Γιατί το Πεκίνο υιοθετεί τις κλασικές σπουδές

Γιατί το Πεκίνο υιοθετεί τις κλασικές σπουδές

Διεθνή συνέδρια, επένδυση σε πανεπιστημιακά προγράμματα, αρχαιολογική αποστολή στην Αθήνα: Η Κίνα «βουτά» στην αρχαία Ελλάδα. Είναι πολιτιστική ή γεωπολιτική επιλογή;

γιατί-το-πεκίνο-υιοθετεί-τις-κλασικές-564146473 (Εικονογράφηση για την «Κ» Γιώργος Καλοφωλιάς)
(Εικονογράφηση για την «Κ» Γιώργος Καλοφωλιάς)
Φόρτωση Text-to-Speech...

Oταν άκουσε ότι στο ταξί του είχε μόλις μπει μια καθηγήτρια κλασικής αρχαιολογίας από την Ελλάδα, ο νεαρός οδηγός από τη Σαγκάη ενθουσιάστηκε. «Είστε αρχαιολόγος; Και έρχεστε από τη Σι-Λα; Σας σέβομαι πολύ, η χώρα σας είναι η κοιτίδα του πολιτισμού!» της έλεγε με τη βοήθεια ενός ηλεκτρονικού μεταφραστή στο κινητό του. Η Ευρυδίκη Κεφαλίδου του ανταπέδωσε τις τιμές, υπενθυμίζοντάς του ότι η «Σι-Λα», δηλαδή η Ελλάδα, είναι η κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ενώ η Κίνα επηρέασε με τη σειρά της όλη την Ασία. «“Ναι, βεβαίως”, μου απάντησε και εκείνος χαρούμενος», θυμάται σήμερα η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών. «Και δεν φαντάζεστε πώς αντιδρούσαν ακόμα και άνθρωποι στις γειτονιές της Σαγκάης. Aκουγαν “αρχαιολόγος” και με καλούσαν στα σπίτια τους για να μου δείξουν παλιά αντικείμενα και φωτογραφίες».

Hταν Δεκέμβριος του 2024 και η κ. Κεφαλίδου ήταν προσκεκλημένη στο 2ο Φόρουμ της Λιανγκτσού, ένα συνέδριο για την πολιτιστική κληρονομιά που διοργάνωνε το κινεζικό υπουργείο Πολιτισμού. Το μεγάλο συνεδριακό κέντρο, η περιποίηση της διοργάνωσης προς τους συνέδρους που είχαν έρθει από όλο τον κόσμο («ίσως λίγο λιγότερο από τις ΗΠΑ, αν και μπορεί να ήταν σύμπτωση», λέει η καθηγήτρια) ήταν εντυπωσιακά, όπως ήταν όμως και το ήδη καλλιεργημένο ενδιαφέρον των Κινέζων φοιτητών για τις κλασικές σπουδές. «Από το 2020 ήδη, την πρώτη χρονιά λειτουργίας του αγγλόφωνου προπτυχιακού Προγράμματος Κλασικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, είχαμε πολλούς φοιτητές από διάφορες πόλεις της Κίνας», λέει. «Μερικά παιδιά μιλούσαν εξαιρετικά ελληνικά. Και ήταν συγκινητικό το ότι ορισμένοι θα εργάζονταν και ως μεταφραστές στην ελληνική πρεσβεία στην Κίνα. Oφειλαν, μετά τις σπουδές τους στην Ελλάδα, να κάνουν πρακτική σε κάποιο δημόσιο οργανισμό στη χώρα τους».

Το Φόρουμ της Λιανγκτσού δεν ήταν η μεγαλύτερη ούτε και η πιο στοχευμένη στις κλασικές σπουδές διοργάνωση που θα συναντούσε κανείς στην Κίνα το 2024. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς είχε φιλοξενηθεί στο Πεκίνο το 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο Κλασικών Σπουδών, μια συνεργασία της Κινεζικής Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών, της Ακαδημίας Αθηνών και του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού. Συμμετείχαν 400 διεθνείς ομιλητές και στην έναρξη του συνεδρίου η Ελληνίδα υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη είχε σημειώσει ότι «τόσο η Ελλάδα όσο και η Κίνα, ως κληρονόμοι δύο από τους αρχαιότερους πολιτισμούς, μοιράζονται μια ιστορία που διαμόρφωσε την πορεία της ανθρωπότητας». Η υπουργός είχε αναφερθεί επίσης στην πρόσφατη ίδρυση της Κινεζικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα και στις πολιτιστικές σχέσεις των δύο χωρών, που ήδη περιελάμβαναν την παρουσίαση αρχαιολογικών εκθέσεων σε μουσεία της Κίνας, την υποστήριξη της ασιατικής χώρας στο ελληνικό αίτημα για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα κ.ά. Η ελληνοκινεζική πολιτιστική συνεργασία, είχε πει η κ. Μενδώνη, «έχει συμφωνηθεί στο ανώτατο επίπεδο».  

