«Βάζω μεγάλες εθνικές ιδέες να συγκρούονται μεταξύ τους, εκκινώντας από τη Μεγάλη Ιδέα που ακόμη ήταν ζωντανή κατά την πρώτη εθνική παρουσία μας στην Μπιενάλε της Βενετίας». Με αυτή τη φράση, ο Ανδρέας Αγγελιδάκης συνοψίζει την αφετηρία της ελληνικής συμμετοχής στην 61η Μπιενάλε με το «Escape Room», ένα έργο το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη. Ο 58χρονος καλλιτέχνης, μία από τις πιο ιδιαίτερες και αναγνωρίσιμες φωνές της σύγχρονης ελληνικής και διεθνούς σκηνής, όπως δήλωσε στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου για το ελληνικό περίπτερο, προσεγγίζει τον συγκεκριμένο χώρο ως ένα «ομιλούν» κτίριο. Την ιστορία του θα επιχειρήσει να «ανατινάξει» εκ των έσω με ένα αφηγηματικό ψηφιακό περιβάλλον, που συνδυάζει μυθοπλασία, ιστορική μνήμη, αμείλικτη ειλικρίνεια και χιούμορ. Τα παραπάνω στοιχεία συνθέτουν τον πυρήνα του «Escape Room», που θα εγκαινιαστεί στη Βενετία στις 9 Μαΐου.
Η πορεία του Ανδρέα Αγγελιδάκη συνδυάζει αρχιτεκτονική, θεωρία της τέχνης και εικαστικό έργο. Αν και ξεκίνησε ως αρχιτέκτονας, γρήγορα στράφηκε σε μια υβριδική πρακτική που γεφυρώνει την ψηφιακή κουλτούρα με την installation art. Η έννοια του post-ruin –η συνύπαρξη αρχαίων, σύγχρονων και ψηφιακών «ερειπίων»– αποτελεί κεντρικό άξονα της δουλειάς του.
Στον πυρήνα του έργου «Escape Room» βρίσκεται ένα αφηγηματικό ψηφιακό περιβάλλον, που συνδυάζει μυθοπλασία, γεγονότα, αμείλικτη ειλικρίνεια και χιούμορ.
Το έργο του συχνά σχολιάζει την ιδεολογική υποδομή του χώρου και τον τρόπο που οι κοινωνίες μεταμορφώνουν τα κτίρια και τις ταυτότητές τους, συνεπώς δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινήσει τον προβληματισμό του από τον χώρο που θα φιλοξενήσει το έργο. Το ελληνικό περίπτερο, όπως μας υπενθυμίζει ο ίδιος, κατασκευάστηκε μεταξύ 1933 και 1934. «Το μότο εκείνης της εποχής ήταν “Make Greece great again”. Είναι χτισμένο σε νεοβυζαντινό ρυθμό, μια επιλογή που αντικατόπτριζε την επιθυμία για ανάδειξη της βυζαντινής διάστασης του ελληνισμού. Οι κίονες στην πρόσοψη είναι αντιγραφή των κιόνων της Αγίας Σοφίας, και για μένα λειτουργεί σαν ένα σουβενίρ της περιόδου που η Ελλάδα ήθελε ακόμη να πάρει την Πόλη», σχολιάζει.



Το ελληνικό περίπτερο, ως δωμάτιο απόδρασης, φέρει μια πραγματικότητα που μοιάζει με παιχνίδι, ενώ σε συμβολικό επίπεδο φέρει το παράδοξο ενός κτιρίου που προσπαθεί να ξεφύγει από τον «εαυτό» του και άρα από την ίδια την ιστορία του. «Η χρονιά των εγκαινίων του, το 1934, δεν είναι τυχαία», υπογραμμίζει ο καλλιτέχνης. «Το ελληνικό περίπτερο συναντά μια “σέλφι τραβηγμένη στο μπάνιο”, όπου ο καθρέφτης έχει κολλήσει για πάντα στη χρονιά που οι ναζί ξεκίνησαν τους διωγμούς κατά των ομοφυλοφίλων, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι συναντήθηκαν για πρώτη φορά στη Βενετία στον απόηχο της σαρωτικής εκλογικής επικράτησής τους στις χώρες τους, ενώ την ίδια χρονιά πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του ελληνικού και του αυστριακού περιπτέρου».
«Παρακολουθεί τις εξελίξεις (…) μέσα από περιστατικά που συνδέονται με τον χώρο, με εκκίνηση την εποχή της επικράτησης του φασισμού», σημειώνει ο επιμελητής Γιώργος Μπεκιράκης.
