Τεχνόπολη, Γκάζι. Πρωί Κυριακής. Τελευταία ημέρα του 1ου Διεθνούς Λογοτεχνικού Φεστιβάλ της Αθήνας. Με τον φωτογράφο Νίκο Κοκκαλιά έχουμε ραντεβού με τον Αγγλο συγγραφέα Ντέιβιντ Σόλοϊ.
Οι υπεύθυνες του φεστιβάλ μας συστήνουν και μας οδηγούν σε μια αίθουσα η οποία μυρίζει φυσικό αέριο. Το Γκάζι έχει γίνει μουσείο, αλλά τα παλιά ίχνη επιμένουν.
Ο Σόλοϊ έχει την αμεσότητα των Αγγλων, παρά την τυπική ευγένειά τους, όπως και το χιούμορ, αυτήν την τόσο φυσική, πηγαία (και τόσο ζηλευτή) βρετανική ιδιότητα.
Βεβαίως, όπως οι περισσότεροι Αγγλοι συγγραφείς, ο Σόλοϊ είναι και αυτός κοσμοπολίτης. Εχει ουγγρική καταγωγή (από τη μεριά του πατέρα), σήμερα ζει στη Βιέννη και, όπως μου είπε, «ταξιδεύει αρκετά».
Είναι γεννημένος το 1974 και έχει γράψει έξι μυθιστορήματα. Εχει πείρα από βραβεύσεις, αν και το μεγάλο βραβείο ήρθε με το τελευταίο του μυθιστόρημα, τη «Σάρκα», που τιμήθηκε με το Μπούκερ, από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά βραβεία διεθνώς (συνοδεύεται και από 50.000 λίρες…). Νωρίτερα, το 2016, το μυθιστόρημά του «All Τhat Man is» βρέθηκε στη βραχεία λίστα του βραβείου (έλαβε γι’ αυτή τη διάκριση άλλες 2.500 λίρες…).
Η «Σάρκα» (μτφρ.: Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Ψυχογιός) είχε όλες τις –τυπικές– προδιαγραφές να ξαστοχήσει στην εποχή της πολιτικής ορθότητας: ο πρωταγωνιστής είναι εσωστρεφής, μοναχικός, λιγομίλητος ετεροφυλόφιλος Ούγγρος των πρώτων χρόνων της πτώσης του Τείχους, που τα φτιάχνει με παντρεμένες. Ο Ιστβαν πολεμάει στο Ιράκ, έχει και ένα φόνο στο ενεργητικό του, ως συνέπεια ενός τέτοιου «παράνομου» δεσμού.
Ο ίδιος ο τίτλος παραπέμπει ευθέως στην εμπειρία ενός στρέιτ άνδρα μέσα στο σώμα του. Κάτι που σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, θα μπορούσε να θεωρηθεί έως και επιλήψιμο, αν όχι απλώς βαρετό. Αρα, στην εποχή της φιλολογίας περί «τοξικής αρρενωπότητας», το βιβλίο θα μπορούσε να είχε δεχθεί πολλά βέλη.
Από μια εξίσου στερεοτυπική ματιά, η απρόσμενη δραστικότητα της γραφής του Σόλοϊ έχει και αυτή κάτι αρρενωπό: δωρικός παρατακτικός λόγος, στακάτοι διάλογοι, μηδαμινές εξομολογήσεις – η «Σάρκα», ως γραφή, μοιάζει να προήλθε από τη σκοτεινή δωρικότητα ενός Γέρζι Κοζίνσκι των «Βημάτων» (ο Σόλοϊ παραδέχθηκε ότι δεν τον έχει διαβάσει) ή, από μια άλλη σκοπιά, είναι ένας Χέμινγουεϊ χωρίς το ρούμι, τους ταύρους, το μποξ, το σαφάρι και τους ξιφίες.
