Η Μαρινέλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς Κωνσταντινουπολίτες που ξανάστησαν τη ζωή τους στην πρωτεύουσα των προσφύγων, διατηρώντας τις μνήμες και την «τάξη» της ελληνικής αστικής παράδοσης στην Πόλη την κοσμοπολίτισσα. Τέταρτο και τελευταίο παιδί μιας μεγάλης φαμίλιας που, παρόλη τη φτώχεια της, συνήθιζε να συγκεντρώνει τα μέλη της στο μεσημεριανό τραπέζι, να φιλεύει τους φίλους πληθωρικά και ανοιχτόκαρδα και να τραγουδά ακατάπαυστα (εκεί εξάσκησε για πρώτη φορά το ταλέντο της στις «δεύτερες φωνές»).
Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της έστηνε παραστάσεις στο δωμάτιό της, στη γειτονιά, στα παιδικά θέατρα και στις παιδικές εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού, επιβάλλοντας την εκφραστικότητα και το ταλέντο της στις όποιες επιφυλάξεις των γονιών της. Hθελε μεγάλο θάρρος κι εμπιστοσύνη το να ξεκινήσει στα 17 της χρόνια, ακολουθώντας ως ηθοποιός τον πλανόδιο θίασο Κώστα Βουτσά-Μάρθας Καραγιάννη στις περιπέτειές του στην Ελλάδα. Κι όπως γίνεται στα παραμύθια, τη βραδιά που αντικατέστησε την άρρωστη τραγουδίστρια της ομάδας, το ελληνικό τραγούδι «έκλεψε» από το θέατρο μια νέα πρωταγωνίστρια του πάλκου και της μουσικής σκηνής.
Αυτή υπήρξε η αφετηρία μιας 65χρονης λαμπερής καριέρας που συνέχισε τις αναζητήσεις της στη ζωή και στην τέχνη πάντα με βαθύ ένστικτο και αμείωτη εκφραστικότητα!
Ηταν το 1957, όταν η νεαρή κοπέλα που τραγουδούσε τις επιτυχίες της Βέμπο, της Μπελίντας και της Μαρίκας Νίνου στο «Στρατιωτικό Θέατρο» και στο «Πανόραμα» της Θεσσαλονίκης, γνωρίστηκε με τον Στέλιο Καζαντζίδη που την άκουσε να λέει και το δικό του «Πικρό Ψωμί». Στάθηκε δίπλα του ώς το 1966, σεμνή αλλά και χαρακτηριστική παρουσία, η σημαντικότερη «δεύτερη φωνή» σ΄ ένα λαϊκό ντουέτο που σφράγισε τα μουσικά βιώματα των Ελλήνων σε μιαν εποχή κρίσιμη και μεταβατική.
«Ρούφηξε» τη ζωή και το τραγούδι θητεύοντας μαζί του στο πάλκο, δίπλα στον Παγιουμτζή, τον Παπαϊωάννου, τον Μητσάκη, τον Ζαμπέτα. Κέρδισε την εκτίμηση του Τσιτσάνη, χάρηκε τη φιλία και τη συντροφιά του Μανώλη Χιώτη και της Μαίρης Λίντα, απέσπασε τον θαυμασμό του Χατζιδάκι, έζησε στο «κοινόβιο» του Θεοδωράκη, όργωσε την Ελλάδα και τη διασπορά σ’ εποχές που κάθε «τουρνέ» ήταν μια μικρή περιπέτεια, στριφογύρισε στα αυλάκια των δίσκων του τζουκ-μποξ συντροφεύοντας καημούς και όνειρα!..
Με τον Καζαντζίδη τραγούδησαν σε πρώτη εκτέλεση τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι (Το πέλαγο είναι βαθύ, Κουρασμένο παλικάρι κ.ά.) και τον κύκλο «Πολιτεία» του Μίκη Θεοδωράκη στην ιστορική συναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» το 1961.
Κι όταν το 1966 άνοιξε τα δικά της φτερά, διεκδικώντας την αυτόνομη παρουσία της στον χώρο, έφερε πάλι στην επιφάνεια τις θεατρικές της καταβολές: από τη μαυροφορεμένη μοιρολογίστρα των κινηματογραφικών μιούζικαλς στις τολμηρές, για τα μέτρα της εποχής, εμφανίσεις με το κοντό μαλλί και τα παντελόνια. Έφερε πραγματική επανάσταση στη νυχτερινή διασκέδαση, εισάγοντας στην πίστα τους θεατρικούς προβολείς, την υψηλή ραπτική, την παράλληλη γλώσσα του κορμιού και των χεριών (πολύτιμη «προίκα» από τα θεατρικά μπουλούκια και τις κλασικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου).
