Aπό όλες τις ιδιότητές της η Κάρολιν Εμκε, Γερμανίδα φιλόσοφος, συγγραφέας, δημοσιογράφος και πολεμική ανταποκρίτρια, προτιμάει εκείνη της «δημόσιας διανοούμενης». Είναι λογικό. Το έργο της καταπιάνεται με τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και την ισλαμοφοβία, την κοινωνική πόλωση και συνδυάζει τις προσωπικές της εμπειρίες με τον πολιτικό ακτιβισμό. Υπερασπίζεται με πάθος την οικουμενικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τονίζοντας ότι «δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στο να αντιμετωπίζουμε σοβαρά την ιστορική ευθύνη για το Ολοκαύτωμα και στο να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα των Παλαιστινίων». Λίγο πριν έρθει στην Αθήνα για το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας απάντησε σε γραπτές ερωτήσεις της «Κ».
– Είστε δημοσιογράφος, φιλόσοφος και συγγραφέας. Τι απαντάτε αυθόρμητα όταν σας ρωτούν με τι ασχολείστε επαγγελματικά και γιατί;
– Εχω φιλοσοφική παιδεία και η θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης διαπερνά πλήρως τον τρόπο που σκέφτομαι και γράφω. Ακόμη και την περίοδο που εργαζόμουν ως δημοσιογράφος, ήταν κυρίως φιλοσοφικά ερωτήματα που με καθοδηγούσαν. Από αυτό προέκυψε τελικά ένα δικό μου είδος γραφής: ένα είδος στοχαστικού ρεπορτάζ ή ένα δοκίμιο με πυκνές περιγραφές από περιοχές κρίσης. Ως δημοσιογράφος δεν εργάζομαι πια εδώ και καιρό. Είμαι συγγραφέας. Γράφω βιβλία. Δοκίμια. Και τα τελευταία χρόνια έχουν προστεθεί και ομιλίες σε διαδηλώσεις κατά της Aκροδεξιάς. Eχω επίσης μιλήσει αρκετές φορές σε queer διαδηλώσεις ή εκδηλώσεις. Αυτό είναι ένας ιδιαίτερος ρόλος, μια διαφορετική αποστολή. Και τον παίρνω πολύ σοβαρά. Ο όρος «δημόσια διανοούμενη» αποδίδει ίσως καλύτερα αυτή τη θέση.
– Θυμάμαι τον Χέλμουτ Σμιτ, που είχε πει κάποτε ότι δεν θα γινόταν ποτέ δημοσιογράφος γιατί θεωρούσε το επάγγελμα αυτό συνώνυμο της επιφανειακότητας. «Μου λείπει η φλέβα της επιφανειακότητας», είχε πει σε μία από τις τελευταίες του ομιλίες. Συμφωνείτε;
– Αυτό είναι σκέτη αλαζονεία. Οι δημοσιογράφοι σήμερα, σε όλο τον κόσμο, αντιμετωπίζουν επιθέσεις και εχθρότητα. Αυταρχικά και φασιστικά καθεστώτα και κινήματα θέλουν να αποδομήσουν και να καταστρέψουν την ίδια την ιδέα της αλήθειας και της πληροφόρησης, την ιδέα μιας κοινής πραγματικότητας που μοιραζόμαστε όλοι. Χρειάζεται η κοπιαστική, ακριβής, απαιτητική, θαρραλέα και παθιασμένη εργασία των δημοσιογράφων: ανθρώπων που μαρτυρούν τι είναι αληθινό και τι επιχειρείται να αποσιωπηθεί· που διαφωτίζουν όσα πρέπει να γίνουν γνωστά και κατανοητά· που ασκούν κριτική σε ό,τι είναι άδικο και λανθασμένο.
Αυταρχικά και φασιστικά καθεστώτα και κινήματα θέλουν να αποδομήσουν και να καταστρέψουν την ίδια την ιδέα της αλήθειας και της πληροφόρησης, την ιδέα μιας κοινής πραγματικότητας που μοιραζόμαστε όλοι.
– Στα βιβλία σας συνδέετε συχνά προσωπικές εμπειρίες με πολιτική ανάλυση. Μήπως αυτό διευκολύνει τους αναγνώστες να ταυτιστούν μαζί σας και να εμπλακούν πολιτικά;
– Δεν το γνωρίζω. Η υποκειμενική οπτική στα κείμενά μου έχει πολύ διαφορετικές λειτουργίες. Μερικές φορές το «εγώ» υπηρετεί την ειλικρίνεια. Δηλώνει: αυτό μόνο μπορώ να μαρτυρήσω, αυτό μόνο έχω ζήσει· ή εδώ δεν είμαι βέβαιη, εδώ έχω νιώσει ενοχή. Μπορεί να δείχνει τη δική μου ευαλωτότητα. Aλλοτε το «εγώ» υπηρετεί τη διαφωνία και την αντίσταση. Δηλώνει: δεν θα αφήσω τον εαυτό μου να εκφοβιστεί, δεν θα σιωπήσω για το ποια είμαι. Eτσι ήταν στα κείμενα για την ομοφυλοφιλική επιθυμία και την queerness. Και κάποιες φορές το «εγώ» είναι μια προσπάθεια να βρεθεί μια προσωπική φωνή σε εποχές όπου στον δημόσιο λόγο κυριαρχούν μόνο σκληρές, δογματικές αντιπαραθέσεις συλλογικών στρατοπέδων.