Ο ίδιος ο συγγραφέας, πάντως, δεν έχει τίποτα από την πληθωρική (μάλλον αντιπαθητική) περσόνα του «Χεμ». Και αυτό φάνηκε και το απόγευμα της ίδιας ημέρας στην Τεχνόπολη, όταν συνομίλησε δημοσίως με τη συγγραφέα Σοφία Νικολαΐδου. Χάρη και στην τελευταία, ήταν μια απολαυστική κουβέντα με ωραίες ερωτήσεις του κοινού στο τέλος.
– Η «Σάρκα» δεν έχει καθόλου ψυχολογία. Ή, πιο σωστά, όλη προκύπτει από τις πράξεις των χαρακτήρων. Ηταν κάτι σκόπιμο;
– Εν μέρει. Δεν κάθισα και είπα «τώρα θα γράψω ένα μυθιστόρημα από το οποίο θα απουσιάζει ο εσωτερικός κόσμος των ηρώων». Δεν νομίζω να ήξερα ότι ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα που ξεκινάει με τη σωματικότητα της ύπαρξης. Από τη στιγμή που ακολούθησα αυτή τη γραμμή, η κατεύθυνση θα ήταν αυτή. Το πρώτο κεφάλαιο, με τη σεξουαλική του αφύπνιση στην εφηβεία, ήταν το πρώτο πράγμα που έγραψα. Και μου άρεσε που η έλλειψη εσωτερικότητας ήταν στην ουσία μια σειρά από παύσεις: κάτι που δεν λεγόταν, αλλά υπονοείτο διαρκώς.
– Ναι, είναι σαν να μην υπάρχει καθόλου ψυχολογία.
– Απολύτως. Δεν ήθελα να περιγράψω την ψυχολογία τους. Ως κουλτούρα έχουμε μια αρκετά εδραιωμένη άποψη για το τι είναι η ψυχολογία και πώς λειτουργεί. Οπότε, κατά κάποιον τρόπο, δεν χρειαζόταν να επανέλθω σε αυτό και να το τονίσω.
– Ρωτάω διότι έχουμε τόσα κείμενα γεμάτα εξομολογήσεις και ψυχαναλυτικού τύπου ξεσπάσματα…
– Ναι, ακριβώς. Εχουμε συνηθίσει σε αυτό. Δεν λέω ότι κάτι τέτοιο δεν είναι πια αυθεντικό. Ισα ίσα. Σκέφτηκα μάλλον ότι αφήνοντας αυτό το κενό χωρίς να το συμπληρώσω, θα μπορούσε να το κάνει ο αναγνώστης.
– Είχες την αίσθηση ότι ένα τέτοιο βιβλίο εν μέσω της woke κουλτούρας θα μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα;
– Οταν το έγραφα, είχα απόλυτη συναίσθηση του τι γίνεται γύρω γύρω. Ξέρω ότι μπορεί να υπάρχει μια τάση μεταξύ των ανδρών μυθιστοριογράφων κάπως να προσέχουν…
– Εσύ ήσουν προσεκτικός;
– Οχι, όχι. Οταν γράφεις ένα βιβλίο «προσεκτικά», το αποτέλεσμα θα είναι πληκτικό. Είχα πίστη στον ήρωά μου. Ξέρω πως δεν είναι κακό άτομο. Εχει τις αντιφάσεις του, έχει τις ηθικές ρωγμές του, όπως όλοι μας. Αλλά ήμουν έτοιμος να τον υπερασπιστώ. Πέρα από αυτό, ήθελα να είναι αληθινός απέναντι στην εμπειρία του. Είχα την πεποίθηση ότι όσο ήταν ειλικρινής η εμπειρία που περιέγραφα, τότε θα μπορούσα και να τον υπερασπιστώ.
– Στο βιβλίο είναι πολύ δυναμικές οι γυναίκες: από την παντρεμένη γειτόνισσα που τον μυεί στο σεξ έως τη γυναίκα που παντρεύεται και την άλλη παντρεμένη που γνωρίζει αργότερα.
