O Χρύσανθος Θεοδωρίδης ήρθε στη γη στις 22 Δεκεμβρίου 1933 και μας αποχαιρέτησε στις 30 Μαρτίου 2005.
«Ο Χρύσανθος είναι ο μεγάλος του ποντιακού τραγουδιού. Οταν τον πρωτάκουσα, τα έχασα! Και έγραψα, τότε, πως είχα την αίσθηση, καθώς τραγουδούσε, ότι μέσα στο λαρύγγι του φωλιάζουν αηδόνια!».
Αυτά ανέφερε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος το 1993 σε σημείωμά του στο ένθετο του δίσκου «Τ’ αηδόνια του Πόντου», όπου ο Χρύσθανθος έσμιγε ερμηνευτικά με τον Στέλιο Καζαντζίδη.
Μια έκδοση που με το «καλημέρα» της κυκλοφορίας της ξεπέρασε τις 30.000 πωλήσεις καταρρίπτοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ αντίστοιχων εργασιών.
Και συνέχιζε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος:
«Ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Χρύσανθος είναι από την ίδια ράτσα. Πόντιοι. Κι εγώ, Πόντιος από μάνα, που ’χω κλάψει χίλιες φορές, τραγουδώντας το “Η κόρη επήεν σο παρχάρ”, ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει, να βάζουν αυτά τα δυο θεριά τη φωνή τους και την ψυχή τους για ένα δίσκο ποντιακό! Δίσκο, που θα μπει σε όλα τα σπίτια, τα ποντιακά, στην Ελλάδα, αλλά και πρωτίστως, θα κάνει θραύση, στη Γερμανία, στην Αυστραλία, στον Καναδά, στην Αμερική όπου οι Πόντιοι είναι μιλιούνια».
Πριν όμως το σημαντικό αυτό συναπάντημα, ο Χρύσανθος είχε καταφέρει να αναδειχθεί σε «ψυχή» του Πόντου. Οπως κι ο Καζαντζίδης στο λαϊκό τραγούδι, έτσι κι εκείνος στο ποντιακό ρεπερτόριο τραγουδούσε για τις μνήμες και τις αρετές της «ράτσας» του, τους καημούς και τις χαρές της καθημερινότητας, την κοινωνικοπολιτική αδικία και το όνειρο για έναν καινούργιο κόσμο.
Αλλωστε ο γεννημένος στην Οινόη Κοζάνης από γονείς που προέρχονταν απ’ το Πεζιρκιάν-Κετσίτ του Καρς είχε κάνει το ντεμπούτο του στη δισκογραφία στα μισά της δεκαετίας του ’50 ερμηνεύοντας σε δίσκο 78 στροφών της Columbia, «Τεμόν η καρδία γιαραλή» των Δ. Ψωμιάδη και Γρηγόρη Ασίκη.
Νωρίτερα ο Χρύσανθος, στον Εμφύλιο, είχε χάσει τον πατέρα του και με τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας του είχαν έρθει στον Πειραιά.
Από μικρό παιδάκι, φαινόταν το χάρισμά του και σταδιακά με τη συνέπειά του στο κλασικό ρεπερτόριο, τη στάση και τις επιλογές του θα αποτελέσει σημείο αναφοράς στην κατηγορία του.
Μαζί με τον ευλογημένο λυράρη Γώγο Πετρίδη θα σχηματίσουν εμβληματικό δίδυμο στον χώρο της ποντιακής μουσικής. Θα ξεκινήσουν τη δεκαετία του ’60 από ταβερνάκια της Σαλονίκης διευρύνοντας ολοένα και περισσότερο τον κύκλο και τη δράση τους, ταξιδεύοντας μάλιστα απ’ τις αρχές του ’70 σε Αμερική, Γερμανία και σε άλλες γωνιές της Γης όπου ο Ελληνισμός αναζήτησε διέξοδο επιβίωσης και μια καλύτερη μοίρα.
Το 1974 ο Χρύσανθος θα επιλεγεί από τον Χριστόδουλο Χάλαρη για να συμμετάσχει στους πρωτοποριακούς κύκλους τραγουδιών του συνθέτη και μελετητή της βυζαντινής μουσικής.
Η αρχή θα γίνει με την «Ακολουθία» σε στίχους του Γιάννη Κακουλίδη, με βασικούς ερμηνευτές τη Δήμητρα Γαλάνη και τον Νίκο Ξυλούρη. Το ντουέτο του τελευταίου με τον Χρύσανθο «Του θάνατου παράγγειλα» είναι από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της τραγουδοποιίας μας.
Ο Χρύσανθος είναι εγκεφαλικός ερμηνευτής. Τραγουδά χρησιμοποιώντας το διάφραγμα, ενώ η τεχνική του είναι απαράμιλλη. Καθάρια άρθρωση, λυρική δύναμη και έκταση σε συνδυασμό με μια πρωτόγνωρα φορτισμένη αλλά ειλικρινή εκφραστικότητα. Επίσης «εισάγει» στον τρόπο του ένα περίτεχνο, γοητευτικό «φαλτσέτο» που αφήνει άφωνους και μαγεμένους κοινό και κριτική.
Θα ακολουθήσουν την ίδια χρονιά «Τα Παιδικά», πάντα σε μουσική του Χάλαρη και στίχους του Γιάννη Λογοθέτη, με τους Γαλάνη, Θέμη Ανδρεάδη και Χρύσανθο. Τραγούδια για μικρά και μεγάλα παιδιά με πολύ νόημα!
Το 1975 ο Χρύσανθος θα μοιραστεί τις ερμηνείες με τη Γαλάνη στο άλμπουμ «Δροσουλίτες», όπου ο Χάλαρης μελοποιεί θρύλους και θρήνους του Νίκου Γκάτσου. Η απόδοση του Χρύσανθου στο «Μάνα μου, μάνα» είναι καθηλωτική.
Η «έντεχνη» αυτή διαδρομή του Χρύσανθου θα έχει ως αποτέλεσμα εμφανίσεις του στις μπουάτ της Πλάκας, συνεργασίες και με άλλους λόγιους δημιουργούς και το πέρασμά το σε ευρύτερα, πέραν του ποντιακού φάσματος, ακροατήρια και μια καθολική αναγνώριση.
Το 1980 θα ξανασμίξει με τον Χάλαρη, συμμετέχοντας στο soundtrack της ταινίας, μουσική και τα τραγούδια, που υπογράφει ο συνθέτης για την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ο Μεγαλέξαντρος».
Στερνή τους συνάντηση το 1986 στο θρησκευτικό, λαϊκό ορατόριο «Πάθη απόκρυφα», βασισμένο στα Απόκρυφα Ευαγγέλια και στην ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού σε ποιητική απόδοση του Γιάννη Κακουλίδη.
Να τονίσουμε πως παρά τις πολύπλευρες αναζητήσεις του ο Χρύσανθος παρέμεινε ταγμένος στο ποντιακό ρεπερτόριο, του οποίου υπήρξε στυλοβάτης. Εκτός από τα παραδοσιακά άσματα, κατέθεσε και καινούργια τραγούδια που αντλούσαν τις πηγές τους, μελωδικά και στιχουργικά, απ’ τη βαθιά μουσική ρίζα της ιστορικής, τίμιας, άξιας, ευγενικά περήφανης και χαροκαμένης «φυλής» του.