Σε τραγούδια που αγαπήσαμε, που «σταλιά–σταλιά» πέρασαν στις μουσικές μας μνήμες. Τραγούδια των Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Χιώτη, Ζαμπέτα, Κατσαρού, Πλέσσα, Άκη Πάνου, Λεοντή, Μαρκόπουλου, Σπανού, Χατζηνάσιου κ.ά., ενώ παράλληλα πάντα περιλάμβανε στο ρεπερτόριό της τα παλιά λαϊκά και τα «ελαφρά» τραγούδια που της χάραξαν πορεία.
Η Μαρινέλλα διόρθωνε όσους έσπευδαν να τη φιλοδωρήσουν με την ξενική ετικέτα της «σόου–γούμαν» λέγοντας ότι ήταν μία τραγουδίστρια …«οπτικοακουστική»!
«Μια καριέρα την κάνεις με ταλέντο και καρδιά –έλεγε– αλλά αν αυτά δεν φιλτραριστούν από το μυαλό δεν κάνεις τίποτε. Πρέπει να ξέρεις πότε θα κρατηθείς, πόσο και γιατί θα κρατηθείς, όπως και γιατί θα ξοδευτείς!»
Μ΄ αυτό το ένστικτο, δεν δίστασε ν΄ αφήσει το 1976 τη λάμψη της πίστας για τη μουσική μυσταγωγία της πλακιώτικης μπουάτ δίπλα στον Κώστα Χατζή. Και το κοινό, με το δικό του ένστικτο, την ακολούθησε κι ανταποκρίθηκε εκτοξεύοντας το «Ρεσιτάλ» στις κορυφές της ελληνικής δισκογραφίας με 500.000 δίσκους!
Η ανήσυχη φύση της την οδήγησε το 1997 στο Ηρώδειο, πρωταγωνίστρια στη μουσικοθεατρική παράσταση «Γυναικών Πάθη», μια σύνθεση με χορικά από τραγωδίες του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Σταύρου Τσακίρη.
Οι δρόμοι μας συναντήθηκαν και είχα τη μεγάλη χαρά και τιμή να συνεργαστώ μαζί της το 1998 και 1999, όταν επανήλθε, στην πιο ώριμη ίσως και τεχνικά κορυφαία στιγμή της, με έναν κύκλο μεγάλων συναυλιών στο Ηρώδειο, στο Μέγαρο Μουσικής και σ’ επιλεγμένους χώρους ανά την Ελλάδα. Αποκορύφωμα υπήρξε η εμφάνισή της στο Κλειστό Ολυμπιακό Στάδιο (Οκτώβριος 1999), όπου 25.000 θεατές την αποθέωσαν σ΄ ένα πρόγραμμα με επιλογές από τις κλασικές ερμηνείες που περιλαμβάνονται στους δίσκους με τις ζωντανές αυτές ηχογραφήσεις στο Μέγαρο και το Ηρώδειο («Η Μαρινέλλα τραγουδά και θυμάται» και «Με βάρκα…το τραγούδι»), οι οποίοι σε μικρό χρονικό διάστημα έγιναν πλατινένιοι. Τη διεύθυνση του ήχου υπογράφει, αχώριστος συνοδοιπόρος σε όλες τις εμφανίσεις της για μιαν ολόκληρη ζωή, ο πρύτανης των ηχοληπτών Γιάννης Σμυρναίος!
Η είσοδος της νέας χιλιετίας τη βρήκε να επανασυνδέεται με τις θεατρικές της καταβολές, αποσπώντας τον θαυμασμό του κοινού και των κριτικών ως πρωταγωνίστρια στην τηλεοπτική μεταφορά από τον Κώστα Κουτσομύτη του βιβλίου του Γιάννη Ξανθούλη «Υστερα ήρθαν οι μέλισσες», ερμηνεύοντας συγκλονιστικά τα «αυτοβιογραφικά» τραγούδια που της έγραψε ο Σταμάτης Κραουνάκης.
Αργότερα συνεργαστήκαμε και πάλι στο Μέγαρο Μουσικής και στη δισκογραφική έκδοση «Μαζί» (2002) όπου τραγούδησε μοναδικά τα μεγάλα ντουέτα με τον Γιώργο Νταλάρα. Ενώ τελευταία μας συνεργασία υπήρξε η θεατρική παράσταση «Η Μαρινέλλα συναντά τη Βέμπο» στο θέατρο Μπάντμινγκτον (2014) όπου, ακμαία και με απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων –στα 75 της χρόνια, έκλεισε συμβολικά τον κύκλο που είχε ανοίξει όταν 17χρονη ξεκίνησε την καριέρα της στη Θεσσαλονίκη μ’ ένα τραγούδι της Σοφίας Βέμπο που υπήρξε το ίνδαλμά της!
