Πρωταπριλιά έφυγε ο ποιητής που αγάπησε το λαϊκό τραγούδι

Πρωταπριλιά έφυγε ο ποιητής που αγάπησε το λαϊκό τραγούδι

Eχω ακούσει πολλά, διαφορετικά και αντιφατικά για τον Θωμά Γκόρπα. Ομως ακόμη και αυτά για τα οποία τον «κακολογούν» σε εμένα φαντάζουν γοητευτικά

3' 0" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Θα καταργήσω τον ουρανό, θα καταργήσω τη γη και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί για ένα πιοτό, για ένα τραγούδι, για ένα χορό κ’ εσύ να περνάς απ’ έξω» (Αναπόληση, συλλογή Πανόραμα, 1975).

Εχω ακούσει πολλά, διαφορετικά και αντιφατικά για τον Θωμά Γκόρπα. Ομως ακόμη και αυτά για τα οποία τον «κακολογούν» σε εμένα φαντάζουν γοητευτικά. Ισως γιατί μου ταιριάζει το έργο του με τις πολλαπλές αναφορές στο λαϊκό τραγούδι και στους εκπροσώπους του.

Το έπραξαν κι άλλοι συνοδοιπόροι του, ίσως όμως όχι με τόση λατρεία και τέτοια «εμμονή».

Τα λαϊκά τραγούδια μοιάζουν με πουλιά
μαύρα περήφανα έρημα ωραία και προδομένα
μεσ’ απ’ τα σπλάχνα των Τσιτσάνηδων πετάγονται καθώς
μεσ’ απ’ τα σπλάχνα του εργάτη: Σας μισώ
μεσ’ απ’ τα σπλάχνα του φαντάρου: Δεν θέλω
καθώς μεσ’ απ’ τα σπλάχνα του εραστή πετάγεται: Τι μπορώ
να κάνω για σένα αγάπη μου; Και κλαίει…
(Τα λαϊκά τραγούδια, συλλογή Παλιές ειδήσεις, 1966)

Ορισμένοι, δε, στίχοι λαϊκών τραγουδιών παρεμβάλλονται αυτούσιοι σε πονήματά του. Ενδεικτικοί είναι και ορισμένοι τίτλοι ποιημάτων του: «Με τον τρόπο του Στέλιου Καζαντζίδη», «Ακούγοντας δημοτικό τραγούδι», «Μπουζουκτσίδικο 1966», «Απόστολος Χατζηχρήστος» κ.ά. 

Την «Αμαξα μες στη βροχή» την τραγουδάμε όλοι
Μα ο Χατζηχρήστος ρε παιδιά διψάει και κρυώνει
Στον Κάτω Κόσμο μοναχός, μόνος και ξεχασμένος
Με το μπουζούκι του αγκαλιά, βουβός φαρμακωμένος

Ο Θωμάς Γκόρπας γεννήθηκε στο Μεσολόγγι στις 20 Οκτωβρίου 1935. Με τη ζωή και το έργο του αμφισβήτησε θεσμούς, δογματισμούς, κάθε μορφή κατεστημένης εξουσίας, ακόμα και τον θάνατο. Βλέπετε, έφυγε Πρωταπριλιά του 2003.

Το 1954 εισάγεται στην Πάντειο, χωρίς όμως τελικά να πάρει το πτυχίο του. Συνέχισε να ζει στην Αθήνα κάνοντας διάφορα επαγγέλματα: εργάτης, λογιστής, παλαιοβιβλιοπώλης, επιμελητής εκδόσεων και σταδιακά πέρασε στη δημοσιογραφία. Συχνάζει στο πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας στη Στοά Μαυρίδη, στο Πατάρι του Λουμίδη και στο Βυζάντιο, που θα αποτελέσουν και το ντεκόρ πολλών πεζών και ποιημάτων του: «Ο Λουμίδης τω καιρώ εκείνω ήταν ένας μόντζος. Εκεί καθόμασταν πρωινά, μεσημέρια, βράδια και χαζεύαμε ήλιους και φεγγάρια μέσα από τα τζάμια και τα μελλοντικά τραγούδια μεσ’ απ’ τα σπλάχνα μας…».

Πρωταπριλιά έφυγε ο ποιητής που αγάπησε το λαϊκό τραγούδι-1

Τον Ιανουάριο του 1957, στο περιοδικό «Λογοτέχνης» δημοσιεύεται το ποίημά του «Αθήνα 1956, οδός Αθηνάς». Θα ακολουθήσουν οι συλλογές «Σπασμένος καιρός» (1957), «Παλιές ειδήσεις» (1966), «Πανόραμα» (1975), «Στάσεις στο μέλλον» (1979 – συγκεντρωτική έκδοση), «Περνάει ο στρατός…» (1980, με απομυθοποιητικές φωτογραφίες και έγγραφα), «Τα θεάματα» (1983), «Τα ποιήματα, 1957-1983» (1995, εκδόσεις Γαβριηλίδης – συγκεντρωτική έκδοση στην οποία προστίθενται οι συλλογές «Ανεξάρτητα», «Γιουσουρούμ», «Ο μεγάλος δρόμος», «Το πατάρι»). Παράλληλα θα εκδώσει τις μελέτες «Διάγραμμα ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας» (1966), «Το πανηγύρι τ’ Αη Συμιού» (1972), «Περιπετειώδες, κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, 1850-1950» (1981).

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 είναι από τους εμπνευστές της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών και λίγο αργότερα επιμελείται περιοδικά, εφημερίδες, γράφει για το θέατρο και τον κινηματογράφο, υπογράφει σενάρια που γίνονται ταινίες («Βλάχικος γάμος», «Αγάπη που δεν σβήνει ο χρόνος», «Τι κι αν γεννήθηκα φτωχός» κ.ά.), φωτίζει το θέμα του Καραγκιόζη και διδάσκει ιστορία λογοτεχνίας και αγωγής του λόγου σε θεατρική σχολή.

Υπήρξε από τους πρωτοπόρους της «μπιτ» σκηνής στην Ελλάδα και το 1979 εκπροσώπησε τη χώρα μας στο πρώτο διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπιτ της Ρώμης. Από το 1975 έως το 1980 έζησε στο Παρίσι, όπου και έργα του μεταφράστηκαν στη γαλλική γλώσσα. Ηταν ένθερμος υποστηρικτής και γνώστης του λαϊκού τραγουδιού και των εκπροσώπων του γράφοντας διεισδυτικά κείμενα με αφορμή την προσωπικότητα και την πολύτιμη εργογραφία τους.

Λάτρευε τον Καζαντζίδη, τον Τσιτσάνη και ταυτόχρονα είχε ξεχωριστή αδυναμία και στους λιγότερο «παρασημοφορημένους» αλλά ουσιαστικούς καλλιτέχνες, σαν τους Χρυσίνη, Καραπατάκη, Λαύκα, Κυριαζή, Καρανικόλα κ.ά., που τους είχε γνωρίσει από κοντά.

Τα λαϊκά τραγούδια πετάγονται σαν πουλιά μέσα από το σπλάχνα των Τσιτσάνηδων  
όπως μέσα από τα σπλάχνα του εργάτη, του φαντάρου, του εραστή πετάγονται οι επιθυμίες, ομολογημένες και μη. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT