Στο πρωτοσέλιδο της 11ης Ιουλίου 1961 η «Κ» ενημέρωνε τους αναγνώστες ότι η χώρα θα βάδιζε εφεξής «στην ευρεία λεωφόρο της οικονομικής και κοινωνικής προόδου», συντασσόμενη με το πανηγυρικό κλίμα με το οποίο υποδέχτηκε συνολικά ο Τύπος τη συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ, η οποία είχε υπογραφεί δύο ημέρες νωρίτερα στη Βουλή. Η συμφωνία, όμως, μπήκε στον «πάγο» στα χρόνια της δικτατορίας και το ενδιαφέρον των Ελλήνων για την Κοινή Αγορά αναθερμάνθηκε με τη Μεταπολίτευση. «Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 υπήρχε αισιοδοξία στο εργατικό προσωπικό της χώρας, αλλά και φόβος για αυτά που επιφύλασσε η επόμενη μέρα και αν σκεφτούμε πώς εξελίχθηκε η χώρα, δεν είχαν τελείως άδικο», αναφέρει ο 80χρονος φωτογράφος Αθος (Αθηνόδωρος) Χαραλάμπους, που αποτύπωσε σε ασπρόμαυρο φιλμ το μούδιασμα αλλά και τον συγκρατημένο ενθουσιασμό για όσα θα ακολουθούσαν στην Ελλάδα, που βρισκόταν στο κατώφλι της Ευρώπης.
Αθήνα – Παρίσι
Το 1960, σε ηλικία 14 χρόνων, ο Χαραλάμπους ακολουθεί τη μητέρα του στο Παρίσι, ολοκληρώνει το γυμνάσιο εκεί και έπειτα σπουδάζει φωτογραφία και κινηματογράφο στη σχολή Louis Lumiere και στο Paris VII. Ενόσω είναι ακόμη φοιτητής, προσλαμβάνεται φωτογράφος στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών της Γαλλίας. Το 1976 ζητάει στήριξη από τον οργανισμό για ένα δικό του πρότζεκτ και επιστρέφει στην Ελλάδα. «Ξοδεύει» την καλοκαιρινή του άδεια για να καταγράψει με τον φακό του τον κόσμο του μόχθου. Φτάνει στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και με δύο φωτογραφικές μηχανές Olympus στις αποσκευές του ξεκινάει τις εξορμήσεις του. Αρχικά τριγυρίζει στις γειτονιές της πρωτεύουσας, φωτογραφίζει λούστρους, περιπτεράδες στην Πανεπιστημίου, εμπόρους στο Μοναστηράκι και καταστήματα εστίασης στην Πλάκα και έπειτα περνάει δύο μέρες στην Αμφισσα, στα ελαιοτριβεία. Παρατηρεί ότι μέχρι εκείνη την εποχή το προφίλ της Ελλάδας στο εξωτερικό είναι κυρίως τουριστικό. Προβάλλονται ο γαλανός ουρανός και τα κρυστάλλινα νερά, ο ήλιος, τα κυκλαδίτικα σπίτια και οι γιαγιάδες με τα τσεμπέρια που φιλεύουν τους ξένους επισκέπτες. «Οι πιο μορφωμένοι ενδιαφέρονταν φυσικά και για τις ελληνικές αρχαιότητες, όμως εγώ ήθελα να απομακρυνθώ από αυτή τη λογική και να αποτυπώσω έναν κόσμο σε μετάβαση, να δείξω ένα πρόσωπο της Ελλάδας το οποίο δεν γνώριζε σχεδόν κανείς».

Το πρώτο που παρατηρεί κάποιος βλέποντας τις ασπρόμαυρες εικόνες του Χαραλάμπους είναι ότι δεν υπάρχει ηλικιακό όριο στο εργατικό δυναμικό της περιοχής, ηλικιωμένες γυναίκες στέκονται δίπλα σε έφηβες εργάτριες. Το δεύτερο είναι ότι σχεδόν κανείς από τους εικονιζόμενους δεν κοιτάζει τον φακό. «Κανείς δεν εκπλήσσεται όταν πας κάπου με φωτογραφική μηχανή, δεν διέκοπταν αυτό που έκαναν για να ποζάρουν, αν ήμουν με κάμερα θα ήταν πιο αμήχανοι, επιφυλακτικοί. Απλώς κάποιες φορές αισθανόμουν μια καχυποψία από ανώτερα στελέχη σε επιχειρήσεις, που πίστευαν πως με έχουν στείλει οι ξένοι για να επιθεωρήσω την κατάσταση στην Ελλάδα. Ισως ήταν κι αυτό από τα κατάλοιπα της χούντας με τους ελέγχους».
Στο Μεσολόγγι φωτογραφίζει εκτροφεία χελιών και αλυκές, κλωστήρια και βιοτεχνίες ενδυμάτων, ενώ στα Ιωάννινα στρέφει τον φακό του στις διαφορετικές επεξεργασίες ασημιού, αποτυπώνει τη διαδικασία χύτευσης αλλά και επιδέξια χέρια να σφυρηλατούν τα μέταλλα. Υπήρχε τότε το στερεότυπο του «τεμπέλη» Ελληνα; «Πάντα υπήρχαν αυτά τα στερεότυπα και πάντα θα υπάρχουν, στέκονται πολύ στην έννοια της σιέστας –που πλέον δεν υπάρχει–, όμως εγώ είδα ότι οι Ελληνες εργάζονταν από τις 7-8 το πρωί μέχρι 8 το βράδυ».
«Κάποιες φορές αισθανόμουν μια καχυποψία από ανώτερα στελέχη σε επιχειρήσεις, που πίστευαν πως με έχουν στείλει οι ξένοι για να επιθεωρήσω την κατάσταση στην Ελλάδα. Ισως ήταν κι αυτό από τα κατάλοιπα της χούντας με τους ελέγχους», αναφέρει ο φωτογράφος.
Στην Καστοριά ακολουθεί όλη την πορεία, από την εκτροφή βιζόν μέχρι τη ραφή των γούνινων παλτών. «Το κλίμα στην Καστοριά ήταν πολύ διαφορετικό από την υπόλοιπη Ελλάδα, ακόμη και οι μαθητευόμενοι έπαιρναν έναν πολύ καλό μισθό, η δουλειά ήταν απαιτητική, με πιεστικούς ρυθμούς, αλλά ο κόσμος αποζημιωνόταν. Εβλεπες παντού ακριβά αυτοκίνητα, υπήρχε χρήμα, φυσικά αυτό σήμερα έχει αλλάξει γιατί η ηθική γύρω από τη μόδα έχει αλλάξει, δεν φοράει κανείς γούνες».

