Υπάρχουν κείμενα που δεν σου παραδίνονται εύκολα. Δεν ανοίγουν με την πρώτη, δεν αντέχουν τη βιασύνη. Ζητούν χρόνο και υπομονή. Ο «Ερωτόκριτος» είναι ένα από αυτά. Και ο πολυπράγμων Θοδωρής Γκόνης –συγγραφέας, στιχουργός και θεατρικός σκηνοθέτης– που εργάζεται πάνω σ’ αυτό το έμμετρο μυθιστόρημα του 17ου αιώνα, το προσεγγίζει όχι ως έργο-μύθο, ενταγμένο στον περίφημο κανόνα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αλλά σαν ένα ποίημα που εξακολουθεί να δοκιμάζει τα ανθρώπινα αισθήματα.
Συνομιλούμε μαζί του λίγες ημέρες πριν η «Στέγη Βιτσέντζος Κορνάρος» παρουσιάσει την παράσταση «Η Αρετούσα και ο Ερωτόκριτος» για μια και μοναδική βραδιά, στις 28 Μαρτίου στο Πολύκεντρο του Δήμου Σητείας. «Είναι ένα παραμύθι με την πρωταρχική σημασία της λέξης, δηλαδή την παρηγοριά. Και ταυτόχρονα έχει μια γνώση ζωής που την προσφέρει στον αναγνώστη σαν να είναι ο σοφός σου φίλος», λέει ο Θοδωρής Γκόνης. «Ο “Ερωτόκριτος” δεν είναι απλώς ένα αριστούργημα της κρητικής Αναγέννησης· είναι ένα κείμενο που μιλάει για τη λεπτή τέχνη της συνύπαρξης». Ο ίδιος αναγνωρίζει τη μεγάλη σκηνική διαδρομή του έργου, χωρίς να μένει εγκλωβισμένος σ’ αυτήν. Για εκείνον, ο σεβασμός δεν σημαίνει ακινησία· σημαίνει ζωντανή συνομιλία. Είναι η δυνατότητα να επιστρέφεις σ’ ένα σπουδαίο κείμενο και να το ακούς ξανά μέσα από τις αγωνίες του παρόντος. «Σήμερα», λέει, «αυτή η επιστροφή είναι πιο δύσκολη. Φαίνεται σαν να μην έχουμε τόση αναπνοή ώστε να φτάσουμε στην τελευταία σελίδα, επειδή έχουμε μάθει τις γρήγορες εναλλαγές εικόνων και λέξεων. Ο “Ερωτόκριτος”, όμως, θέλει λίγο κάθε μέρα και με καλή διάθεση. Τότε το κείμενο σε πλημμυρίζει χαρά».
«Είμαι και θα μείνω οριστικά μετεξεταστέος», απαντάει ο Θοδωρής Γκόνης για την επιστροφή του στις παλαιότερες εποχές της ελληνικής γραμματείας. «Και θα επιστρέφω διαρκώς σε αυτό το μάθημα».
Η νέα παράσταση στη Σητεία χτίζεται πάνω σ’ ένα από τα πιο εύγλωττα ποιητικά νήματα του μυθιστορήματος. Το μότο της είναι οι στίχοι: «Ο Ερωτας ανυφαντής με πονηριάν εγίνη’ / αράχνην ήστεσε ψιλή κ’ επιάστηκα σ’ εκείνη». Και λίγο πιο κάτω: «Εις μιαν μπαμπακερή κλωστή εκρέμασα τη ζήση».
Νήμα, πλέξη, παγίδα, τέχνη· ο σκηνοθέτης επιλέγει να τοποθετήσει στον πυρήνα του «ανεβάσματος» τον αργαλειό και να «υφάνει» θέατρο. Η σύλληψη είναι λιτή. Τρεις κοπέλες του «κάτω λαού» στη Σητεία, στα τέλη του 17ου αιώνα, επισκέπτονται τον Βιτσέντζο Κορνάρο ενώ εκείνος έχει τα γενέθλιά του και γιορτάζει το μεγάλο του κείμενο, τον «Ερωτόκριτο». Τρία σώματα επί σκηνής που δουλεύουν με τα χέρια και, καθώς εργάζονται, πιάνουν το νήμα του ποιήματος. «Τα κορίτσια είναι υφάντρες, γιατί η στιχουργική έχει σχέση με την υφαντική», σχολιάζει ο σκηνοθέτης. «Επιπλέον, ήταν και η μητέρα μου υφάντρα, συνεπώς υπάρχει μια ιδιοτέλεια σ’ αυτό, αλλά υψηλού φρονήματος», προσθέτει γελώντας.