– Η πραγματεία σας για το μίσος δημοσιεύθηκε πριν από δέκα χρόνια. Σήμερα τα πράγματα δεν είναι πολύ χειρότερα; Δύο μεγάλοι πόλεμοι, η προεδρία του Τραμπ, η AfD και η Μαρίν Λεπέν προ των πυλών στη Γερμανία και τη Γαλλία, η κανονικοποίηση τοξικής ρητορικής στον δημόσιο λόγο.
– Οι αυταρχικές και φασιστικές απειλές έχουν πράγματι ριζοσπαστικοποιηθεί ακόμη περισσότερο. Οι τεχνο-ολιγάρχες και τα τερατώδη παραμορφωτικά μέσα των κοινωνικών δικτύων, με την τεράστια δύναμή τους να διοχετεύουν μίσος και μνησικακία, ψέματα και παραπληροφόρηση, προκαλούν ανυπολόγιστη ζημιά. Είτε πρόκειται για ελευθεριακές, αυταρχικές ή φασιστικές φιλοδοξίες –στην Ουγγαρία ή στη Ρωσία, στις ΗΠΑ ή στην Ιταλία– υπάρχει κάτι που μοιράζονται όλοι: η περιφρόνηση για την ιδέα της ισότητας.

Μοιράζονται επίσης την απόρριψη μιας καθολικής ανθρωπιάς, την απόρριψη των εγγυήσεων του κράτους δικαίου, την αποστροφή προς τις υποσχέσεις του Διαφωτισμού και τις αρχές της αυτοκριτικής, επιστημονικής σκέψης. Κοινή είναι επίσης η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και της ιδέας μιας κοινότητας που αισθάνεται υπεύθυνη για όλα τα μέλη της.
Κοινός τους στόχος είναι μια αντιδημοκρατική τάξη που δίνει προτεραιότητα σε ορισμένες μορφές ζωής, σώματα, πίστεις ή σεξουαλικότητες και υποβαθμίζει άλλες. Οι «άλλοι» αναγνωρίζονται όλο και λιγότερο ως μέλη της κοινότητας. Η πίστη τους αξίζει λιγότερη θρησκευτική ελευθερία – ή καθόλου. Τα πολιτικά τους δικαιώματα είναι λιγότερο εγγυημένα – ή αφαιρούνται αυθαίρετα. Τα σώματά τους θεωρούνται λιγότερο άξια προστασίας ή απορρίπτονται πλήρως. Οι ιστορίες τους ακούγονται και προβάλλονται λιγότερο ή εξορίζονται εντελώς από τη δημόσια ιστορία, από τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τα μουσεία. Οι «άλλοι» γίνονται είτε αόρατοι είτε παρουσιάζονται ως τερατώδεις.

Στην ουσία πρόκειται για μια (επαν)ιεράρχηση ανθρώπων και της αξίας τους. Ο ψηφιακός μηχανισμός διανομής μίσους και μνησικακίας, ψεύδους και παραπληροφόρησης είναι παγκόσμιος και ολοκληρωτικός. Τους αποκαλούμε τεχνο-ολιγάρχες επειδή κατέχουν μονοπώλια – είτε πρόκειται για το Facebook-Meta του Ζούκερμπεργκ είτε για το X του Eλον Μασκ. Αλλά είναι πάνω απ’ όλα ολιγάρχες της παραπληροφόρησης και της παντοδύναμης περιφρόνησης προς την αλήθεια και το κοινό καλό.
Αυτό που κάποτε γιορταζόταν αφελώς ως δημοκρατική δημόσια σφαίρα και επαινούνταν ως συμμετοχικά κοινωνικά μέσα έχει εξελιχθεί σε μια μηδενιστική δυστοπία. Στις όλο και πιο βίαιες και ριζοσπαστικοποιημένες συζητήσεις στο Twitter/X ή στο Instagram πέφτουν κυρίως θύματα γυναίκες ή άλλες περιθωριοποιημένες ομάδες. Το μίσος υποκινείται όλο και πιο γρήγορα και ανεξέλεγκτα, άνθρωποι και ομάδες δυσφημούνται συστηματικά, ένα ψηφιακό πλήθος οργανώνεται και κατόπιν εξαπολύεται.
O,τι καταλήγει στο μίσος και στη βία περνάει προηγουμένως από μια προδιαγεγραμμένη διαδρομή: υπάρχουν εκείνοι που ανοίγουν τον παραλογισμό με ένα meme, μια εικόνα, ένα μικρό απόσπασμα. Δεν χρειάζεται καν να αγανακτήσουν οι ίδιοι – απλώς το διοχετεύουν. Είναι οι χορογράφοι του μίσους: αφήνουν τους άλλους να χορεύουν.
