Παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ «Η ομορφιά των σφαλμάτων» του Φινλανδού Τζούκα Καρκάνεν νόμιζα ότι βλέπω τον μυθοπλαστικό κινηματογράφο του Ακι Καουρισμάκι: μουντά, στενάχωρα σπίτια, αμήχανες, μα όχι δίχως στοργή, σχέσεις, τραγούδια που δυσκολεύεσαι να τα καταλάβεις αλλά οι άνθρωποι των ταινιών τα αγαπούν – κυρίως, αυτή η αίσθηση πως κάτι μπορεί να μη λέγεται αλλά υποδηλώνεται. Η τρυφερά καταθλιπτική αυτή ταινία αφορά τη σχέση ενός πατέρα με τον γιο του στην πάροδο του χρόνου με «δεύτερα πρόσωπα» τον παππού και τη γιαγιά, τις κοπέλες του γιου και με πυρηνικό θέμα τον αλκοολισμό του πατέρα και την απουσία της μητέρας.
Η «Ομορφιά των σφαλμάτων» (πόσο ωραίος τίτλος!) προβλήθηκε στο πλαίσιο του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, που ολοκληρώθηκε την Κυριακή. Εχει ένα κοινό και με κάποιες άλλες ταινίες που καταφέραμε να δούμε στη Θεσσαλονίκη, από τις 250 συνολικά που προβλήθηκαν: η κάμερα παρακολουθεί επί σειράν ετών μια οικογένεια καταγράφοντας τις αλλαγές στις σχέσεις μεταξύ τους, την ενηλικίωση των παιδιών και το πώς η Ιστορία παρεμβάλλεται και διαταράσσει άγρια τον βίο τους.
Στο «One in a Million» των Ιτάμπ Αζάμ και Τζακ Μακίνες, η κάμερα παρακολουθεί επί μία ολόκληρη δεκαετία μια οικογένεια Σύρων και την περιπέτειά τους με την προσφυγιά. Ο πόλεμος στη Συρία ανατρέπει όλη τους τη ζωή, κυρίως όμως στο προσκήνιο έρχεται μία από τις κόρες της οικογένειας, την οποία γνωρίζουμε στα δέκα της και την αφήνουμε στα είκοσί της. Η σχέση της με τον πατέρα της κυριαρχεί. Μολονότι στη Συρία δείχνουν να είναι πολύ κοντά, όταν εγκαθίστανται στη Γερμανία (κι έπειτα από ένα περιπετειώδες πέρασμα από την Ελλάδα), ο πατέρας της γίνεται βάναυσος σε μια σπασμωδική προσπάθεια «να διασώσει τις παραδόσεις τους».
Η μάνα, από τις πιο σημαντικές φιγούρες της ταινίας, διώχνει τον βάναυσο σύζυγο, η κόρη απελευθερώνεται, γνωρίζει έναν συμπατριώτη της και προχωράει στη ζωή της – πλην, όμως, βαθιά τραυματισμένη στην ψυχή.
Στην ταινία «Είδα ένα Suno» (σημαίνει «όνειρο»), παρακολουθούμε επίσης επί σειράν ετών μια οικογένεια Κοσοβάρων που προσπαθεί να εγκαταλείψει την τσακισμένη από τον πόλεμο πατρίδα τους. Βρίσκουν καταφύγιο στη Γερμανία, απ’ όπου όμως η μισή οικογένεια απελαύνεται αργότερα. Από αυτό το σημείο και μετά, η προσπάθειά τους να επανενωθούν (έπειτα από χίλιες και πλέον ημέρες αποχωρισμού) μετατρέπεται σε έναν σπαρακτικό αγώνα. Γενικά, στις ταινίες αυτές το συλλογικό διαπλέκεται με το οικογενειακό, το προσωπικό, και με τις κάμερες να είναι παρούσες σε πολύ δύσκολες και λεπτές στιγμές, σε σημείο που η αφήγηση να παραπέμπει σε ένα μη εμπορικό (και σίγουρα όχι αγοραίο) reality show.
Από τις πιο χαρούμενες ταινίες του φεστιβάλ ήταν το «Στην Αμερική σαν πήγα» των Αργύρη Θέου και Αγγελου Κοβότσου: ο βίος και το έργο ενός Ελληνα ρεμπέτη, του Γιώργου Κατσαρού, στην Αμερική, είναι μια καλοειπωμένη ιστορία που μοιάζει με παραμύθι, πικρό ενίοτε, συχνά γεμάτο από απολαυστικό χιούμορ. Το πάθος του μεγάλου αρχειοθέτη του ρεμπέτικου Παναγιώτη Κουνάδη και το πάθος για μουσική και ελευθερία του ίδιου του Κατσαρού ενώνονται για να προκύψει ένας ύμνος στην αγάπη για τη ζωή.

