπε τίποτα. Ποτέ δεν είπαμε «τι θα φάμε;». Και γελούσαμε τόσο πολύ… Η ηχώ από τα γέλια μας ακόμα είναι στ’ αυτιά μου. Μουσική δεν είναι κι αυτό; Σπουδαίο πράγμα το γέλιο. Είναι η ουρά της αγάπης. Και με τον Στέλιο γελούσαμε πολύ. Κανείς δεν ξέρει τι εκπληκτικό χιούμορ είχε. Δεν χωρίζαμε ποτέ. Ούτε για να πάμε εκεί όπου και ο βασιλιάς πηγαίνει μόνος… Τριάντα ώρες, που λέει ο λόγος, το 24ωρο ήμασταν μαζί. Και στο σπίτι και στη δουλειά. Ο ένας ήταν το μισό του άλλου. Σαν να φοράς ένα ζευγάρι παπούτσια, το αριστερό και το δεξί. Γι’ αυτό τίποτα δεν πετάω απ’ όσα ζήσαμε. Στο χέρι σου είναι από κάθε έρωτα να κρατάς τα καλά. Αν πάρεις και τη σαβούρα, εσύ θα φταις. Αυτό έκανα πάντα, γι’ αυτό είμαι φίλη με όλους όσοι πέρασαν απ’ το πλευρό μου. Μια συμβουλή θα σου δώσω: Χώρισες; Μην κατηγορήσεις ποτέ τον άνδρα με τον οποίο έζησες. Θα σου γυρίσει μπούμερανγκ.
Με τον Στέλιο γελούσαμε πολύ. Κανείς δεν ξέρει τι εκπληκτικό χιούμορ είχε. Δεν χωρίζαμε ποτέ. Ο ένας ήταν το μισό του άλλου. Σαν να φοράς ένα ζευγάρι παπούτσια, το αριστερό και το δεξί. Γι’ αυτό τίποτα δεν πετάω απ’ όσα ζήσαμε.
Πλάνα δεν έκανα ούτε μια φορά. Δεν έχει νόημα. Αν είναι να ‘ρθουν, θα ‘ρθούν όλα από μόνα τους. Η ζωή θα προχωρήσει, πάντα προχωράει, μαγγανοπήγαδο είναι. Ανατολή – δύση, ανατολή – δύση. Ο καιρός περνάει γρήγορα. Οποτε ψαρεύω, μέσα στη βαρκούλα μου, προσπαθώ να έχω φάτσα τον ήλιο που δύει. Και ψάρι να τσιμπήσει εκείνη την ώρα, δεν του δίνω σημασία, εγώ τον ήλιο κοιτάω. Είναι εκεί πάνω και ξαφνικά κάνει μια βουτιά, τσουπ, και φεύγει, χάνεται πριν καλά καλά το καταλάβεις. Ετσι φεύγει κι η ζωή.
Συνήθως έχω κι ένα ραδιοφωνάκι μαζί μου όταν ψαρεύω. Ακούω Τρίτο Πρόγραμμα. Το ψάρεμα δεν θέλει λαϊκά και τέτοια. Εκείνες τις ώρες ό,τι με βασανίζει φεύγει στη θάλασσα, στον αέρα, καίγεται στον ήλιο. Αδειάζω. Και κάνω τον σταυρό μου. Μόνο γι’ αυτό που μπορώ να απολαμβάνω Θεέ μου, λέω, δεν μπορεί, κάτι καλό θα έχω κάνει στη ζωή μου.
Κοίταξε, εγώ ούτε τον κόσμο κοροϊδεύω ούτε τον εαυτό μου. Το μεγαλύτερο ποσοστό των τραγουδιών μου δεν ήταν καλά. Μη με κοιτάς έκπληκτη, έτσι είναι. Δεν υπήρξα από τους τυχερούς. Η Μοσχολιού, για παράδειγμα, τραγούδησε Καλδάρα, Ξαρχάκο, Μαρκόπουλο. Κι εγώ έκανα σουξέ με τον Ζαμπέτα, τον Πλέσσα, τον Κατσαρό. Σαν τα δικά της τραγούδια δεν ήταν, όμως, τα δικά μου. Γιατί τα είπα; Θα έχεις δίκιο να με ρωτήσεις. Συνήθως επειδή μου άρεσε μια φράση μέσα σ’ αυτά. Τόσο ψώνιο ήμουν… Ομως υπήρχαν και διαχωρισμοί στον χώρο μας τότε. Αν έπαιρνες έναν δρόμο –εμπορικό να τον πω– δεν μπορούσες εύκολα να αλλάξεις πορεία. Αλλά δεν παραπονιέμαι. Στάθηκα στα πόδια μου μ’ αυτή την πραμάτεια, μ’ αυτή την προίκα. Και τα πήγα καλά, δεν έχω παράπονο. Ούτε στον ιππόδρομο ή στα χαρτιά την έχασα ούτε στα ναρκωτικά την ξόδεψα. Πάντα άνθρωπος της οικογένειας ήμουν άλλωστε.