– Eχετε γράψει για την επιθυμία και την απόλαυση σε μια πιο αθώα εποχή, στην ακμή της κουλτούρας «woke», λίγο μετά το #MeToo. Εχετε την αίσθηση ότι υπάρχει οπισθοδρόμηση στα δικαιώματα των γυναικών και των LGBTQI ατόμων;
– Δεν ξέρω καν τι ακριβώς σημαίνει «woke». Αμφιβάλλω αν υπήρξε ποτέ πραγματικά «αθώα» εποχή για ομοφυλόφιλους, queer ή τρανς ανθρώπους. Αλλά είναι αλήθεια: υπάρχει μια βίαιη επίθεση στα δικαιώματα των queer και τρανς ανθρώπων. Η φοβική μνησικακία και η ανεξέλεγκτη εχθρότητα απέναντι σε καθετί υβριδικό, μη δυαδικό ή ανδρόγυνο –το μίσος κατά των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων– χρησιμοποιείται από ακροδεξιά κινήματα ως ρητορική συγκολλητική ταινία, που τους επιτρέπει να συνδεθούν με το δημοκρατικό κέντρο. Είναι αποθαρρυντικό.
Υπάρχουν εκείνοι που ανοίγουν τον παραλογισμό με ένα meme, μια εικόνα, ένα μικρό απόσπασμα. Δεν χρειάζεται καν να αγανακτήσουν οι ίδιοι – απλώς το διοχετεύουν. Είναι οι χορογράφοι του μίσους: αφήνουν τους άλλους να χορεύουν.
– Τα αριστερά κινήματα δέχθηκαν έντονη κριτική: κατηγορήθηκαν ότι διεξάγουν πολιτισμικούς πολέμους, ενώ παραμελούν τις ταξικές ανισότητες – δηλαδή αυτό στο οποίο θα έπρεπε να επικεντρώνονται. Τι απαντάτε;
– Πρόκειται για ψευδή αντίθεση. Οποιος πιστεύει ότι η φτώχεια είναι μόνο οικονομικό ζήτημα και όχι και πολιτισμικό στίγμα, δεν έχει κατανοήσει τη φτώχεια. Οποιος πιστεύει ότι ο ρατσισμός είναι απλώς πολιτισμικός αποκλεισμός και όχι και οικονομικό βάρος, δεν έχει κατανοήσει τον ρατσισμό. Μια προοδευτική Αριστερά πρέπει να σκέφτεται μαζί τα κοινωνικά και πολιτισμικά, τα οικονομικά και τα πολιτικά ζητήματα – γιατί και οι μηχανισμοί περιθωριοποίησης είναι αλληλένδετοι.
– Κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα είδαμε ένα παράδοξο: παραδοσιακοί αντισημίτες και ακροδεξιοί που εξέφραζαν αλληλεγγύη προς το Ισραήλ, και αριστεροί που έφτασαν σε τόσο σκληρή κριτική προς την κυβέρνηση Νετανιάχου ώστε άγγιξαν τα όρια αντισημιτικής ρητορικής. Πώς βιώσατε αυτή την αντίφαση, παρακολουθώντας τη συζήτηση από μια χώρα που –για ιστορικούς λόγους– έχει ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στο Ισραήλ;
– Η 7η Οκτωβρίου και η Γάζα λειτούργησαν σαν σκιαγραφικό υγρό που εγχύθηκε στο σώμα των κοινωνιών μας: ξαφνικά μπορούσαμε να δούμε καθαρά όλες τις παθογένειες των δημοκρατικών κοινωνιών και των δημόσιων λόγων μας – τα παλιά, απωθημένα αντισημιτικά αισθήματα, αλλά και τον απωθημένο αντιμουσουλμανικό ρατσισμό. Στη Γερμανία, με το ιδιαίτερο ιστορικό της βάρος, είδαμε επίσης πώς έχουν εισχωρήσει αμφίβολες δυναμικές στην πολιτική της μνήμης. Δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στο να αντιμετωπίζουμε σοβαρά την ιστορική ευθύνη για το Ολοκαύτωμα και στο να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα των Παλαιστινίων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο υπάρχουν μόνο μαζί. Ισχύουν πάντοτε και για όλους – όχι μόνο για ορισμένους και όταν μας συμφέρει.
– Μέσα σε αυτόν τον γενικευμένο ζόφο, υπάρχει κάτι που σας δίνει ελπίδα; Γι’ αυτό συνεχίζετε να γράφετε; Αλήθεια, πάνω σε τι εργάζεστε αυτή την περίοδο;
– Γράφω ένα βιβλίο ακριβώς για αυτά τα ζητήματα: για τη γερμανική κουλτούρα της μνήμης και τη Μέση Ανατολή. Για την οικουμενικότητα και την ενσυναίσθηση.
*H Κάρολιν Εμκε θα συμμετάσχει στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας, που θα πραγματοποιηθεί στις 27-29 Μαρτίου 2026 στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων.