Το πρώτο δείγμα

Ο γενικός γραμματέας της Ακαδημίας Αθηνών και ομότιμος καθηγητής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας του ΑΠΘ Αντώνιος Ρεγκάκος χαρακτηρίζει εκείνο το παγκόσμιο συνέδριο την «πρώτη μεγαλοπρεπή και επίσημη επίδειξη της κινεζικής στροφής προς την κλασική αρχαιότητα». Eκτοτε, λέει, αλλά και νωρίτερα, η Δύση, «φανερά εντυπωσιασμένη, αλλά ταυτόχρονα αμήχανη –σε μια εποχή που Ευρώπη και Αμερική παρακολουθούν με αδιαφορία, αν όχι με χαιρεκακία, την ολοένα και επιταχυνόμενη κατάρρευση των κλασικών σπουδών σε όλα τα επίπεδα του δημόσιου βίου–, αναρωτιέται: “Μήπως η Κίνα θα είναι τελικά εκείνη που θα σώσει τις κλασικές σπουδές από τον αφανισμό;”». Το ερώτημα, λέει ο κ. Ρεγκάκος, έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Η Κίνα, εξάλλου, υπογραμμίζει ο ακαδημαϊκός, έχει επιλέξει τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, «διά στόματος του προέδρου Σι Τζινπίνγκ, ως εκείνον που, μαζί με τον κινεζικό, “έθεσαν τα θεμέλια της ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού”».

Γιατί το Πεκίνο υιοθετεί τις κλασικές σπουδές-1
Επισκέπτρια από την Ασία απαθανατίζει με σέλφι την αναπάντεχη «συνάντηση» με το άγαλμα του Κομφούκιου στην Αρχαία Αγορά, στο οποίο ο θεμελιωτής της κινεζικής φιλοσοφίας «συνομιλεί» με τον Σωκράτη. Πρόκειται για δωρεά του διευθυντή του Εθνικού Μουσείου Τέχνης της Κίνας Γου Γουεϊσάν, το 2021, στο πλαίσιο του έτους πολιτισμού και τουρισμού Ελλάδας – Κίνας και έκτοτε βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο. (Φωτογραφία: Νίκος Κοκκαλιάς)

Δεν είχαν μείνει όλοι εντελώς ικανοποιημένοι από εκείνο το συνέδριο. Ο Βρετανός καθηγητής ελληνικών στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ Τιμ Γουίτμαρς έγραψε πρόσφατα στο ένθετο Times Literary Supplement ότι το συνέδριο «ήταν ένα γεωπολιτικό, όχι ένα επιστημονικό γεγονός». Λαμβάνοντας υπόψη τις πτήσεις των συνέδρων σε θέσεις business class και τη διαμονή τους σε πολυτελή ξενοδοχεία, του φαινόταν σαν να έχει κοστίσει εκατομμύρια. Ακόμα και με δεδομένη την κρίση των κλασικών σπουδών διεθνώς, ο ενθουσιασμός της Κίνας συνιστά «τόσο ευκαιρία όσο και απειλή», έγραφε ο Γουίτμαρς, που σε μια επίσκεψή του στο νεοσύστατο Κινεζικό Αρχαιολογικό Μουσείο στο Πεκίνο είχε διαπιστώσει ότι η αφήγηση ξεκινούσε από την παλαιολιθική περίοδο και κατέληγε σε μια αίθουσα με ένα πορτρέτο του Σι Τζινπίνγκ.

«Στο Κέμπριτζ αρχίσαμε να λαμβάνουμε αιτήσεις από εξαιρετικά δυναμικούς Κινέζους φοιτητές περίπου από το 2015 και μετά. Τότε θεωρήσαμε ότι αυτό οφειλόταν στην άνοδο μιας κινεζικής μεσαίας τάξης που επιθυμούσε δυτικού τύπου εκπαιδευτικά επιτεύγματα. Ωστόσο, στο συνέδριο στο Πεκίνο το 2024 συνειδητοποίησα πόσο σοβαρή και συστηματική είναι η κινεζική επένδυση στην έννοια του “κλασικού”. Το νεοσύστατο αρχαιολογικό μουσείο αποτελεί σύμβολο του ενδιαφέροντος της Κίνας για το δικό της “κλασικό” παρελθόν, καθώς και για τον ιδεολογικό του ρόλο στη στήριξη της σημερινής πολιτικής τάξης», λέει στην «Κ» ο Τιμ Γουίτμαρς, διευκρινίζοντας επίσης ότι όταν οι Κινέζοι μιλούν για «κλασικές σπουδές», συχνά αναφέρονται σε έναν τρόπο προσέγγισης του δικού τους παρελθόντος, όχι του ελληνικού.

