Λισσαβώνα: Η γλυκιά μελαγχολία των φάντο

Οι θαλασσοπόροι, ο Φερνάντο Πεσόα, ο σεισμός του 1755 και οι διαδρομές με το παλιό, κίτρινο τραμ

7' 2" χρόνος ανάγνωσης

Στο Κάμπο ντα Ρόκα μπορείς να ακούσεις τη βουή του πλανήτη. Σε διαπερνάει σωματικά και γίνεται φωνή μέσα σου, που κάτι προσπαθεί να σου υπενθυμίσει. Αυταπάτες· όμως, όταν βρίσκεσαι στο δυτικότερο άκρο της Ευρώπης το δειλινό, σαράντα πέντε λεπτά περίπου με το αυτοκίνητο έξω από τη Λισσαβώνα, μπορείς και να αφεθείς σε αυθαίρετες ονειροπολήσεις. Ο φάρος πίσω μου εκπέμπει περιοδικά το φως του. «Περιστροφικός καταδιοπτρικός φανός τύπου Φρενέλ», μου γράφει ο μανιακός με τους φάρους Δημήτρης Καραΐσκος, όταν του στέλνω φωτογραφία. Στη Λισσαβώνα εισπράττεις την αίγλη μιας πόλης που είναι ανοιχτή, μητροπολιτική, ατλαντική, ένα απλωμένο, πολύχρωμο ίχνος μιας αυτοκρατορίας που κάποτε γύρισε όλο τον πλανήτη. «Μαθαίνουμε πιο πολλά τώρα σε μια μέρα από τους Πορτογάλους από όσα είχαμε μάθει σε εκατό χρόνια από τους Ρωμαίους», έλεγε ένας Πορτογάλος λόγιος το 1563, όταν πια είχαν γίνει όλες οι ανακαλύψεις των Πορτογάλων θαλασσοπόρων», γράφει η Μαρία Φερέιρα-Χιδίρογλου στην εισαγωγή του «Βάσκο Ντα Γκάμα, Το πρώτο ταξίδι στις Ινδίες», το οποίο μετέφρασε (εκδ. Αίολος, 1987).

Στην εκκλησία της Σάντα Μαρία, στο Μοναστήρι των Ιερονιμιτών (Mosteiro dos Jeronimos), στη γειτονιά του Belem, παρατηρώ, όχι χωρίς δέος, τον τάφο του Βάσκο ντα Γκάμα και αναλογίζομαι τους Πορτογάλους εξερευνητές που προηγήθηκαν: το 1415 ένας στόλος πέρασε τα στενά του Γιβραλτάρ και εκστράτευσε στο Μαρόκο, σε ένα από τα πιο καλά οχυρωμένα μουσουλμανικά φρούρια στη Μεσόγειο. «Η κατάκτησή του κατέπληξε την Ευρώπη», γράφει ο Αγγλος ιστορικός Ρότζερ Κρόουλεϊ στο «Conquerors. How Portugal Forged the First Global Empire» (εκδ. Faber & Faber, 2005).

«Μαθαίνουμε πιο πολλά τώρα σε μια μέρα από τους Πορτογάλους από όσα είχαμε μάθει σε εκατό χρόνια από τους Ρωμαίους», έλεγε ένας Πορτογάλος λόγιος το 1563, όταν πια είχαν γίνει όλες οι ανακαλύψεις των θαλασσοπόρων.

Η Πορτογαλία κατέκτησε τον πλανήτη αλλά κατέρρευσε όταν ο πλανήτης τη χτύπησε χωρίς έλεος. Στο περίφημο Quake Museum, κοντά στην παραλιακή γειτονιά της Μπελέμ, μαθαίνεις για τις τεκτονικές πλάκες της Γης και τους άναρχους χορούς τους, αλλά κυρίως για τον σεισμό που έπληξε την πόλη την Ημέρα των Αγίων Πάντων.