Στην 65χρονη πορεία της –από τα λαϊκά πάλκα και τα τζουκ μποξ στις νυχτερινές πίστες και στη δισκογραφική πλατίνα, από τις κινηματογραφικές οθόνες στη μουσική σκηνή του Rex κι από τις μπουάτ της Πλάκας στο Ηρώδειο, στο Μέγαρο Μουσικής και στο Ολυμπιακό Στάδιο– η Μαρινέλλα δεν επαναπαύτηκε ούτε στιγμή στις δάφνες της.
Ακούραστη επαγγελματίας, τολμηρή στις επιλογές της (ακόμη και όταν οι περιστάσεις υπολείπονταν του ταλέντου της) παρέμεινε μέχρι το τέλος μάχιμη, αδιαφιλονίκητη «μεγάλη κυρία», με την αγάπη του κοινού και τον σεβασμό των συναδέλφων.
Μέσα από την πολύμορφη και συνεχή θητεία της στον χώρο, διεκδίκησε το μοναδικό προνόμιο (που δεν διαθέτει άλλος τραγουδιστής) να διατρέχει και να γεφυρώνει τις περιόδους του νεότερου ελληνικού τραγουδιού, πέρα από τους διαχωρισμούς σε ρεμπέτικο, λαϊκό, έντεχνο, ελαφρό κι έντεχνο λαϊκό.
Με μια φωνή κυριολεκτικά σαν το παλιό κρασί, με την ατσάλινη τεχνική, τη μοναδική σκηνική παρουσία, το βαθύ ένστικτο στις επιλογές και την τόλμη στις «μεταμορφώσεις» της, αναδείχτηκε ως κορυφαία-κλασική παρουσία στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.
Υπήρξε κυρά κι αρχόντισσα, πληθωρική και γενναιόδωρη, ανατροφοδοτώντας αριστοτεχνικά αλλά και υπονομεύοντας χωρίς συμπλέγματα τον «μύθο» της.
Προστατευμένη στο οικογενειακό της «κουκούλι» κοντά σε μιαν υπέροχη κόρη, μιαν αφοσιωμένη αδερφή και δίπλα σε πιστούς συνεργάτες και καλούς φίλους.
Μεγάλη της αγάπη (από τα παιδικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη μαζί με τον πατέρα της, αργότερα με τον Καζαντζίδη αλλά και μέχρι το τέλος) υπήρξαν το ψάρεμα και οι αθλητικές συναντήσεις, δυο «πάθη» ενδεικτικά για την ιδιοσυγκρασία της.
Η ίδια έλεγε: «Εγώ το ταλέντο δεν το αντιλαμβάνομαι περιορισμένα. Εγώ πιστεύω στο ταλέντο να ζεις. Το ταλέντο του ανθρώπου, όποιο κι αν είναι αυτό –και κουμπιά να κάνεις- το καταλαβαίνω σαν κάτι ευρύ, που μπορεί να σε αγκαλιάζει και να σε κάνει να κάνεις ωραία πράγματα. Αυτό είναι το ταλέντο. Μια ζεστή αγκαλιά!..»
Αυτή τη «ζεστή αγκαλιά» μας χάρισε απλόχερα η Μαρινέλλα, που απευθυνόταν στο μεγάλο κοινό δίνοντας την αίσθηση ότι τραγουδά αποκλειστικά για τον καθένα, συνταιριάζοντας τη μητρική θαλπωρή και την κυτταρική μνήμη, μ’ ένα ενστικτώδικο ερωτικό δόσιμο και μια συντροφική υπόσχεση. Μητέρα κι αδερφή, γυναίκα κι ερωμένη, φίλη και σύντροφος.
Το τελευταίο συμβολικό μήνυμα που μας έστειλε, παραμένοντας πεισματικά μάχιμη μέχρι το τέλος όταν κυριολεκτικά «αναλήφθηκε» (και όχι κατέρρευσε) στη σκηνή του Ηρωδείου, ήταν: «Εγώ κι εσύ!.. Θεέ μου, μας έμαθες εσύ τόσο πολύ ν’ αγαπάμε!». Με αυτή τη φράση στα χείλη μας αποχαιρέτισε κι αυτήν μας άφησε ως παρακαταθήκη. Για να μην ξεχνάμε ότι μέτρο όλων παραμένει το τραγούδι και η αγάπη που «όλα τα υπομένει κι όλα τα ελπίζει»!
* Ο Λάμπρος Λιάβας είναι καθηγητής Εθνομουσικολογίας στο ΕΚΠΑ

