Τέσσερα χρόνια από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Το τηλεφώνημα που δεν έγινε» (εκδ. Ικαρος), ο Απόστολος Δοξιάδης επανέρχεται με το πολυσέλιδο μυθιστόρημα «Ο γαλανόσκυλος» (εκδ. Ψυχογιός). Μπορεί ο πρωτότυπος τίτλος να έλκει εκ πρώτης όψεως, εντούτοις ο αναγνώστης δύσκολα μπορεί να φανταστεί ότι θα βρεθεί μπροστά σε ένα περιβάλλον που αγγίζει την κοινωνική σάτιρα, τα ενδότερα της συγγραφής και του λογοτεχνικού σιναφιού, αλλά και σε μια κατάσταση μυστηρίου και αγωνίας που εντείνεται καθώς εξελίσσεται η πλοκή.
Eίναι ένα «κλασικό» μυθιστόρημα που στηρίζεται αρκετά στις ανατροπές του, κάτι που μας αναγκάζει να περιορίσουμε σε αυτό το σημείωμα τις πολλές αποκαλύψεις, για να μην περιπέσουμε στο ασύγγνωστο σφάλμα του λεγόμενου «spoiler».
Κεντρικός ήρωας είναι ο καταξιωμένος συγγραφέας Δώρης Καλούσης, που έχει θέσει στόχο να εκλεγεί στην Ακαδημία Αθηνών, κάτι που θα αποτελέσει το απόγειο της καριέρας του, η οποία, σημειωτέον, βρίσκεται σε ύφεση, αφού έχει κάμποσα χρόνια να γράψει νέο βιβλίο. Και όμως, μέσα του δουλεύει μια ιστορία από την περίοδο της Κατοχής, την ίδια στιγμή που μετέχει ενεργά στις μηχανορραφίες και στους βυζαντινισμούς που διεξάγονται εντός και εκτός της Ακαδημίας για την είσοδο των νέων μελών.
Ηρωας του βιβλίου είναι ένας καταξιωμένος συγγραφέας (που, ωστόσο, έχει κάμποσα χρόνια να γράψει νέο βιβλίο), ο οποίος βάζει στόχο ζωής να εκλεγεί στην Ακαδημία Αθηνών.
Οι προτεραιότητές του αλλάζουν άρδην όταν θα αρχίσει να διαβάζει το μυθιστόρημα του άσημου Αστέρη Αυγερινού «Ο γαλανόσκυλος», ο οποίος επίσης καταγίνεται με μια ιστορία που αναπτύσσεται στα χρόνια της Κατοχής. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο Καλούσης βρίσκεται μπροστά σε μια εν εξελίξει πλεκτάνη (όπως πιστεύει εκείνος) ή σε μια ιδιαζόντως περίεργη συγκυρία που τον βυθίζει ολοένα και περισσότερο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Δοξιάδης εγκιβωτίζει ένα μυθιστόρημα μέσα στο δικό του, με αποτέλεσμα το ένα να δίνει έναυσμα και κίνηση στο άλλο. Η δε κριτική που ασκεί στην πνευματική και πολιτική ηγεσία του τόπου, στους συγγραφείς και στους ανθρώπους που κινούνται πέριξ αυτών, είναι κάτι παραπάνω από εμπνευσμένη, καθώς χρησιμοποιεί τη λεπταίσθητη ειρωνεία, σε συνδυασμό με μια ατμόσφαιρα σχεδόν κλειστοφοβική.
Ο Δοξιάδης ασκεί κριτική στην πνευματική και πολιτική ηγεσία του τόπου, στους συγγραφείς και στους ανθρώπους που κινούνται πέριξ αυτών, μέσα από μια λεπταίσθητη ειρωνεία.
Οσο για τις ανατροπές, αυτές είναι καθοριστικές και εν πολλοίς μη αναμενόμενες. Ως εκ τούτου, επιτυχημένες.
*Το βιβλίο του Απόστολου Δοξιάδη βγαίνει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων την Πέμπτη 19 Μαρτίου από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

«Μα έχει βραβευθεί, σας λέω, περισσότερο από κάθε άλλον»
Ο Αλέκος Πατσάς, ιδρυτής, ιδιοκτήτης και διευθυντής των εκδόσεων «Κούρος» και του έγκριτου λογοτεχνικού περιοδικού Γανυμήδης, τον περίμενε έξω από το Ελληνικό, στο πλατύ πεζοδρόμιο. Με το που τον είδε, του είπε χαμηλόφωνα.
«Μπαίνουμε και καθόμαστε, αλλά μιλάει η Αγγέλα στο κινητό της. Σιωπή μέχρι να κλείσει».
Ο Καλούσης δεν είχε ενδώσει στον καινούργιο πειρασμό των κινητών, τον ενοχλούσαν οι νεοφώτιστοι του είδους και δυσκολευόταν να συνηθίσει στην ιδέα ότι κάποιοι μιλούσαν στο τηλέφωνο όπου και να βρίσκονται, ακόμα και περπατώντας στον δρόμο.
«Γιατί, τώρα;», ρώτησε ενοχλημένος τον Πατσά. «Σε ποιον μιλάει;».
Ο Πατσάς σχημάτισε με τα χείλη, συνωμοτικά, λες και θα ακουγόταν από το πεζοδρόμιο και μέσα, τη λέξη «Ακαδημία».
Η Αγγέλα είχε πιάσει το τραπέζι που άρεσε στον Καλούση, πλάι στον τοίχο δεξιά, με κενή την αγαπημένη του θέση που είχε πλάτη στον τοίχο για να βλέπει, και κυρίως να τον βλέπουν, προς την αίθουσα.