Λισσαβώνα: Η γλυκιά μελαγχολία των φάντο-1
Αγαλμα του Φερνάντο Πεσόα έξω ακριβώς από το ιστορικό καφέ «A Brasileira» όπου σύχναζε ο μεγάλος ποιητής και συγγραφέας.

Ηταν 1η Νοεμβρίου 1755· όλος ο κόσμος ήταν στους δρόμους λόγω της μεγάλης γιορτής. Στο μουσείο υπάρχει ολόκληρη προσομοίωση των δονήσεων, όπως χτύπησαν την εκκλησία του Αγίου Βικεντίου: οι θεατές αποτελούν μέρος του σκηνικού: παρακολουθείς τη λειτουργία όταν τα πάντα αρχίζουν να τρέμουν – κι εσύ μαζί τους.

«Πολλοί όρμηξαν προς τις εξόδους να σωθούν, ορισμένοι όμως αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την εκκλησία και συνέχισαν να προσεύχονται με ζέση ανάμεσα στους πανικοβλημένους πιστούς, ικετεύοντας τον Θεό να τους συγχωρέσει, πεπεισμένοι ότι το τέλος, η προ πολλού αναγγελθείσα Αποκάλυψη, βρισκόταν προ των πυλών», γράφει ο Αμερικανός Νίκολας Σρέιντι στο εξαιρετικό «Ο μεγάλος σεισμός. Καταστροφή, δέος και ορθολογισμός στη Λισσαβώνα το 1755» (μτφρ.: Ξενοφών Παταγάνας, εκδ. Κριτική, 2010). Τα αναμμένα κεριά και τα μαγκάλια μετέτρεψαν τη Λισσαβώνα σε μια κόλαση φωτιάς. Οσοι τραυματίες δεν μπορούσαν να απεγκλωβιστούν από τα ερείπια, κάηκαν ζωντανοί.

Θάνατος στον Τάγο

Πολλοί κατέφυγαν στο λιμάνι παρατηρώντας το νερό να αποτραβιέται τόσο, που τα πλοία έγειραν στο πλάι. Σκέφτηκαν πως εκεί θα ήταν ασφαλείς.

Εκαναν λάθος. Σήμερα ξέρουμε ότι έτσι ξεκινάει ένα τσουνάμι. Πράγματι, μιάμιση ώρα μετά την πρώτη δόνηση, ο τεράστιος ποταμός Τάγος πλημμύρισε την πόλη μέσα από τρία διαδοχικά κύματα. «Στις 11 π.μ. ο βασιλιάς και η Αυλή του παρακολουθούσαν έντρομοι το παλιρροϊκό κύμα που κατέκλυζε την παραλία της Μπελέμ», γράφει ο Σρέιντι.

Λισσαβώνα: Η γλυκιά μελαγχολία των φάντο-2
Κάμπο ντα Ρόκα, το δυτικότερο άκρο της Ευρώπης, 45 λεπτά οδήγηση από τη Λισσαβώνα.

Οι Πορτογάλοι το εξέλαβαν ως μήνυμα από τον Θεό: εφόσον τους χτύπησε μια τόσο άγια ημέρα, πρέπει να ήταν βυθισμένοι στην αμαρτία.

Ας σταθούμε λίγο εδώ: ενώ η Ευρώπη ζει την κορύφωση του Διαφωτισμού, η Καθολική Εκκλησία κρατάει την Πορτογαλία απομονωμένη από όλη αυτή την πνευματική κοσμογονία.

Παραδόξως, ο σεισμός είχε μια θετική συνέπεια: οδήγησε τη χώρα στον Διαφωτισμό. «Τι πρέπει να γίνει για ν’ ανταποκριθούμε σ’ αυτή την επιβολή θείας δικαιοσύνης;», ρωτάει ο βασιλιάς Ζοάο Ε΄. «Να θάψουμε τους νεκρούς και να ταΐσουμε τους επιζώντες», αποκρίνεται ξερά ο υπουργός Σεμπαστιάο Χοσέ δε Καρβάγιο ε Μέλο, ο οποίος θα αναλάβει το τιτάνιο έργο της ανοικοδόμησης και της μεταβολής της κουλτούρας της χώρας: ξεχάστε τα περί θείας δίκης· τώρα θα φτιάξουμε την πόλη.

