Ο Βασίλης Καραπατάκης γεννήθηκε το 1922 στην Καρδίτσα και έσβησε στις 27 Μαρτίου του 1974.
Η δεκαετία του ’50 είναι πολύ ιδιαίτερη για τη χώρα μας και για όσα συνέβησαν σε αυτήν, σε όλες τις πτυχές της ζήσης.
Οσον αφορά το λαϊκό τραγούδι, πρέπει να σημειώσουμε πως γνώριζε μια πρωτόγνωρη άνθηση. Παρότι όμως ο στίχος αποτελούσε και αποτελεί το «σασί» των τραγουδιών, οι στιχουργοί παρέμεναν στην αφάνεια. Ηταν «άγνωστοι» για τις εταιρείες, όπου συναναστρέφονταν μόνο με τους συνθέτες, ενώ και το δικαίωμά τους στην εταιρεία πνευματικής ιδιοκτησίας ήταν συγκριτικά χαμηλότερο.
Ετσι η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, που σε καμία περίπτωση δεν ήταν αφελής, προτιμούσε το «εδώ και τώρα», να πληρωθεί δηλαδή είτε απ’ τον συνθέτη είτε απ’ τον ερμηνευτή για τα πονήματά της. Αλλωστε κανείς σχεδόν δεν φανταζόταν τότε πως ένα τραγούδι θα συνέχιζε να αποφέρει κέρδη ακόμη και πολλές δεκαετίες αργότερα.
Επίσης και στον χώρο των συνθετών αλλά και των μουσικών εκτελεστών, για να πάρεις «στασίδι» στην τρανή Columbia ή έστω στη μικρότερης εμβέλειας Odeon, θα έπρεπε να έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του κάποιος που νωρίτερα είχε κατακτήσει τη θέση του. Δεν υπήρχε «αβέρτα» χώρος για όλους.
Ο ωραίος μπουζουξής και συνθέτης Βασίλης Καραπατάκης, λοιπόν, είτε από επιλογή είτε από ένστικτο λειτούργησε όπως η «γριά» στον στίχο.
Προερχόταν από μουσική οικογένεια. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Καψάλης. Ο Λουκάς και ο Βαγγέλης Νταράλας ήταν πρώτα ξαδέλφια του.
Μετά τα μισά της δεκαετίας του ’40 έρχεται στην Αθήνα και σταδιακά ξεχωρίζει στα πάλκα και στις ηχογραφήσεις.
Η επταετία 1955-1961 θεωρείται η πιο δημιουργική της καριέρας του. Στο πλάι του κυρίαρχου τότε Καζαντζίδη, μαζί με τον Χρήστο Κολοκοτρώνη δημιουργούν μία «ομάδα» που σαρώνει στη δισκογραφία.
Η συνεργασία του Καραπατάκη με τον βάρδο και τον στιχουργό, επίσημη και ανεπίσημη, τόσο ως δημιουργού όσο και σαν εκτελεστή, έχει να κάνει με τραγούδια που άφησαν εποχή: Δεν σε λησμονώ, Κοινωνία ένοχη, Στα ξένα δίχως μάνα, Εγώ με την αξία μου, Το καλλίτερο παιδί, Το τσιγγάνικο τραγούδι, Αράπικα κορμιά, Η κοινωνία, Δυο πόρτες έχει η ζωή κ.ά.
Ο Κώστας Βίρβος στην αυτοβιογραφία του «Μια ζωή τραγούδια» (εκδόσεις Ντέφι, 1985) είναι κατηγορηματικός και… ιδιαίτερα κατατοπιστικός: «Μεγάλος συνθέτης ήταν κι ο Βασίλης Καραπατάκης. Απ’ τη μια όμως το χαρτί κι απ’ την άλλη το πιοτό αναγκαζόταν να δίνει τα τραγούδια του για 200-300 δραχμές. Πολλές φορές τα ’δινε και τζάμπα, μόνο και μόνο για να διευθύνει αυτός και να πάρει τα “μαεστρικά” ή για να παίξει μπουζούκι και να πάρει τα “εκτελεστικά”. Είναι αλήθεια ότι δεν ήταν συγκροτημένος σαν άνθρωπος. Εκανε πολύ ανέμελη ζωή. Δεν σκεφτόταν ποτέ το αύριο. Ο,τι έφτιαχνε το σκόρπαγε. Ετσι από το έργο του δεν έχει μείνει τίποτα. Και εδώ θέλω να δηλώσω υπεύθυνα ότι η μουσική από το “Δυο πόρτες έχει η ζωή” είναι δική του».