Οι δυο άνδρες κάθισαν, ενώ εκείνη τους έστειλε σιωπηλά φιλιά, μιλώντας στο κινητό.
«…Μα έχει βραβευθεί, σας λέω, περισσότερο από κάθε άλλον Ελληνα λογοτέχνη… Ναι, ναι, όχι από τον Σεφέρη και τον Ελύτη, αλλά αυτοί έγραψαν ποιήματα, κύριε, όχι μυθιστορήματα… “Από ποιον έχει βραβευθεί περισσότερο;” Μα είναι δυνατόν να με ρωτάτε τέτοια πράγματα! “Από ποιον δεν έχει βραβευθεί περισσότερο;” είναι η σωστή ερώτηση!.. Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, τρεις φορές – σας ικανοποιεί; Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, δύο φορές – σας ικανοποιεί; Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας της Ρουμανίας, μήπως προτιμάτε; Βραβείο Καλύτερου Ελληνικού Μυθιστορήματος σε Μετάφραση του Υπουργείου Πολιτισμού – είπατε τίποτε; Βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού Ρεμβάζω, τρία βραβεία μάλιστα, ένα μυθιστορήματος, ένα συλλογής διηγημάτων και…», η Αγγέλα δίστασε μια στιγμή, αλλά, κάνοντας μια χειρονομία στον Καλούση να μη μιλήσει, είπε «και βραβείο νουβέλας. Ε, έμεινε και τίποτε άλλο, που να μην το σαρώσει;».
(…)
Ο Πατσάς, που είχε καθίσει απέναντί της, πήγε να πνίξει ένα γέλιο, ενώ ο Καλούσης ακόμα δεν ήταν εντελώς σίγουρος τι συνέβαινε. Η Αγγέλα έκλεισε το τηλέφωνο λέγοντας προστακτικά η επιβεβαίωση της ημερομηνίας να γίνει τη Δευτέρα το αργότερο, γιατί στην εκδήλωση θα παρίσταται και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, και αν δεν γίνει η επιβεβαίωση τη Δευτέρα, θα πρέπει να εξηγήσει ο δύσμοιρος, στον οποίο μιλούσε τώρα στο τηλέφωνο, ο ίδιος την καθυστέρηση στην Προεδρία.
«Α μα, πια», είπε, κλείνοντας το τηλέφωνο και, αφού σηκώθηκε, πήγε από την άλλη μεριά του τραπεζιού και έσφιξε στην αγκαλιά της τον Καλούση. «Ο κάθε αγράμματος υπαλληλίσκος να μας παριστάνει τον διευθυντή και να ρωτάει “ποιος είναι ο Δώρης Καλούσης;”. Τον έβαλα στη θέση του τον αλήτη και ησύχασε!».
Το ύφος του Καλούση ακόμα εκδήλωνε απορία.
«Τίποτε, μωράκι μου», του είπε η Αγγέλα, που πάντα τον έλεγε «μωράκι της», όταν ήταν οι δυο τους, αλλά ο Πατσάς ήταν τόσο φίλος που η παρουσία του δεν απέτρεπε τη χρήση του όρου. «Πρέπει επιτέλους να κλείσουμε οριστικά την ημερομηνία για τον “Παρνασσό”, και αυτός ο γελοίος…».
«Μα τα Χριστούγεννα δεν θα πάμε στον Παρνασσό;», ρώτησε απορημένος ο Καλούσης.
Η Αγγέλα γέλασε τρυφερά.
«Αχ, σε ποια υψίπεδα δημιουργικού οργασμού βρίσκεται ο νους σου, μωράκι μου; Τον “Παρνασσό” την αίθουσα, όχι το βουνό!».
«Α», είπε ο Καλούσης και θυμήθηκε τη μεγάλη τιμητική εκδήλωση, αφιερωμένη στο σύνολο του έργου του, με ομιλητές ακαδημαϊκούς, καθηγητές πανεπιστημίου, και βέβαια τον Μπουρμπουσόπουλο. Ο προγραμματισμός είχε γίνει για το τέλος του χειμώνα για να είναι σίγουρο ότι δεν θα έχει απλώς πεθάνει αλλά και σαραντίσει ο νυν κάτοχος της έδρας της Λογοτεχνίας, ο Πελοπίδας Παπανικολακόπουλος-Σπίθας, ή «Πέλος Ποσειδών» κ.λπ. Βέβαια, ο Καλούσης φοβόταν ότι και αυτό δεν ήταν σίγουρο, γιατί παρά τις τρεις θανατηφόρες αρρώστιες του, τις πέντε σοβαρές και τις διάφορες ελαφρότερες, ο «Που-Που», όπως ήταν το παρατσούκλι του που προτιμούσαν μεταξύ τους, όλο πέθαινε, «οσονούπω», «μέρα τη μέρα», «τη βγάζει δεν τη βγάζει τη βδομάδα», και όλο έμενε πεισματικά γαντζωμένος στη ζωή, δημιουργώντας σε μερικούς την υποψία ότι ίσως η Ακαδημία Αθηνών είχε καταφέρει για πρώτη φορά να επιλέξει ως μέλος της έναν Αθάνατο όνομα και πράμα. Τον περιμένανε τρία χρόνια, άνευ αποτελέσματος, αλλά εδώ και ένα εξάμηνο μπαινόβγαινε με αυξανόμενη συχνότητα στον Ευαγγελισμό, με τελευταία του είσοδο προ δεκαπενθημέρου, και όλες τις εσωτερικές ιατρικές πληροφορίες να συγκλίνουν στο ότι αυτή τη φορά θα έβγαινε μόνο αφού έδινε πρώτα παρουσία στον νεκροθάλαμο.