Κάπως έτσι, το 1755 σηματοδότησε την έναρξη των πρώτων οργανωμένων διασωστικών ομάδων για την ανακούφιση των επιζώντων, καθώς επίσης την πρώτη οικονομική στήριξη από άλλα κράτη, πράγμα ανήκουστο έως τότε. Οχι τυχαία μάλλον, ο Βολταίρος θα εντάξει τον σεισμό της Λισσαβώνας στη μυθοπλασία του και συγκεκριμένα στον «Καντίντ» (μετάφραση του Παντελή Κοντογιάννη, εκδ. Πόλις, 2005, με πρόλογο του Αλέξη Πολίτη και επίμετρο του Μίλτου Πεχλιβάνου).

Λισσαβώνα: Η γλυκιά μελαγχολία των φάντο-3
Πανοραμική θέα της Λισσαβώνας από το ύψος του κάστρου του Αγίου Γεωργίου.

Σήμερα η Λισσαβώνα έχει αφήσει πίσω της το αυτοκρατορικό παρελθόν, μάλλον και την πολύ πιο νωπή οικονομική κρίση, επιδεικνύοντας έναν πολύ γοητευτικό κοσμοπολιτισμό. Ακουγα ότι οι Πορτογάλοι είναι «μελαγχολικοί», με τεκμήριο της μελαγχολίας τους τα περίφημα φάντο. Κι ωστόσο, αυτά που ακούσαμε στο ωραίο εστιατόριο «Fama D’ Alfama» ανέδυαν (και) μια πηγαία χαρά της ζωής. Αν μη τι άλλο, ήταν εντυπωσιακό το ότι πολύ καλά αγγλικά μιλούσε μια μεγάλη γκάμα ανθρώπων, από τη φιλόξενη σερβιτόρα στην εξαιρετική ταβέρνα «O Croa», στην παραλιακή εξοχική περιοχή του Κολαρές (Colares) έως τους υπαλλήλους του έξοχου «Oceanario», από τα κορυφαία ενυδρεία παγκοσμίως.

Ο ποιητής και το άγαλμα

Οχι ότι θέλουμε να πούμε κακή κουβέντα για τη μελαγχολία. Ο Φερνάντο Πεσόα, το λογοτεχνικό αστέρι της Λισσαβώνας, ήταν ένας μονήρης τύπος γεμάτος αστείρευτο ποιητικό οίστρο. Στην όμορφη συνοικία Κάμπο ντε Ουρίκε βρίσκεται το σπίτι όπου έζησε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια του και σήμερα είναι μουσείο (Casa Fernando Pessoa). Ανάμεσα στις εγκαταστάσεις με χειρόγραφα του συγγραφέα, ο επισκέπτης βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα σε καθρέφτες: το είδωλό του πολλαπλασιάζεται με έναν τρόπο που σε έναν Μπόρχες θα προκαλούσε ναυτία («Οι καθρέφτες και η συνουσία είναι απεχθείς διότι πολλαπλασιάζουν τους ανθρώπους»), αλλά όχι και στον Πεσόα, ο οποίος επινόησε εκατοντάδες λογοτεχνικές περσόνες, «χρεώνοντάς» τους τα αριστουργήματά του.

Λισσαβώνα: Η γλυκιά μελαγχολία των φάντο-4
Ο ιστορικός πύργος της Μπελέμ, στην παραλιακή γειτονιά της Λισσαβώνας.

«Ονειροπολώ ανάμεσα Κασκάις και Λισσαβώνα», γράφει το alter ego του Μπερνάντο Σοάρες στο εμβληματικό, δίτομο «Βιβλίο της ανησυχίας» (μτφρ.-εισ.: Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Gutenberg, 2018). (Κασκάις: άλλη ωραία βόλτα στην «Κηφισιά» της Λισσαβώνας, όχι μακριά από την πιο ορεινή αλλά καταπράσινη Σίντρα με το ιστορικό, πολύχρωμο παλάτι).

