Ηταν μαθήτρια στην Γ’ Δημοτικού όταν έμαθε ότι ο ραδιοφωνικός σταθμός της Θεσσαλονίκης ζητούσε κοριτσάκια για να τραγουδήσουν στην εκπομπή «Παιδική Ωρα». Εμαθε και ποια μέρα θα γινόταν ο σχετικός διαγωνισμός. Μετά το σχολείο, λοιπόν, χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, έφυγε τρέχοντας για το τέρμα της οδού Τσιμισκή όπου βρισκόταν το στούντιο. Χτύπησε την πόρτα του κτιρίου, ένας άνδρας κατέβηκε και της άνοιξε.
-Τι θέλεις εσύ;
-Ηρθα για τον διαγωνισμό.
-Αργησες. Ο διαγωνισμός κοντεύει να τελειώσει.
-Σας παρακαλώ, κύριε, αφήστε με να περάσω! Εφυγα από το σχολείο μου για να προλάβω.
-Καλά, πήγαινε γρήγορα εκεί, στο τέλος του διαδρόμου είναι η αίθουσα είναι, θα ακούσεις φωνές από μέσα.
Εκείνο το απόγευμα, συνοδεία πιάνου, η εννιάχρονη Κυριακή Παπαδοπούλου τραγούδησε τη «Φλαμουριά» του Σούμπερτ. «“Στη βρύση τη βουνίσια σιμά είν’ η φλαμουριά, στον ίσκιο της καθόμουν να ονειρευτώ συχνά.” Από το πρωί είχα αποφασίσει ότι αυτό το τραγούδι θα έλεγα. Σε όλο το μάθημα έκανα πρόβα. “Παπαδοπούλου, σ’ ακούω! Τι μουρμουρίζεις συνέχεια εκεί κάτω;”, φώναζε η δασκάλα μου. Οπότε άνοιξα το στόμα μου και το είπα νεράκι. Οι άνθρωποι του διαγωνισμού με άκουσαν και κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Για να μην τα πολυλογώ, σε δύο ώρες, με ένα ακόμα κοριτσάκι που είχε εξαιρετική φωνή βγήκαμε και τραγουδήσαμε ζωντανά στην εκπομπή. Από τη μια πετούσα απ’ τη χαρά μου κι από την άλλη είχα σκάσει. Δεν είχα προλάβει να το πω στους δικούς μου, να με ακούσουν… “Μη στενοχωριέσαι, μικρή μου, θα επαναληφθεί η εκπομπή σε τρεις μέρες”, μου είπε η κυρία που έπαιζε πιάνο. Πράγματι, σε τρεις μέρες όλη η οικογένεια με άκουσε από τη Ραντιόλα που είχαμε στο σπίτι. Καμάρι εγώ… Σαν γύφτικο σκεπάρνι!», όπως αφηγήθηκε πριν από λίγα χρόνια στην «Κ».

Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. H Κυριακή, Κικίτσα όπως την φώναζαν χαϊδευτικά, άρχισε να παίζει στο θέατρο, κάθε Κυριακή. Κι όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη αλλά και σε κοντινές πόλεις: Εδεσσα, Νάουσα, Γιαννιτσά. «Ερχόταν η μαμά μου πάντα μαζί μου, έφερνε και το φαγάκι μας στην καστανιά. Λεφτά δεν έπαιρνα, βέβαια, ερασιτεχνικός ήταν ο θίασος, δεν με ένοιαζε όμως. Εβγαινα στη σκηνή, μόνο αυτό είχε σημασία». Μόλις έκλεισε τα δεκαεπτά, ανακοίνωσε στην οικογένειά της την απόφασή της: θα γινόταν επαγγελματίας ηθοποιός. «Θεατρίνα; Αποκλείεται», αντέδρασε ο πατέρας της. «Θες δεν θες, αυτό θα κάνω», επέμεινε εκείνη κι έφυγε με τα μπουλούκια. Της άρεσε η πρόζα. Κι αν λίγο μετά άφησε το θεατρικό σανίδι για το πάλκο, αρχικά ήταν για τα χρήματα. «Δεν θα γίνω τραγουδίστρια, περαστική είμαι από το τραγούδι, σύντομα θα σταματήσω και θα επιστρέψω στο θέατρο, έλεγα. Δεν επέστρεψα ποτέ. Ο καλός Θεός ήξερε πού με οδήγησε. Ηταν σαν να μου έλεγε: Πήγαινε, παιδί μου, να γίνεις τραγουδίστρια, να πιάσεις κανένα φράγκο στα χέρια σου. Τι θα παίρνεις στο θέατρο; Τρεις και είκοσι;»