επικεντρώνεται σε επαγγέλματα που αποτελούν τον πυρήνα της τοπικής οικονομίας και ταυτότητας.
Αναρωτιέται ποτέ τι έχουν απογίνει όλοι αυτοί οι άνθρωποι που απαθανάτισε στον φακό του, πώς εξελίχθηκαν οι ζωές τους; «Ξέρω ότι πολλές από αυτές τις μονάδες πλέον δεν υπάρχουν, οι άνθρωποι σε μεγάλο βαθμό έχουν αντικατασταθεί από μηχανές ή έχει αλλάξει ο τρόπος παραγωγής, όμως περισσότερο με ενδιέφερε να αποδώσω τις συνήθειες, την ατμόσφαιρα, τον κόπο των χεριών, τους ανθρώπους που έρχονταν κοντά για να φέρουν σε πέρας ένα έργο, είτε αυτό ήταν το έργο μιας βιοτεχνίας, ενός ναυπηγείου ή ενός διυλιστηρίου», εξηγεί.
Ντοκουμέντα
Το σύνολο αυτό παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1977 στο Maison des Sciences de l’ Homme και σχεδόν πενήντα χρόνια μετά εκτίθεται στη Fondation Hellénique στη Cité Internationale Universitaire de Paris. Η Μαρία Γράβαρη- Μπάρμπα, διευθύντρια της Fondation Hellénique και επιμελήτρια της έκθεσης, εστιάζει στη διπλή αξία του έργου: «Δεν είναι μόνο ότι αυτές οι φωτογραφίες συνιστούν ένα εξαιρετικό ντοκουμέντο, αλλά είναι και αισθητικά άρτιες», υποστηρίζει, ενώ στέκεται ιδιαίτερα στην απόσταση από τη δημιουργία αυτής της δουλειάς. «Αυτό που βρίσκω ιδιαίτερα σημαντικό σε αυτή τη σειρά φωτογραφιών είναι ακριβώς η χρονική απόσταση από την τελευταία τους παρουσίαση. Δεν πρόκειται απλώς για μεμονωμένες εικόνες του παρελθόντος, αλλά για ένα συνεκτικό σύνολο που επιτρέπει να δούμε τη μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας μέσα από την εργασία. Κάθε φωτογραφία έχει τη δική της αισθητική αξία, όμως όλες μαζί συγκροτούν μια αφήγηση: μια Ελλάδα όπου η χειρωνακτική εργασία, η άμεση σχέση με την ύλη και τον χώρο ήταν κεντρικές», εξηγεί, προσθέτοντας ότι την εποχή που ο Χαραλάμπους παρουσίασε αυτές τις φωτογραφίες, κυκλοφόρησε και μια έκδοση του γεωγράφου Μισέλ Σιβινιόν, που απέστρεφε το βλέμμα από την Ελλάδα του αρχαιοελληνικού μεγαλείου και μιλούσε για την Ελλάδα του βοσκού και του ψαρά. «Αρχιζαν να ανακαλύπτουν και μια άλλη Ελλάδα, εξίσου γοητευτική».

«Κάθε φωτογραφία έχει τη δική της αισθητική αξία, όμως όλες μαζί συγκροτούν μια αφήγηση: μια Ελλάδα όπου η χειρωνακτική εργασία, η άμεση σχέση με την ύλη και τον χώρο ήταν κεντρικές», λέει η Μαρία Γράβαρη-Μπάρμπα, επιμελήτρια της έκθεσης.
Ο Χαραλάμπους, ωστόσο, είχε επίγνωση τότε της αξίας του οδοιπορικού του; Ηξερε ότι οι εικόνες του θα ήταν πολύτιμοι μάρτυρες μιας κομβικής για την Ελλάδα εποχής; «Ηξερα πως αυτός ο κόσμος που φωτογράφιζα θα εξελιχθεί σε κάτι άλλο, ήμασταν σε τροχιά αλλαγών και ήθελα να τον διατηρήσω στη μνήμη μας. Θα ήθελα να μπορούσα να κάνω ξανά το ταξίδι να συγκρίνω, να δω τι έχει μείνει ίδιο».
Η έκθεση «La Grèce au travail avant son entrée à l’Union Européenne» παρουσιάζεται στη Fondation Hellénique στο Παρίσι. Εως 15 Μαΐου.