Ο Στέλιος Καζαντζίδης μου έχει αναφέρει σχετικά:
«Ο Καραπατάκης ήταν προικισμένος μπουζουξής και συνθέτης. Εκείνα τα χρόνια κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την αξία και το μέγεθος που θα είχαν ορισμένα από αυτά τα τραγούδια. Ποιο δηλαδή θ’ αντέξει στον χρόνο και ποιο όχι. Γράφαμε τραγούδια προσπαθώντας και να δημιουργήσουμε αλλά και να αυξήσουμε λίγο το χαμηλό μεροκάματό μας παίρνοντας τα “συνθετικά”. Μουσικοί, τραγουδιστές και δημιουργοί λειτουργούσαμε σαν ομάδα. Συνήθως πριν από την έναρξη αλλά και μετά τη λήξη του προγράμματος ανταλλάσσαμε ιδέες, σκέψεις κι έτσι γεννιούνταν μελωδίες και στίχοι. Κάποια από αυτά τα τραγούδια έμπαιναν στο όνομά μου, άλλα στου Καραπατάκη, στου Κολοκοτρώνη…».
Να σημειώσουμε πως με συνθέσεις του Καραπατάκη έκανε το ντεμπούτο του στη δισκογραφία στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ο Μανώλης Αγγελόπουλος.
Ο τελευταίος, όταν σύντομα καθιερώθηκε, επανηχογράφησε και το μεγάλο ζεϊμπέκικο του Καραπατάκη σε στίχους του Τσάντα (Χαράλαμπου Βασιλειάδη) «Οταν κοιμάται ο δυστυχής» σημειώνοντας πλατιά επιτυχία. Το είχαν φωνογραφήσει σε πρώτη εκτέλεση ο Τάκης Μπίνης με την Ευαγγελία Μαρκοπούλου.
Ατμοσφαιρικός και ευαίσθητος, ο Καραπατάκης υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της δεξιοτεχνικής περιόδου, ένας από τους πιο πρωτότυπους και ευρηματικούς δημιουργούς με σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της λαϊκής ορχήστρας, όπου τον κύριο και πρωταρχικό ρόλο είχαν τα μπουζούκια. Γύρω στα 1960 ήταν ένας από τους πιο ακριβοπληρωμένος μουσικούς της Columbia, καθώς είχε μεγάλη ευχέρεια στο γράψιμο και ήταν περιζήτητος.
Οσο όμως περνούν τα χρόνια η δυναμική του εξασθενεί. Η φυγή του από καρκίνο του λάρυγγα στις 27 Μαρτίου του 1974 θα περάσει απαρατήρητη.
Την αλήθεια για το τι, πώς και πόσα έγραψε ο Βασίλης Καραπατάκης μάλλον δεν θα τη μάθουμε ποτέ.
Οπως έλεγε και μια γνωστή σύνθεσή του: Μη με ρωτάτε…
Κλείνω με ένα μικρό απόσπασμα απ’ το τραγούδι «Οδός Ιωνος 5», σε μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου και στίχους του Κώστα Βίρβου που αναφέρεται στο θρυλικό μπαράκι του Μάριου, στο κέντρο της Αθήνας, απ’ όπου παρέλασε το «σύμπαν», όλοι της λαϊκής τραγουδοποιίας.
Ιωνος μέσα στο στενό
στο Μάριο το Συριανό
πηγαίνανε να πιουν ρακί
οι καλλιτέχνες οι λαϊκοί…
…να και ο Κολοκοτρώνης
και ο Καραπατάκης
ταλέντο φωτεινό που λες
μα πούλαγε τις μουσικές…