Το «τσέρκι» της ζωής μου
Η κόρη μου είναι τα πάντα για μένα. Το «τσέρκι» της ζωής μου είναι εκείνη και κατ’ επέκτασιν ο άνδρας της και τα εγγόνια μου. Αισθάνομαι ευλογημένη. Τι να το κάνω μόνο το τραγούδι; Αγάπη μου, η δουλειά ποτέ δεν πρέπει να είναι σε πρώτο πλάνο. Οσοι το πιστεύουν είναι ανόητοι. Μετά εξήντα και βάλε χρόνια σ’ αυτόν τον χώρο, έχω βρει μέσα μου την ισορροπία. Κι είμαι ικανοποιημένη. Αν δεν τα έχεις καλά με τον εαυτό σου, ούτε ο έρωτας μπορεί να σε βοηθήσει ούτε τα παιδιά ούτε η καριέρα. Είσαι χαμένος από χέρι…
Το μεγαλύτερο ποσοστό των τραγουδιών μου δεν ήταν καλά. Δεν υπήρξα από τους τυχερούς. Η Μοσχολιού, για παράδειγμα, τραγούδησε Καλδάρα, Ξαρχάκο, Μαρκόπουλο. Κι εγώ έκανα σουξέ με τον Ζαμπέτα, τον Πλέσσα, τον Κατσαρό. Σαν τα δικά της τραγούδια δεν ήταν, όμως, τα δικά μου.
Και μια και σου μίλησα για την καριέρα, ξέρεις τι μετρούσε πάντα πιο πολύ για μένα; Οχι τα σουξέ, αλλά να κατεβάζω ιδέες και να δοκιμάζω πράγματα. Οι φίλοι μου με λένε πολυεργαλείο και ελβετικό σουγιά. Γιατί τα κάνω όλα! Δεν είμαι υπάλληλος στην τέχνη μου, να κάθομαι σε ένα γραφείο να γράφω. Το 1991 γύρισα από την Αργεντινή και τους ανακοίνωσα: θα χορέψω ταγκό! «Στα μπουζούκια ταγκό; Τρελή είσαι;», απόρησαν οι συνεργάτες μου. Κι όμως, έστησα ένα ολόκληρο πρόγραμμα με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσουμε να χορέψουμε με τον Παπάζογλου ταγκό. Ε, την επόμενη χρονιά όλες ταγκό χόρευαν στις πίστες. Νέα πράγματα, λοιπόν, αυτά θέλω, και να μοιράζεται η τράπουλα. Δεν μπορώ όλο τους ίδιους και τους ίδιους. Ούτε τις κλίκες και τα παρεάκια – τους Compagnons de la chanson.

Εξήντα χρόνια και βάλε… Και τη σκηνή ακόμα δεν τη χόρτασα. Περίεργο σου φαίνεται; Γιατί; Δηλαδή εσύ, αν φας σήμερα, αύριο δεν θα πεινάσεις; Δεν θα θέλεις να φας; Οχι, λοιπόν, δεν χορταίνεται η σκηνή. Φεύγεις πάντα νηστικός. Γι’ αυτό και εύχομαι να μείνω εκεί πάνω κι από εκεί να φύγω. Μια κι έξω. Δεν λέω ότι δεν φοβάμαι τον θάνατο, δεν καμώνομαι τη γενναία, αλλά δεν είμαι απ’ αυτούς που λένε «χτύπα ξύλο, μακριά από εμάς». Γέννηση – θάνατος, αυτή είναι η διαδρομή όλων μας.
Με έναν φίλο, κοιτούσαμε τις προάλλες μια φωτογραφία από το «Υστερα ήρθαν οι μέλισσες», από τα γυρίσματα που είχαμε κάνει στα λουτρά του Πόζαρ. «Κοίτα πώς ήσουν τότε!», μου είπε. «Ποια είναι αυτή η κυρία; Δεν μου αρέσει καθόλου. Πιο πολύ μου αρέσει αυτή που είμαι σήμερα», του είπα εγώ. Καμιά μέρα μας δεν ταιριάζει με την άλλη. Αύριο δεν θα είμαι όπως ήμουν χθες ή όπως είμαι σήμερα. Και ρυτίδες έχω, και κυτταρίτιδα, και πρεσβυωπία. Δεν με πειράζει. Πριν από χρόνια, στο Παρίσι, έτυχε να δω στην τηλεόραση μια συνέντευξη του Μορίς Σεβαλιέ. «Κάθε πρωί που ξυπνάω», είχε πει, «στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη και λέω στον εαυτό μου: φτου σου, αγόρι μου, τι όμορφος που είσαι!». Το ίδιο κάνω κι εγώ. «Φτου σου, κοπέλα μου», λέω σ’ αυτήν που με κοιτάει αγουροξυπνημένη.