Οι κοπέλες δουλεύοντας αρχίζουν να διηγούνται τον «Ερωτόκριτο» για να διασκεδάσουν, όπως ανέκαθεν έκαναν οι γυναίκες υφαίνοντας. «Κι όταν φτάνουν στο μεράκι τους, παίζουν κάποιες σκηνές», εξηγεί ο κ. Γκόνης. Για παράδειγμα, τον διάλογο της Αρετούσας με την παραμάνα της ή τη συνομιλία του Ερωτόκριτου με τον βασιλιά των Βλάχων, Αρίστο. Η θεατρική αφήγηση προκύπτει μέσα από τον ρυθμό της εργασίας. Από τη στιγμή που τα χέρια ζεσταίνονται, η φωνή ακολουθεί με φυσικότητα. Το κείμενο του έπους δεν έχει πειραχτεί, αλλά για λόγους σκηνικής οικονομίας από τους άνω των 10.000 στίχων χρησιμοποιούνται περίπου οι 2.000, κρατώντας βέβαια την ουσία του έργου, «την παλικαριά, την ομορφιά και τη φρόνηση», όπως αναφέρει ο σκηνοθέτης.
«Και ποιο είναι το δώρο που τα κορίτσια θα προσφέρουν στον φανταστικό Βιτσέντζο Κορνάρο, ολοκληρώνοντας την παράσταση;», αναρωτιόμαστε. «Είναι το υφαντό με το “ψυχάρι”, την κόκκινη πεταλούδα που έχει ο Ερωτόκριτος ως σύμβολο στις κονταρομαχίες», απαντάει ο κ. Γκόνης. «Το “ψυχάρι”, όμως, αποτελεί ταυτόχρονα κι ένα σχόλιο για τον έρωτα: είναι η επιθυμία να πλησιάσεις κάτι που ξέρεις πως μπορεί να σε κάψει, κι όμως να πηγαίνεις γοητευμένος από τη θέρμη της φωτιάς». Κλείνοντας τη συνέντευξη τον ρωτάμε γιατί επιστρέφει τόσο συχνά στις παλαιότερες περιοχές της ελληνικής γραμματείας, γιατί δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς του συνομιλεί μ’ αυτά τα κείμενα. «Είμαι και θα μείνω οριστικά μετεξεταστέος», λέει, «και θα επιστρέφω διαρκώς σε αυτό το μάθημα. Δεν βιάζομαι, όμως, όπως τότε στο σχολείο, δεν έχω αγωνία. Εχω μόνο την ευχαρίστηση να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω αυτή την ύλη».
Διαχρονικό μπεστ σέλερ
«Ο “Ερωτόκριτος”, έστω και ερήμην του συγγραφέα του, έγινε και παρέμεινε ένα μπεστ σέλερ, το οποίο, όπως κάθε καλό κλασικό έργο θα τροφοδοτεί καλλιτεχνικά και διανοητικά τις επόμενες γενιές», σχολιάζει στην «Κ» ο Αλέξανδρος Κατσιγιάννης, επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και μελετητής του Κορνάρου. «Μια επική ιστορία αγάπης, η οποία συνδύαζε στοιχεία πολεμικής περιπέτειας, αποτύπωνε έναν παραμυθένιο “ελληνικό” κόσμο, είναι κατάσπαρτη από ευφυή και χρήσιμα γνωμικά του παντογνώστη αφηγητή και ταυτόχρονα είναι καμωμένη στην πιο άρτια νεοελληνική γλώσσα που είχε φανεί έως τότε από έναν προικισμένο ποιητή, δεν θα μπορούσαν παρά να γοητεύσουν αναγνώστες και ακροατές του ελληνόφωνου κοινού της διασποράς ή και του ελλαδικού χώρου ήδη από τον 18ο έως και τον 20ό αιώνα», σημειώνει ο κ. Κατσιγιάννης για τη διαχρονικότητα του έργου. «Αλλωστε ανέκαθεν, και παρά τις διαφωνίες των λογίων, ο “Ερωτόκριτος” καταναλωνόταν μαζικά και αυτό συνεχίστηκε ακόμη και μετά την αναγνώρισή του ως ένα σπουδαίο έργο αναγεννησιακής πνοής».