Ομως το τραγούδι το αγάπησε με πάθος και το υπηρέτησε με αφοσίωση για σχεδόν εβδομήντα χρόνια· ήταν 1956 όταν άρχισε να τραγουδάει στο κέντρο «Πανόραμα», στη Νέα Ελβετία Θεσσαλονίκης, πίσω από το γήπεδο του Αρη, εκεί όπου ο λαϊκός συνθέτης και τραγουδιστής Τόλης Χάρμας εμπνεύστηκε το καλλιτεχνικό της όνομα: Μαρινέλλα. Την επόμενη χρονιά ο μπουζουξής Στέλιος Ζαφειρίου την σύστησε στον Στέλιο Καζαντζίδη. Κι όλα είναι πια Ιστορία, ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, με χρυσούς και πλατινένιους δίσκους, αμέτρητες επιτυχίες, σημαντικές συνεργασίες -με συνθέτες όπως οι Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Γιώργος Ζαμπέτας, Μίμης Πλέσσας, Ακης Πάνου, Γιώργος Κατσαρός, Θόδωρος Δερβενιώτης, Γιάννης Σπανός, Κώστας Χατζής, Χρήστος Λεοντής, Γιώργος Χατζηνάσιος, Σταμάτης Κραουνάκης, Χρήστος Λεοντής, Τάκης Μουσαφίρης, Χρήστος Νικολόπουλος, Στέφανος Κορκολής, Γιώργος Θεοφάνους, μεταξύ άλλων-, εμφανίσεις που έχουν αφήσει εποχή, συμμετοχές σε ταινίες, περιοδείες σε όλο τον κόσμο.

Η Μαρινέλλα ήταν φτιαγμένη από σπάνια στόφα. Αγαπούσε το κοινό της και, κυρίως, το σεβόταν. «Οποτε βγαίνω να τραγουδήσω, επειδή μου αρέσει πολύ αυτό που κάνω, νιώθω ότι τους θεατές τους ακουμπάω. Είτε είναι εκατό είτε χιλιάδες, τους βλέπω σαν ένα πρόσωπο, που το κοιτάω στα μάτια και του λέω “σ’ αγαπώ”. Αυτό το εισπράττουν όλοι», έλεγε. Η ενεργητικότητά της στη δουλειά ήταν ασυναγώνιστη. Επαγγελματίας μέχρι το μεδούλι και τελειοθήρας. Στις συναναστροφές της ήταν… ντεκλαρέ. Εμπιστευόταν τους νέους ανθρώπους και τους έδινε ευκαιρίες. «Μα, αφού δεν μπορώ τους ίδιους και τους ίδιους. Ούτε τις κλίκες και τα παρεάκια, τους Compagnons de la chanson. Θέλω να μοιράζεται η τράπουλα». Δεν δίσταζε να τσαλακώσει τον εαυτό της. «Ούτε τον κόσμο κοροϊδεύω ούτε τον εαυτό μου. Το μεγαλύτερο ποσοστό των τραγουδιών μου δεν ήταν καλά. Δεν υπήρξα από τους τυχερούς. Η Μοσχολιού, για παράδειγμα, τραγούδησε Καλδάρα, Ξαρχάκο, Μαρκόπουλο. Κι εγώ έκανα σουξέ με τον Ζαμπέτα, τον Πλέσσα, τον Κατσαρό. Σαν τα δικά της τραγούδια δεν ήταν, όμως, τα δικά μου. Αλλά δεν παραπονιέμαι. Στάθηκα στα πόδια μου μ’ αυτή την πραμάτεια, μ’ αυτή την προίκα».
Είχε χιούμορ μοναδικό. Περιφρούρησε την προσωπική της ζωή, όσο λίγοι διάσημοι. Κακή κουβέντα δεν άκουγες από τα χείλη της για τους άνδρες που πέρασαν από το πλευρό της (μόνο για τον Τόλη Βοσκόπουλο είπε στην «Κ» πως «δεν ήταν το πιο εύκολο αγόρι» – αλλά μέχρι εκεί).

