Υπάρχει μια απλή απάντηση για το ενδιαφέρον της Κίνας για τις ελληνικές σπουδές: είναι μορφή πολιτιστικής διπλωματίας που σχετίζεται με οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα της Κίνας στην Ελλάδα, τη φυσική κατάληξη ενός νέου δρόμου του μεταξιού. Αυτό σίγουρα ισχύει, αλλά είναι μόνο μέρος ενός πολυεπίπεδου φαινομένου, από όσο μπορώ να κρίνω από την πολυετή εμπειρία μου ως επισκέπτης καθηγητής στο Ινστιτούτο Αρχαίων Πολιτισμών του Πανεπιστημίου της Βορειοανατολικής Κίνας, στο Τσανγκτσούνγκ, την πρωτεύουσα του τελευταίου αυτοκράτορα της Κίνας στη Μαντζουρία. Το ινστιτούτο ιδρύθηκε πριν από 40 χρόνια με τρία τμήματα: Αιγυπτιολογίας, Ασσυριολογίας και αρχαίων Ελληνικών και Ρωμαϊκών Σπουδών. Η συνύπαρξη αυτών των τριών κλάδων δίνει μια άλλη διάσταση στο ενδιαφέρον τις Κίνας για την ελληνική αρχαιότητα. Δεν είναι ενδιαφέρον ειδικά για την αρχαία Ελλάδα, αλλά για τους πολιτισμούς που μπορούν να θεωρηθούν περίπου σύγχρονοι με τον πολιτισμό της Κίνας, πολιτισμούς με ιστορική παρουσία που ξεπερνά τις τέσσερις χιλιετίες και θυμίζει το μικρό ιστορικό βάθος των ΗΠΑ, του μεγάλου ανταγωνιστή της Κίνας στη διεθνή σκηνή. Το ινστιτούτο εξέδωσε το 2025 τον 40ό τόμο του «Περιοδικού των Αρχαίων Πολιτισμών» και οργανώνει τακτικά διεθνή συνέδρια συγκριτικής μελέτης αρχαίων πολιτισμών. Την είσοδο μιας από τις πανεπιστημιουπόλεις του Τσανγκτσούνγκ κοσμεί γλυπτό στο οποίο δεσπόζουν οι μορφές του Κομφούκιου, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, υπογραμμίζοντας έτσι την εκλεκτική συγγένεια των πολιτισμών. Ο Κομφούκιος ήταν δύο γενιές αρχαιότερος του Σωκράτη.
Την είσοδο μιας πανεπιστημιούπολης του Τσανγκτσούνγκ κοσμεί γλυπτό με τις μορφές του Κομφούκιου, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, υπογραμμίζοντας την εκλεκτική συγγένεια των πολιτισμών.
Στον δυτικό κόσμο οι γνώσεις για τον πολιτισμό της Κίνας, που μετρά επτά χιλιετίες, ήταν και παραμένουν περιορισμένες. Η ανάπτυξη των κλασικών σπουδών δεν είναι ανεξάρτητη από μια ευρύτερη προσπάθεια της Κίνας να θυμίζει με πολλά μέσα την αρχαιότητά της: με τη λαμπρή έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου, με κινηματογραφικές υπερπαραγωγές και τηλεοπτικές σειρές εμπνευσμένες από ιστορικά επεισόδια σημαντικών δυναστειών και με την ίδρυση Ινστιτούτων Κομφούκιου σε δυτικές πόλεις – ως αντιπρύτανης στη Χαϊδελβέργη πριν από 20 χρόνια διαπραγματεύτηκα την ίδρυση ινστιτούτου στην έδρα του αρχαιότερου πανεπιστημίου της Γερμανίας· στην Ελλάδα φιλοξενείται στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.
Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ιδωθεί και η ίδρυση Κινεζικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, στο πρότυπο αντίστοιχων αρχαιολογικών αποστολών άλλων χωρών. Το ινστιτούτο δραστηριοποιείται τόσο στην προβολή της κινεζικής αρχαιολογίας όσο και στην έρευνα συγκρίσιμων πολιτιστικών φάσεων στην Κίνα, στην ελληνική αρχαιότητα και στο Βυζάντιο. Κρίνοντας από την εμπειρία μου με Κινέζους μεταπτυχιακούς φοιτητές και τις εξαιρετικές επιδόσεις τους στην εκμάθηση της αρχαίας ελληνικής και λατινικής, τη συμμετοχή τους σε ανασκαφές και την απαράμιλλη πρωτοτυπία στις έρευνές τους, δεν θα με παραξένευε να δούμε σύντομα επέκταση των δραστηριοτήτων της σχολής. Αναφέρω ως παράδειγμα το θέμα της διδακτορικής διατριβής της Σουμένγκ Λιού στο Τσανγκτσούνγκ: «Σωματεία στο Βασίλειο του Βοσπόρου». Ακόμα και στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου αμφιβάλλω αν μεταπτυχιακοί φοιτητές κλασικών σπουδών θα ήταν σε θέση να δείξουν στον χάρτη το Βασίλειο του Βοσπόρου ή θα είχαν οποιεσδήποτε γνώσεις για την ιστορία του. Τα θέματα των φροντιστηριακών μαθημάτων μου είναι χαρακτηριστικά για την ικανότητα των Κινέζων μεταπτυχιακών φοιτητών να προσεγγίζουν πτυχές της αρχαιότητας που ξεφεύγουν από τη διδακτέα ύλη των περισσότερων δυτικών πανεπιστημίων και να συμμετέχουν ενεργά στις συζητήσεις: π.χ. «Επιγραφικές πηγές για την αρχαία ελληνική θρησκεία», «Αρχαία Κρήτη: Νομοθεσία, πόλεμος, κέρδος», «Θεατρικότητα στον δημόσιο βίο της ελληνιστικής εποχής», «Λουκιανού, Αλέξανδρος ή ο Ψευτοπροφήτης», «Η μνήμη στην ελληνική αρχαιότητα», «Η αρχαία Ελλάδα μετά το σούρουπο». Πριν κυκλοφορήσει στα ελληνικά ανθολόγιο αρχαίων επιγραφών, είχε κυκλοφορήσει στα κινεζικά. Και την ανάπτυξη των σπουδών υποβοηθά η μετάφραση συγγραμμάτων (μεταξύ τους και δύο δικών μου βιβλίων).
Τέλος, αντίθετα από την Αιγυπτιολογία και την Ασσυριολογία, η ελληνική ιστορία και ο πολιτισμός, με τη συμπερίληψη και των αυτοκρατορικών χρόνων και του Βυζαντίου, προσφέρεται και για διαχρονική εξέταση και για αντιπαραβολή ιστορικών φαινομένων σε δύο πολιτισμούς με χιλιετίες γραπτών κειμένων. Είναι χαρακτηριστικό της έλλειψης στρατηγικής για την ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα ότι πολλαπλασιάζονται οι περιττές νομικές σχολές, χωρίς να υπάρχουν σοβαρές ασιατικές σπουδές σε κανένα ΑΕΙ της χώρας.
*O κ. Αγγελος Χανιώτης είναι καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών, Πρίνστον.