– Ναι· και μην ξεχνάμε και τη μητέρα του. Η μητέρα του είναι παντού. Από την αρχή ώς το τέλος, χωρίς να λέει και αυτή πολλά πολλά. Με βοήθησε πολύ σε όσα συζητούμε αυτός ο χαρακτήρας. Αλλά με βοήθησε και κάτι άλλο: τόσο στη Βρετανία όσο και στην Αμερική, την επιμέλεια του βιβλίου είχαν αναλάβει γυναίκες.
– Οι οποίες τι σου έλεγαν;
– Σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησαν να γίνω «προσεκτικός» ή να αυτολογοκριθώ. Δεν είπαν «ω, αυτό εδώ τώρα είναι πρόβλημα». Το αντίθετο· πίστεψαν στη γραφή και στον ήρωα. Ισως αν είχα άνδρα επιμελητή να μην είχε την ίδια αυτοπεποίθηση.
Οταν γράφεις ένα βιβλίο «προσεκτικά», τότε το αποτέλεσμα θα είναι πληκτικό. Είχα πίστη στον Ιστβαν. Ξέρω πως δεν είναι κακό άτομο. Εχει τις αντιφάσεις του, έχει τις ηθικές ρωγμές του, όπως όλοι μας. Αλλά ήμουν έτοιμος να τον υπερασπιστώ.
– Να σου πει ότι αυτό «είναι οκέι».
– Ακριβώς. Οτι λειτουργεί. Ως κείμενο. Θέλω να πω, οι επιμελήτριές μου ήταν πιο σίγουρες απέναντι στην κατάσταση που περιέγραψες προηγουμένως. Και αυτό μου έδωσε κι εμένα αυτοπεποίθηση. Δεν ήταν βέβαια κάτι που με απασχολούσε πολύ, αλλά ήταν κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου.

– Θα έλεγες πως η «στεγνή» συμπεριφορά του Ιστβαν είναι τυπική ενός επιφυλακτικού Ανατολικοευρωπαίου που μόλις βγήκε από τον κομμουνισμό;
– Ισως. Το βιβλίο έχει Ουγγαρία, αλλά δεν είναι ένα βιβλίο για την Ουγγαρία. Για παράδειγμα, δεν μαθαίνουμε τίποτα απ’ όσα γίνονται σήμερα στη χώρα.
– Δεν σε ενδιέφερε κάτι τέτοιο.
– Οχι, ιδιαίτερα.
– Το βιβλίο έχει πάρα πολύ Λονδίνο και μάλιστα το Λονδίνο των ούλτρα εύπορων χρηματιστών του Σίτι. Εκανες έρευνα για να γράψεις γι’ αυτόν τον κόσμο;
– Το άφησα στη φαντασία μου, μολονότι δεν ζω καθόλου έτσι. Θυμάμαι τώρα μια ωραία στιχομυθία ανάμεσα στον Φιτζέραλντ, νομίζω, και στον Χέμινγουεϊ: Ο Φιτζέραλντ λέει: «Οι πλούσιοι διαφέρουν από εμάς». Και ο Χέμινγουεϊ απαντάει: «Ναι· έχουν περισσότερα λεφτά». Σε τελική ανάλυση, αυτή είναι η μόνη διαφορά.
– Ο Ιστβαν είναι ένας τύπος μόνος από την αρχή ώς το τέλος. Πόσο έχει αλλάξει μέσα του στο φινάλε του βιβλίου;
– Θέλω να ελπίζω ότι γίνεται φανερό πόσο έχει αλλάξει μέσα του έπειτα από όσα του έχουν συμβεί και έχει κάνει ο ίδιος. Είναι άλλη η μοναξιά του στην αρχή του βιβλίου και άλλη στο τέλος. Θέλω αυτό να είναι σαφές, αλλά όχι με έναν περιγραφικό τρόπο. Το βιβλίο δεν κουνάει το δάχτυλο προς αυτήν την κατεύθυνση ή την άλλη. Ετσι λειτουργεί στην ολότητά του. Αυτό έχει να κάνει και με τα όρια της γλώσσας: ώς που μπορεί να φτάσει;
Θυμάμαι μια ωραία στιχομυθία ανάμεσα στον Φιτζέραλντ, νομίζω, και στον Χέμινγουεϊ: Ο Φιτζέραλντ λέει: «Οι πλούσιοι διαφέρουν από εμάς». Και ο Χέμινγουεϊ απαντάει: «Ναι· έχουν περισσότερα λεφτά». Σε τελική ανάλυση, αυτή είναι η μόνη διαφορά.