Ο «Ερωτόκριτος» είχε βρει τη θέση του και στη γνωστή σειρά κόμικς «Κλασικά Εικονογραφημένα», πολύ πριν η σειρά Game of Thrones σχεδόν μονοπωλήσει τον χώρο του θεάματος. Τι πιο εύκολο, λοιπόν, για ένα ιπποτικό και ερωτικό μυθιστόρημα τέτοιας εμβέλειας να ξαναβρεί το νεανικό κοινό του;
Στην ποπ κουλτούρα
«Η συγκυρία των τελευταίων χρόνων ήταν ιδανική για ένα κλασικό και διαχρονικό έργο της παραδοσιακής νεοελληνικής λογοτεχνίας να δοκιμαστεί και σε άλλα μέσα», αναφέρει ο κ. Κατσιγιάννης, όταν ο λόγος πηγαίνει στη σχετικά πρόσφατη μεγάλη εκδοτική επιτυχία του graphic novel «Ερωτόκριτος» των Γούση, Παπαμάρκου και Ράγκου. «Μένοντας στη λογική αυτή, θα συζητούσα και την “εμμονή” που έχουν οι νεαρότερες ηλικίες (18 με 30 ετών) τα τελευταία περίπου δέκα χρόνια με οτιδήποτε αυθεντικά ελληνικό, από το ρεμπέτικο έως τον “Ερωτόκριτο”, στο πλαίσιο ενός “εναλλακτικού φασεϊσμού”», σχολιάζει.
Ομως, μια από τις πιο απρόσμενες ανακαλύψεις του κ. Κατσιγιάννη σε σχέση με τον «Ερωτόκριτο» είναι μια διασκευή του με τίτλο «The Path of the Great», την οποία ο ερευνητής εντόπισε να κυκλοφορεί το 1945 στη Βοστώνη. «Με το “The Path of the Great” βρισκόμαστε μπροστά σε μια εξαιρετικά ιδιαίτερη περίπτωση, όπου ένας Σμυρνιός μετανάστης στην Αμερική, ονόματι Στέφεν Γκαργκίλις (Stephen Gargilis), μπλεγμένος με τις αποκρυφιστικές μόδες της εποχής, αποφασίζει το 1942-1943, ενώ μαίνεται ο πόλεμος, να σκαρώσει μια διασκευή του “Ερωτόκριτου” ως αλληγορία ανάμεσα στις δυνάμεις του καλού και του κακού, που συγκρούονταν τότε στον παγκόσμιο στίβο», αποκαλύπτει ο κ. Κατσιγιάννης, o οποίος ετοιμάζει ένα νέο βιβλίο για τη δυναμική συνομιλία που έχουν τα κλασικά έργα με την ποπ κουλτούρα και τις πολιτισμικές δεσπόζουσες κάθε εποχής.
«Εδώ, ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα είναι οι εκπρόσωποι των δυνάμεων του φωτός, που συγκρούονται με τις δυνάμεις του σκότους – φανταστικά πρόσωπα που έχει επινοήσει ο συγγραφέας τα οποία εκφράζουν τα ναζιστικά ιδεώδη. Αυτή η “παραλογοτεχνική” διασκευή του “Ερωτόκριτου” θα άρεσε νομίζω στον σκηνοθέτη Τζορτζ Λούκας», καταλήγει.