Καταλαβαίνω γιατί ο Πεσόα περπατούσε συνέχεια στους δρόμους της Λισσαβώνας – αφού έπινε το πορτογαλέζικο μπράντι του στο καφέ-μπαρ «A Brasileira» έξω από το οποίο οι τουρίστες φωτογραφίζονται πλάι στο μπρούντζινο άγαλμά του: καθώς ανηφορίζω προς την περιοχή του κάστρου του Αγίου Γεωργίου (κλασικό «μιραντούρο» με πανοραμική θέα στην πόλη) βλέπω το κίτρινο τραμ με τον αριθμό 28, αυτό που πρωταγωνιστεί στο υπέροχο παιδικό εικονογραφημένο αφήγημα «Γραμμή 28» των Νταβίντε Κάλι και Μαγκάλι λε Ους (μτφρ.: Μυρσίνη Γκανά, εκδ. Ικαρος, 2019): ο Αμαντέο, ο οδηγός του τραμ, λίγο πριν πάρει τη σύνταξή του, φροντίζει με διάφορα τεχνάσματα να κάνει τους ντροπαλούς επιβάτες του να ερωτευτούν – ώσπου ο νεαρός αντικαταστάτης του φροντίζει και ο ίδιος ο Αμαντέο να εκφράσει τον έρωτά του στην εξίσου ντροπαλή συνεπιβάτιδά του.

Το «Γραμμή 28» είναι τόσο Λισσαβώνα! Το σκέφτηκα στην πανέμορφη συνοικία του Μπάιρο Αλτο, με τα παλιά τυπογραφεία και τα γραφεία των εφημερίδων, το σκέφτηκα (και το είδα να κάνει το δρομολόγιό του) στις κεντρικές γειτονιές της Μπάισα και του Σιάντο, εκεί όπου έπινε το μπράντι του ο Πεσόα, όπου βρίσκεται ακόμη σε λειτουργία το βιβλιοπωλείο «Livraria Bertrand» – από το 1732!

Λισσαβώνα: Η γλυκιά μελαγχολία των φάντο-5
Τα νερά του ποταμού Τάγου, όπως φαίνονται από την Πράσα ντο Κομέρσιο (πλατεία Εμπορίου).

Για φαντάσου· το βιβλιοπωλείο ήταν εκεί όταν χτύπησε ο σεισμός. Από εκεί αγόρασα την «Εκπαίδευση ενός στωικού» του Πεσόα σε αγγλική μετάφραση. Πήρα ένα ταξί για το φαινομενικά ταπεινό πλην όμως υπέροχο εστιατόριο «Teimar» και διάβασα: «Απέρριψα την ονειροπόληση σαν το βίτσιο ενός τρελού ή ενός κοριτσόπουλου. Το ίδιο όμως απέρριψα και την πραγματικότητα ή, μάλλον, αυτή απέρριψε εμένα· δεν είμαι σίγουρος αν αυτό οφείλεται στην ανικανότητά μου, στην αθυμία ή την αποτυχία μου να την κατανοήσω. Καμία μορφή ευχαρίστησης δεν ήταν δυνατή για μένα – ούτε το φιλί της πραγματικότητας ούτε η στοργή της φαντασίας».

Το «Γραμμή 28» είναι τόσο Λισσαβώνα! Το σκέφτηκα στη συνοικία του Μπάιτο Αλτο, το είδα να κάνει το δρομολόγιό του στις γειτονιές της Μπάισα και του Σιάντο, όπου βρίσκεται το βιβλιοπωλείο «Livraria Bertrand» – από το 1732! 

Κοιτώντας τον Ατλαντικό να βυθίζεται στο σκοτάδι από το Κάμπο ντα Ρόκα αγάπησα ξανά τόσο την πραγματικότητα όσο και τη φαντασία σαν δύο αξεδιάλυτα εσωτερικά τοπία. Και οι δύο μαζί, ένας αφρισμένος ωκεανός.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT