Η Ειρήνη Κουμιώτου ήρθε στο φως στην προσφυγομάνα Νέα Ιωνία και μεγάλωσε στην τραγουδομάνα Κοκκινιά. Στερήθηκε από μικρή τη μητέρα της και είχε ταπεινά αλλά… κανονικά παιδικά χρόνια.
Πολλές δουλειές, γάμος, χωρισμός, ένα παιδί και μετά τραγούδι.
Στην «Απανεμιά» της Πλάκας θα δώσει εξετάσεις και θα πάρει το διαβατήριο του Λευτέρη Παπαδόπουλου για να τραγουδήσει πρώτη φορά ως πρώτη φωνή στον «Δρόμο» που ο στιχουργός συνδημιουργεί με τον Μίμη Πλέσσα, με βασικό ερμηνευτή τον Γιάννη Πουλόπουλο στις μεγάλες του δόξες, και την Πόπη Αστεριάδη που συμμετέχει διακριτικά.
Εκεί, αφού αρχικά «διορθώνεται» από τον Αλέκο Πατσιφά της Lyra σε Κουμιώτη, θα ερμηνεύσει δύο παντοτινά, όπως αποδείχθηκε, τραγούδια, το χασάπικο «Δώσε μου το στόμα σου» και το ζεϊμπέκικο… που δεν μπορούσε να είναι άλλο από το «Πρώτη φορά».
Ο δίσκος κυκλοφορεί τον Απρίλη του 1969 έχοντας εντυπωσιακή υποδοχή, σηματοδοτώντας και την αντίστοιχη προσωπική διαδρομή της Κουμιώτη.
Ενδεικτικά να σημειώσουμε πως τη σεζόν 1970-1971 θα εμφανιστεί στο περίφημο «Can Can» της Πέτρου Ράλλη, με ένα σχήμα-φωτιά, Πουλόπουλο, Στράτο Διονυσίου, Χαρούλα Λαμπράκη, Λευτέρη Μυτιληναίο. Μαέστρος ο Μίμης Πλέσσας και στα μπουζούκια ο Γιάννης Μωραΐτης, ο Γιάννης Μπιθικώτσης και ο Χρήστος Νικολόπουλος.
Ο τελευταίος στη βιογραφία του, που υπέγραψα ως συγγραφέας (εκδόσεις Αλκυών 2015), αναφέρει πως δούλευαν 6 μέρες την εβδομάδα, ενώ στο ρεπό τους με το δίδυμο Πουλόπουλος – Κουμιώτη πεταγόντουσαν και για εξτρά στο Λονδίνο. Το μεγαλειώδες αυτό πρόγραμμά τους τράβηξε μέχρι και το Πάσχα της χρονιάς.
Η Ρένα Κουμιώτη μέχρι και το 1974 θα αποτελέσει ένα απ’ τα οπλοπολυβόλα της Lyra.
Θα εκδοθούν 3 προσωπικοί δίσκοι της με συλλογές των 45αριών της ενώ θα συμμετάσχει σε κύκλους τραγουδιών όπως «Οι ώρες» του Λίνου Κόκοτου, «Γύφτισσα μέρα» των Γιώργου Κοντογιώργου και Ακου Δασκαλόπουλου, «Μέρες του καλοκαιριού» και «Μίλα μου για τη λευτεριά» των Μίμη Πλέσσα και Λευτέρη Παπαδόπουλου, «Γειτονιές Αθήνα – Θεσσαλονίκη» των Θόδωρου Τζίφα και Κώστα Κινδύνη, «12 μήνες» των Βασίλη Κουμπή και Λευτέρη Παπαδόπουλου, «Το θαλασσινό τριφύλλι» των Λίνου Κόκοτου και Οδυσσέα Ελύτη (η Κουμιώτη ερμηνεύει το ομώνυμο), «Τα κίτρινα ρολόγια» του Βαγγέλη Πιτσιλαδή, «Μονά ζυγά» των Γιώργου Μητσάκη και Γιώργου Καλαμαριώτη, «Θάλασσα πικροθάλασσα» των Μίμη Πλέσσα και Κώστα Βίρβου, «Παράθυρο στη θάλασσα» των Γιώργου Κοντογιώργου και Γιάννη Κακουλίδη, «Ρόδα είναι και γυρίζει» των Αργύρη Κουνάδη και Καλαμαριώτη.
Το ρεζουμέ είναι τραγούδια που σημείωσαν επιτυχία και έμειναν: «Το καινούργιο μου φεγγάρι» (Πλέσσας – Δασκαλόπουλος), «Σταμάτησε του ρολογιού τους δείχτες» (Πλέσσας – Παπαδόπουλος), «Το κερί μου έλιωσε» (Πλέσσας – Αννυ Σακελλαρίου), «Η άγια Κυριακή», (Πλέσσας – Βίρβος), «Κόρη του γιαλού» (Κόκοτος – Αργύρης Βεργόπουλος), «Φωτιά στα τρένα» (Πιτσιλαδής – Δημήτρης Ιατρόπουλος), «Αγαπιόμασταν» (Γιώργος Κριμιζάκης – Σώτια Τσώτου).

Κάποια από όσα έχουν αναφερθεί μέχρι στιγμής η Κουμιώτη θα τα ερμηνεύσει και στον κινηματογράφο σε δημοφιλείς ταινίες, όπως «Μια τρελή, τρελή σαραντάρα» (1970) του Γιάννη Δαλιανίδη, «Η θεία μου η χίπισσα» (1970) του Αλέκου Σακελλάριου και όχι μόνο.
Πρόκειται για ένα ρεπερτόριο που σε συνδυασμό με την αναβίωση του παλιού σινεμά τα κατοπινά χρόνια θα κρατηθεί στην πρώτη γραμμή και θα περάσει και σε νεότερα ακροατήρια.
Η Κουμιώτη ταξιδεύει το 1974 στον Καναδά, όπου θα παντρευτεί το 1977 για δεύτερη φορά και θα αποκτήσει ένα ακόμη αγόρι.
Ενδιάμεσα προλαβαίνει να ηχογραφήσει ένα ξεχωριστό άλμπουμ αναφοράς στην Ποντιακή Γενοκτονία, «Στο Δρόμο για το Τσιμενλί» (Polydor, 1976) σε μουσική του Γρηγόρη Σουρμαΐδη και στίχους του Καλαμαριώτη. Ο τελευταίος δεν είναι άλλος από τον δημοσιογράφο Γιώργο Μπέρτσο (1936-2021), ο οποίος είχε το δικό του μερτικό στη διαλεύκανση της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη και χρησιμοποιούσε το συγκεκριμένο καλλιτεχνικό ψευδώνυμο μιας γεννήθηκε στην Καλαμαριά.
Η Κουμιώτη θα χωρίσει και πάλι και θα επιστρέψει στην πατρίδα μας το 1983. Εκτοτε θα έχει διακριτική και επιλεκτική παρουσία στο καλλιτεχνικό παιχνίδι.
Η Κουμιώτη ήταν η νέα φωνή των καιρών της, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’60.
Με χροιά, έκφραση και στόφα κατάδική της, κρυστάλλινη, με πάτημα γερό, με περήφανη ευαισθησία, δεν έμοιαζε με καμιά άλλη. Κλασική αλλά και μοντέρνα συνάμα. Ακουγες την πρώτη φράση και την ξεχώριζες από χιλιόμετρα μέσα σε χιλιάδες άλλες.
Κάτι μεταξύ των Μπιθικώτση και Μοσχολιού που θαύμαζε, ένας θηλυκός Πουλόπουλος, κατά κάποιον τρόπο, για να σταθώ σε ένα πρόσωπο με το οποίο πέρα από τη φιλία που τους έδενε μοιράστηκαν και το μικρόφωνο στο στούντιο, στις σκηνές και τις πίστες.
Για να συνοψίσω το όλο «ζήτημα» σε δυο κουβέντες, συνδύαζε αρμονικά τσαγανό και εκφραστικότητα.