Στήριζε τους φίλους της και λάτρευε την οικογένειά της. «Η κόρη μου είναι τα πάντα για μένα. Το “τσέρκι” της ζωής μου είναι εκείνη και κατ’ επέκτασιν ο άντρας της και τα παιδιά της. Αισθάνομαι ευλογημένη. Τι να το κάνω μόνο το τραγούδι; Αγάπη μου, η δουλειά ποτέ δεν πρέπει να είναι σε πρώτο πλάνο. Οσοι το πιστεύουν είναι ανόητοι.»
«Σκέφτεστε ποτέ πώς θα ήταν σήμερα η Κυριακή Παπαδοπούλου, αν δεν είχε γεννηθεί μέσα από το τραγούδι η Μαρινέλλα;», την είχα ρωτήσει σε μια από τις συναντήσεις μας. «Οχι, αλλά θα το σκεφτώ τώρα. Ας φτιάξουμε ένα σενάριο, βρε αδελφέ. Μπορεί να ήμουν μια παντρεμένη κυριούλα, με πολλά παιδιά και εγγόνια. Ή να είχα φύγει μετανάστρια και να ζούσα στο εξωτερικό. Ή να βρισκόμουν σε ένα γηροκομείο. Αλλά χαίρομαι που είμαι η Μαρινέλλα. Χαίρομαι που τα χρόνια μου κυλούν πάνω στη σκηνή. Με ρωτούν συχνά αν την έχω χορτάσει. Δηλαδή εσύ, αν φας σήμερα, αύριο δεν θα πεινάσεις; Οχι, λοιπόν, δε χορταίνεται η σκηνή. Φεύγεις πάντα νηστικός. Γι’ αυτό και εύχομαι να μείνω στη σκηνή κι από εκεί να φύγω. Μια κι έξω. Δε λέω ότι δεν φοβάμαι το θάνατο, αλλά δεν είμαι από αυτούς που λένε “χτύπα ξύλο, μακριά από εμάς”. Γέννηση – θάνατος, αυτή είναι η διαδρομή μας»…
Χρονολόγιο
1938
Γεννιέται στη Θεσσαλονίκη.
1955
Συμμετέχει ως ηθοποιός στο θίασο της Μαίρης Λωράνς, μαζί με τον Κώστα Βουτσά και τη Μάρθα Καραγιάννη.
1956
Ξεκινά την καριέρα της ως τραγουδίστρια στο κέντρο «Πανόραμα» της Θεσσαλονίκης με το ψευδώνυμο «Μαρινέλλα».
1957
Γνωρίζει τον Στέλιο Καζαντζίδη. Θα παντρευτούν το 1964, θα χωρίσουν δυο χρόνια μετά.
1960
Πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση, στην κωμωδία του Ροβήρου Μανθούλη «Η κυρία δήμαρχος».
1961
Συμμετοχή στην ιστορική συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι στο «Κεντρικόν».
1969
Κυκλοφορεί ο πρώτος προσωπικός δίσκος της 33 στροφών, «Σταλιά σταλιά», σε μουσική Γιώργου Ζαμπέτα. Το ομότιτλο τραγούδι προοριζόταν για την Αλίκη Βουγιουκλάκη που το απέρριψε.
1973
Γεννιέται η μοναχοκόρη της Τζωρτίνα Σερπιέρη. Γάμος με τον Τόλη Βοσκόπουλο.
1976
Με τον Κώστα Χατζή παρουσιάζουν το θρυλικό πρόγραμμα «Ρεσιτάλ» στην μπουάτ «Σκορπιός» στην Πλάκα.

1978
Κυκλοφόρησε ένας από τους πιο ευπώλητους δίσκους της, «Η Μαρινέλλα του σήμερα», με τραγούδια σε μουσική του Γιώργου Χατζηνάσιου.
2000
Πρωταγωνιστεί στην τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου «Υστερα ήρθαν οι μέλισσες» του Γιάννη Ξανθούλη.
2010
«Μαρινέλλα – Το μιούζικαλ» των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα.
2023
Κυκλοφορεί η μυθιστορηματική βιογραφία της «Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια», γραμμένη από τον Γιάννη Ξανθούλη (Εκδόσεις Διόπτρα).