– Αλήθεια, πόση δουλειά χρειάστηκε να ρίξεις γι’ αυτό το βιβλίο;
– Από την πρώτη σελίδα που έγραψα, το πνεύμα αυτό τηρήθηκε ζωντανό στη συνέχεια.
– Διαβάζοντάς το, δείχνει απατηλά εύκολο στη γραφή του.
– Ναι, αλλά δεν είναι ποτέ εύκολο φυσικά. Ομως αυτή η φαινομενική απλότητα και διαφάνεια, το ότι δεν έχει περίπλοκες καταστάσεις και διαβάζεται στρωτά, ήταν πράγματα που με ενδιέφεραν να πετύχω. Την ίδια στιγμή, ήθελα και το εξής: να βάλει τον αναγνώστη σε σκέψεις. Να έχει μια ηχώ, έναν αντίλαλο. Σίγουρα, πάντως, παρότι μου πήρε περίπου τρία χρόνια, δεν χρειάστηκε να περικόψω ολόκληρα κεφάλαια, να αφήσω απέξω ένα, κατά κάποιον τρόπο, άλλο βιβλίο.
– Αυτή είναι μια μέθοδος που ακολουθείς γενικά;
– Κάνω περίπου το ίδιο σε όλα μου τα βιβλία: γράφω μια ενότητα και προτού προχωρήσω στην επόμενη, τη δουλεύω μέχρι να τη φτάσω στην οριστική μορφή της. Και ακολουθώ τη διαδοχή των διαφορετικών επεισοδίων, σύντομων κατά κανόνα, που μετά δένουν όλα μαζί. Σε αυτό το βιβλίο, κάθε ενότητα έχει μια κάποια αυτοτέλεια. Μεσολαβούν κάποια χρόνια από μια ενότητα στην άλλη. Ο συνδετικός κρίκος είναι ο Ιστβαν. Περνάει ο χρόνος, οι συνθήκες της ζωής του αλλάζουν. Και ο ίδιος αλλάζει στο τέλος. Η ιδέα ήταν να αποδοθεί η αίσθηση μιας ολόκληρης ζωής έτσι.
– Η «Σάρκα» και η αποδοχή της είναι ένα ελπιδοφόρο σήμα ότι το μυθιστόρημα αντέχει ακόμη στην εποχή της ΑΙ;
– Ναι. Ολο αυτό έχει νόημα για μένα. Είμαι αισιόδοξος. Το μυθιστόρημα έχει μέλλον μπροστά του. Μολονότι οι άνθρωποι πια έχουμε διάσπαση προσοχής. Το μυθιστόρημα όμως έχει τον δικό του τρόπο να αναπροσαρμόζεται.
– Οταν δεν κέρδισες το Μπούκερ το 2016, παρά τη στενοχώρια σου, είχες πει, καλύτερα, για να μην τεμπελιάζω. Τώρα δεν διατρέχεις αυτόν τον κίνδυνο;
– Ω, ναι, ναι, απολύτως. Ευτυχώς για μένα, όμως, ήμουν στα μισά του επόμενου βιβλίου μου όταν ήρθε το βραβείο. Αυτό είναι καλό διότι έτσι μπορώ να επιστρέψω σε αυτό, να υποκριθώ ότι τίποτα δεν συνέβη και να το τελειώσω.
*Η βραβευμένη με βραβείο Booker το 2025 «Σάρκα» του Ντέιβιντ Σόλοϊ κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη.