«Πιστεύω ότι η κινεζική κυβέρνηση επιχειρεί να συγκροτήσει την ιδέα ενός ενιαίου κινεζικού “πνεύματος” που εκτείνεται έως την αρχαιότητα, χρησιμοποιώντας τη σύγχρονη Ελλάδα ως πρότυπο για ένα τέτοιο είδος “κλασικίζοντος” εθνικισμού. Ωστόσο, οι μεμονωμένοι Κινέζοι ερευνητές καθοδηγούνται από τα ίδια κίνητρα με τους ερευνητές παντού: την περιέργεια για το αρχαίο παρελθόν και την επιθυμία να το κατανοήσουν καλύτερα», διευκρινίζει ο Γουίτμαρς, ο οποίος εκτιμά ότι η συνεργασία με Κινέζους ερευνητές θα ενταθεί και ότι η παρουσία της Κινεζικής Σχολής στην Αθήνα θα συμβάλει σε αυτή τη διαδικασία. «Οι Κινέζοι και οι δυτικοί κλασικιστές δεν είναι ακόμη ιδιαίτερα ευθυγραμμισμένοι ως προς τα ερευνητικά τους ενδιαφέροντα», λέει ο Βρετανός, «ωστόσο είμαι βέβαιος ότι αυτό θα αλλάξει μέσα στα επόμενα 10-15 χρόνια. Και καθώς οι ανθρωπιστικές σπουδές συνεχίζουν να δοκιμάζονται στη Δύση, η συνεργασία με καλά χρηματοδοτούμενους συναδέλφους στην Κίνα θα γίνεται ολοένα και πιο επωφελής».

Το κείμενο του Γουίτμαρς στο Times Literary Supplement έδωσε το έναυσμα για να γραφτεί ένα άρθρο και στο περιοδικό New Yorker, που υποστήριζε ότι το ενδιαφέρον της Κίνας για τις κλασικές σπουδές είναι συμπληρωματικό της πολιτικής της και πάντως δεν έχει να κάνει με ρηξικέλευθες προσεγγίσεις των κλασικών, π.χ. μέσα από το πρίσμα των σπουδών φύλου, των ταυτοτήτων κ.λπ. «Μου ακούγεται καλή ανάλυση», λέει στην «Κ» ο Αμερικανοβρετανός Ρίτσαρντ Τζάνκο, κλασικιστής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, που έχει συνεργαστεί με Κινέζους φοιτητές. «Αν κάποιος ενδιαφέρεται για την πολιτική και τις γεωπολιτικές σχέσεις, θα πρέπει να ενδιαφέρεται και για την κατανόηση του ανθρώπου, κάτι από το οποίο η Δύση απομακρύνεται», επισημαίνει ο καθηγητής και συμπληρώνει: «Κατανοούμε τον φυσικό κόσμο τόσο καλά που μπορούμε να τον ανατινάξουμε αν θέλουμε, αλλά δεν φαίνεται να κατανοούμε πια την ανθρώπινη φύση. Είναι εύκολο να επικαλούμαστε τον Θουκυδίδη και τη φράση “οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι υπομένουν ό,τι πρέπει”, αλλά χρειάζεται να γνωρίζουμε το συμφραζόμενό της και το τι συνέβη σε όσους την εφάρμοσαν. Αυτά μας τα προσφέρουν οι ανθρωπιστικές σπουδές, και οι Κινέζοι φοιτητές και όσοι τους υποστηρίζουν φαίνεται να το αντιλαμβάνονται».