Ο Αγγελιδάκης αναγνωρίζει ότι η ελληνική παρουσία στην Μπιενάλε δεν υπήρξε ποτέ αποκομμένη από την ιστορία της χώρας και δεν προσπαθεί να εξωραΐσει τίποτα. Με παιγνιώδη διάθεση ως εργαλείο αποδόμησης, σχολιάζει την έννοια της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. «Παρακολουθεί τις ιστορικές εξελίξεις στην Ελλάδα και την Ιταλία μέσα από μικρές ιστορίες και περιστατικά που συνδέονται με τον χώρο, με εκκίνηση την εποχή της επικράτησης του φασισμού», σημειώνει ο επιμελητής του ελληνικού περιπτέρου Γιώργος Μπεκιράκης.
Ετσι, στο «Εscape Room» θα βρίσκονται και οι 200 εκτελεσθέντες της Καισαριανής του 1944 μέσω του εμβληματικού χαρακτικού του Τάσσου, «που απεικονίζει τη σειρά των μελλοθανάτων και τους μελλοθανάτους στο Σκοπευτήριο, σε μια λιτή αλλά συγκλονιστική σύνθεση», αναφέρει ο καλλιτέχνης, δίνοντάς μας μικρά κομμάτια ενός έργου που οφείλει να μείνει κρυφό μέχρι τα εγκαίνιά του στη Βενετία. Η μνήμη της Αντίστασης, η βία της Κατοχής, η πολιτική καταστολή της μετεμφυλιακής περιόδου – όλα αυτά είναι κομμάτια της πολιτισμικής ιστορίας που θα θίξει ο καλλιτέχνης στο ελληνικό περίπτερο. Αλλωστε, όπως ο Αγγελιδάκης υπογραμμίζει, η βράβευση με Χρυσό Λέοντα της χαράκτριας Βάσως Κατράκη το 1966 για τη συμμετοχή της στη διοργάνωση έγινε μόλις ένα χρόνο πριν διωχθεί ως κομμουνίστρια», κάτι που δείχνει ότι η Μπιενάλε της Βενετίας έχει υπάρξει τόπος διεθνούς αναγνώρισης για Ελληνες καλλιτέχνες που η ίδια η χώρα δεν ήταν πάντα έτοιμη να δεχτεί.
Ωστόσο και η 61η διοργάνωση δεν μπορεί να αποφύγει την πολιτική. Η συζήτηση για τα εμπάργκο έχει ήδη επισκιάσει μεγάλο μέρος της προετοιμασίας. Η επιστροφή της Ρωσίας, μετά την αποχή του 2022, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Υπουργοί Πολιτισμού από 22 χώρες της Ε.Ε. ζήτησαν τον αποκλεισμό της, ενώ χιλιάδες καλλιτέχνες υπέγραψαν ανοιχτές επιστολές εκφράζοντας τη διαφωνία τους. Το Ισραήλ βρέθηκε επίσης στο στόχαστρο, με τη συλλογικότητα Art Not Genocide Alliance να συγκεντρώνει χιλιάδες υπογραφές ζητώντας τον αποκλεισμό του λόγω της σύγκρουσης στη Γάζα. Η διοργάνωση, πάντως, δεν σκοπεύει να επιβάλει εμπάργκο σε καμία χώρα.
«Είμαι εναντίον του αποκλεισμού περιπτέρων από τη διοργάνωση, αφού ούτως ή άλλως αποδεχόμαστε εδώ και δεκαετίες τη συμμετοχή των ΗΠΑ», λέει ο Ανδρέας Αγγελιδάκης όταν ερωτάται για το θέμα. «Αλλωστε πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το ποια είναι η πολιτική θέση ενός καλλιτέχνη από το Ισραήλ, παραδείγματος χάριν, ώστε να του απαγορεύσουμε την έκφραση στο εθνικό περίπτερο της χώρας του;».
Πάντως η φετινή Μπιενάλε, με τίτλο «In Minor Keys», φέρει ήδη το βάρος μιας απώλειας. Η επιμελήτρια Κόγιο Κουό, που πέθανε πέρυσι σε ηλικία 57 ετών, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τις επιλογές της για τους Χρυσούς Λέοντες, οι οποίοι φέτος δεν θα απονεμηθούν. Η Κουό θα ήταν η πρώτη Αφρικανή γυναίκα καλλιτεχνική διευθύντρια της διοργάνωσης. Η έκθεση που αφήνει πίσω της –με αναφορές από την Τόνι Μόρισον έως τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες– διαμορφώνεται ως ένας χώρος μνήμης, ακρόασης και συλλογικής υπόσχεσης.