«Κορίτσι μου, τελείωσαν οι άνδρες για σένα»
Γιατί κοιτάς το ρολόι σου, βιάζεσαι; Κάτσε όσο θέλεις. Δεν θα πάω πουθενά απόψε. Βλέπεις να με περιμένει ο γκόμενος από κάτω; Πάνε πια αυτά, τέλειωσαν. Παντρεύτηκα δυο φορές, είχα και δυο-τρεις μεγάλες σχέσεις. Γνώρισα τον πατέρα της Τζωρτίνας, γεννήθηκε εκείνη, με τον Φρέντι τον μακαρίτη μείναμε καλοί φίλοι. Αν κάνεις τη σούμα, βγαίνουν πολλά χρόνια. Ομως, από τότε που το παιδί μου έγινε 11-12 ετών, είπα: «Δεν σε παίρνει πια, κορίτσι μου, τελείωσαν οι άνδρες για σένα». Δεν ήθελα η κόρη μου να με βλέπει μία με τον ένα γκόμενο, μία με τον άλλο, ούτε να διαβάζει για τους έρωτές μου στα περιοδικά. Είμαι χορτάτη. Ερωτεύτηκα, με ερωτεύτηκαν, έκανα έρωτα, ευχαριστήθηκα, το φόρεσα αυτό το «κοστούμι». Δεν λέω ότι δεν με φλέρταραν από τότε, αλλά όλα είναι στο μυαλό μας. Οπως πέταξα ένα πρωί τα τσιγάρα μου απ’ το παράθυρο, εγώ που κάπνιζα πέντε πακέτα την ημέρα, όπως σταμάτησα να τρώω κρέας, έτσι έγινε και με τους άνδρες. Τέρμα! Μου έλεγε η Αλίκη, με την οποία ήμασταν στενές φίλες: «Εγώ, Μαρινέλλα μου, δεν μπορώ χωρίς άνδρα στο κρεβάτι μου, να μου ζεσταίνει τα πόδια». «Και δεν παίρνεις καλύτερα μια μπουγιότα», της απαντούσα, «να μην έχεις κανέναν ανάγκη;».
Ερωτεύτηκα, με ερωτεύτηκαν, έκανα έρωτα, ευχαριστήθηκα, το φόρεσα αυτό το «κοστούμι». Οπως πέταξα ένα πρωί τα τσιγάρα μου απ’ το παράθυρο, εγώ που κάπνιζα πέντε πακέτα την ημέρα, όπως σταμάτησα να τρώω κρέας, έτσι έγινε και με τους άνδρες. Τέρμα!
Για να γυρίσουμε σ’ εκείνα τα πρώτα χρόνια μου στη Θεσσαλονίκη, ναι, τα θυμάμαι και τα νοσταλγώ. Δεν μου λείπουν όμως οι γονείς μου και τ’ αδέλφια μου, γιατί είναι εδώ! Κάθονται τώρα σ’ αυτό το σαλόνι, μαζί μας. Μη με κοιτάς με το στόμα ανοιχτό. Δεν ξέρω αν πιστεύεις σ’ αυτό που σου λέω. Εγώ είμαι σίγουρη ότι οι ψυχούλες των αγαπημένων μας ανθρώπων βρίσκονται γύρω μας. Σε δύσκολες ώρες, ο πατέρας μου με έχει βοηθήσει άπειρες φορές. «Μπαμπά, τα έχω μπερδέψει τα πράγματα. Τι να κάνω; Ποια απόφαση να πάρω;», τον ρωτώ. Κι εκείνος πάντα μου δείχνει τον δρόμο. Ν’ αγαπάς, λοιπόν, ακόμα και τις στιγμές που είσαι μόνη. Που οδηγείς, που περπατάς στον δρόμο, που κοιμάσαι μόνη. Γιατί δεν είσαι μόνη. Ολοι έχουμε τον άγγελό μας. Θα με περάσεις ίσως για τρελή, αλλά αυτό πιστεύω.