Ενάντια στη σινοφοβία

Η νεοσύστατη Κινεζική Σχολή Κλασικών Σπουδών ετοιμάζεται να συμμετάσχει στην πρώτη της αρχαιολογική έρευνα, στο Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας, σε συνεργασία με την τοπική εφορεία αρχαιοτήτων. Eλαβε έγκριση από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο στις αρχές Μαρτίου, μια πρόσφατη εξέλιξη, που ίσως όμως πρέπει επίσης να ενταχθεί σε μια παλαιότερη ιστορία. Ο Δημήτρης Πλάντζος, διευθυντής του αγγλόφωνου Προγράμματος Κλασικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, εντοπίζει το ενδιαφέρον της Κίνας για τους κλασικούς ήδη στη δεκαετία του 2000. Τα τελευταία χρόνια παρατηρεί μια «σαφή επιτάχυνση», όπως λέει, για την οποία δεν θα απέκλειε τα πολιτικά ή συμβολικά κίνητρα. «Χώρες με ηγετικές φιλοδοξίες, όπως η Κίνα, συχνά ενδιαφέρονται να συνομιλήσουν με άλλες ιστορικές παραδόσεις που θεωρούνται “κλασικές”, είτε για λόγους πνευματικού κύρους είτε για να εντάξουν τον εαυτό τους σε μια ευρύτερη παγκόσμια ιστορία των ιδεών», λέει ο καθηγητής. «Ωστόσο, η τάση να ερμηνεύεται κάθε κινεζική πρωτοβουλία αποκλειστικά μέσα από γεωπολιτικά φίλτρα, ενίοτε αποκαλύπτει και μια δόση δυτικής καχυποψίας, ορισμένες φορές μάλιστα αγγίζει τα όρια της σινοφοβίας. Θα ήταν λάθος να θεωρήσει κανείς ότι όλες οι δυτικές σχολές κλασικών σπουδών που ιδρύθηκαν στην καθ’ ημάς Ανατολή από τον 19ο αιώνα και μετά προέκυψαν απλώς και μόνον από την άδολη αγάπη των αντίστοιχων κρατών και των ηγετών τους για την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά».

Στο Παγκόσμιο Συνέδριο Κλασικών σπουδών, τον Ιούνιο στην Ελλάδα, είναι η πρώτη φορά που η Κίνα θα επιδείξει εκτός συνόρων το ενδιαφέρον της για την αρχαιότητα, λέει ο Αντ. Ρεγκάκος, γραμματέας της Ακαδημίας.

Η αρχαία Ελλάδα και η Ρώμη, επισημαίνει ο κ. Πλάντζος, «έχουν εξελιχθεί εδώ και αιώνες σε παγκόσμιο πεδίο μελέτης και δεν αποτελούν πλέον δυτικό προνόμιο». Κάτι παρόμοιο πιστεύει και ο Αντώνιος Ρεγκάκος, που εκτιμά ότι το κινεζικό ενδιαφέρον «υπενθυμίζει ότι η αρχαία Ελλάδα δεν ανήκει αποκλειστικά στη Δύση, αλλά αποτελεί παγκόσμιο πνευματικό σημείο αναφοράς» και «ανοίγει δρόμους» για ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας στην Ασία. Eνας τέτοιος δρόμος είναι ίσως και το 2ο Παγκόσμιο Συνέδριο Κλασικών Σπουδών, που θα πραγματοποιηθεί τον ερχόμενο Ιούνιο στην Ελλάδα, από τις Ακαδημίες Αθηνών και Κίνας. «Είναι η πρώτη φορά που η Κίνα θα επιδείξει, εκτός των συνόρων της και με εντυπωσιακό τρόπο, το ενδιαφέρον και τον ενθουσιασμό που χαρακτηρίζουν, εδώ και δεκαετίες, την πνευματική ζωή της ασιατικής υπερδύναμης για τις κλασικές σπουδές, και πιο συγκεκριμένα για την ελληνική αρχαιότητα», λέει ο κ. Ρεγκάκος. 

«Το να προβληθεί η πολιτιστική τους κληρονομιά και να συναντηθεί με εκείνη της Ευρώπης είναι ένα σκαλοπάτι για να βγουν από την απομόνωσή τους», λέει η Ευρυδίκη Κεφαλίδου, καθηγήτρια στο ΕΚΠΑ.

«Νομίζω ότι δεν θέλουν να είναι άλλο αποκομμένοι, για αυτό επιδιώκουν την επαφή», εκτιμά η Ευρυδίκη Κεφαλίδου και καταλήγει: «Επειδή ο πολιτισμός τους είναι “συγκρίσιμος” με τον αρχαίο ελληνικό –αν και είναι άτοπο να συγκρίνουμε πολιτισμούς– επειδή υπήρξε σημαντικός και καθοριστικός για την Ασία, θεωρούν ότι το να προβληθεί η πολιτιστική τους κληρονομιά και να συναντηθεί με εκείνη της Ευρώπης είναι ένα σκαλοπάτι για να βγουν από την απομόνωσή τους».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT