Η οδός Μερσίνης, ένα τόσο δα δρομάκι στην Αθήνα, στην περιοχή της Αχαρνών, μου είχε γίνει έμμονη ιδέα από τότε που το συνάντησα πριν από μερικά χρόνια. Εκτοτε το φωτογράφιζα λεπτομερώς επί σειρά ετών παρακολουθώντας στην πραγματικότητα την προοδευτική αποσάθρωσή του, όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις εγκατάλειψης και αχρησίας.
Τον μικρό αυτό δρόμο μπορεί να βρει κανείς βγαίνοντας από την οδό Αριστομένους στην οδό Προύσσης και μετά, αφού στρίψει αριστερά και αμέσως δεξιά, θα βρεθεί σε αυτό το σχεδόν ψευδαισθητικό σκηνικό μήκους ολίγων μέτρων. Βρισκόμαστε κάτω από τη Μιχαήλ Βόδα και αν ανηφορίσουμε θα φθάσουμε ώς την πλατεία Βικτωρίας αν επιλέξουμε την οδό Παιωνίου που εξελίσσεται σε Χέυδεν.
Αυτή είναι η ασήμαντη και άγνωστη για τους πολλούς οδός Μερσίνης, ένα θραύσμα του λαϊκού νεοκλασικισμού, που ώς πρόσφατα σωζόταν σχεδόν ακέραιο, παρά την προχωρημένη σήψη του. Εκεί, στα παλιά σπιτάκια, έβρισκε κανείς παροικίες γατιών να μπαινοβγαίνουν στα δωμάτια που έχασκαν, ανάμεσα σε συκιές, ξεχαρβαλωμένα παράθυρα, αναποδογυρισμένες καρέκλες και ξεφλουδισμένους σοβάδες. Περιστέρια φτεροκοπούν και κουρνιάζουν σε νεοκλασικές κορνίζες και ξεδοντιασμένα ακροκέραμα. Η απουσία κυριαρχεί.
Ωστόσο, έβλεπε κανείς μέχρι πρότινος αυτό το σπάνιο για την Αθήνα σύνολο σε μια σχεδόν ικανοποιητική πληρότητα. Δεν ήταν όλα τα σπίτια ίδιας ποιότητας. Τα πιο πολλά, αυτά που έχουν σχεδόν καταπέσει, ήταν πλινθόκτιστα με λίγες πέτρες στη βάση και λεπτά τούβλα. Το γωνιακό, όμως, προς την οδό Εϋνάρδου, είναι λιθόκτιστο και παρά το προχωρημένο στάδιο της διάλυσης παραμένει ένα ευανάγνωστο και γοητευτικό κατάλοιπο της παλιάς γειτονιάς. Εκεί, όπως αχνοφαίνεται στις επιγραφές, ζωγραφισμένες στον σοβά, θα ήταν κάποιο καφενείο, ή παντοπωλείο, ή έστω μια ταβέρνα. Στη σειρά, τα μικρά σπιτάκια στη Μερσίνης θα στέγαζαν τους ανθρώπους του μεροκάματου, τη χαμηλή κλίμακα της οικονομικής ιεραρχίας στη γειτονιά. Είναι ένα κομμάτι της Ελλάδας των αρχών του 20ού αιώνα που επιβίωνε με κάποιες μεταβολές ώς τη δεκαετία του ’60.
Σε αυτό το εξαερούμενο κομμάτι της λαϊκής αρχιτεκτονικής μπορεί κανείς να εντοπίσει και τα αρχικά χρώματα στον σοβά των νεοκλασικών σπιτιών. Βλέπω τερακότες και μπλε λουλακί σε φρίζες και υπέρθυρα και σκέφτομαι μια τσαρουχική ερμηνεία της αθηναϊκής λαϊκότητας. Σκέφτομαι επίσης πόση αδιαφορία και πόσος κυνισμός υπάρχει σήμερα γι’ αυτό το κατάλοιπο μιας γνήσιας ζωής που έμεινε πετρωμένη στον χρόνο για να αρχίσει πλέον να καταρρέει και να χάνεται.
Ελάχιστοι δρόμοι στην Αθήνα μπορούν να προσφέρουν μέτωπα τριών ή τεσσάρων παλιών σπιτιών. Και η οδός Μερσίνης κράτησε, όσο άντεχε, να μας δίνει μια πραγματική όψη εκείνης της Αθήνας της λογοτεχνίας, του θεάτρου, του κινηματογράφου, των επιφυλλίδων και των φωτορομάντζων. Μια ανασκαφή σε όλες εκείνες τις στρώσεις του υποσυνείδητου που το έτρεφε η πραγματική ζωή και η ονειροφαντασία. Στις κάμαρες των σπιτιών της οδού Μερσίνης, όσο μπορούσα παλαιότερα να δω, υπήρχαν τοίχοι βαμμένοι με έντονο γαλάζιο, με καρφιά για τα κάδρα που χάθηκαν και σκιές για τα έπιπλα που πουλήθηκαν. Στο βάθος, δίφυλλες πόρτες άνοιγαν σε χορταριασμένες αυλές. Συνήθως υπήρχε μια μεγάλη συκιά. Υπάρχει ακόμη μία.

