Η αγωνία και η ελπίδα του βιβλιοπώλη

Πίσω από τη βιτρίνα του ρομαντισμού, τα βιβλιοπωλεία παραμένουν επιχειρήσεις με δυσκολίες επιβίωσης. Οι επαγγελματίες του χώρου μιλούν για τα εμπόδια. Και οι βιβλιόφιλοι για την αξία των πνευματικών τους καταφυγίων

12' 25" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Oποτε κλείνει ένα βιβλιοπωλείο (και μόνο τον τελευταίο χρόνο είχαμε πέντε απώλειες σε όλη την Ελλάδα), η παρορμητική αντίδραση είναι, συνήθως, ο ρομαντικός αφορισμός: «Κλείνουν οι εστίες πολιτισμού, στερείται την ανάσα της η πνευματική ζωή». Μήπως όμως δεν είναι τόσο μονοδιάστατη η πραγματικότητα; Μην ξεχνάμε ότι και τα βιβλιοπωλεία ανέκαθεν ήταν επιχειρήσεις – ο στόχος τους είναι τα έσοδα από τις πωλήσεις βιβλίων. Πολιτιστικό αγαθό, ναι, αλλά… αγαθό. Με χαμηλό ΦΠΑ (6%), αλλά και κόστος αγοράς, περιθώριο κέρδους, φθορά στο ράφι, ανταγωνισμό. Ποιες είναι, λοιπόν, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει ένας βιβλιοπώλης σήμερα; 

«Το σημαντικότερο πρόβλημα», μας λέει η Κορίνα Αλιβιζάτου, ιδιοκτήτρια του «Σπόρου» στην Κηφισιά από το 2014, «είναι το πεπερασμένο πλήθος των αναγνωστών. Σπάνια βλέπουμε νέα πρόσωπα». Σε αυτό συμφωνούν άπαντες με τους οποίους μιλήσαμε. Οι λιγοστοί πελάτες δεν επαρκούν και κάθε νέο, ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο που ανοίγει δεν συνεπάγεται διεύρυνση της αγοράς, παρά διεκδικεί μερίδιο από τα ήδη υφιστάμενα. Ολα αυτά ενώ ο αριθμός των βιβλίων που εκδίδονται στη χώρα μας είναι δυσανάλογα υψηλός: 11.328 νέα βιβλία τυπώθηκαν μόνον το 2025, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης Εργων του Λόγου (ΟΣΔΕΛ).

«Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι το πεπερασμένο πλήθος των αναγνωστών. Σπάνια βλέπουμε νέα πρόσωπα», υπογραμμίζει η Κορίνα Αλιβιζάτου, του «Σπόρου».

«Με τον ρυθμό που εκδίδονται τα βιβλία, δεν υπάρχει ο χρόνος να δοκιμαστεί ένας νέος τίτλος – ελάχιστα θα μείνει στο ράφι πριν αντικατασταθεί από κάποιον άλλον», λέει προβληματισμένη η κ. Αλιβιζάτου. «Επιπλέον, πολύ συχνά αγοράζουμε από τους εκδότες βιβλία σε τιμή χονδρικής η οποία υπερβαίνει την τιμή λιανικής που συναντάμε στα μεγάλα βιβλιοπωλεία. Σε ένα βαθμό είναι κατανοητό γιατί μια μεγάλη επιχείρηση που απορροφά πολλαπλάσιες από εμάς ποσότητες εξασφαλίζει υψηλότερες εκπτώσεις, αλλά προκύπτει ένας αθέμιτος ανταγωνισμός». 

«Η μεγαλύτερη δυσκολία», προσθέτει η Φανή Χαριτάκη, ιδιοκτήτρια του Booktique στο Κολωνάκι, που διανύει τον 13ο χρόνο λειτουργίας του, «είναι η μανία των πελατών να ικανοποιούν επιτόπου την όποια καταναλωτική επιθυμία τους. Δεν έχει ο κόσμος πια υπομονή και, όταν ξέρει πως τα πάντα κάπου θα είναι διαθέσιμα, θυμώνει που δεν εξυπηρετείται άμεσα».

«Δυστυχώς η οικονομική ύφεση απλώς παγιώθηκε. Ανθρωποι που αγόραζαν συστηματικά τέσσερα βιβλία τον μήνα, τώρα παίρνουν ένα-δύο», συμπληρώνει ο Μαυρουδής Κουτσουράς, που το 2013 άνοιξε στην Ξάνθη το πανέμορφο «2» μαζί με τον Θανάση Αθανασιάδη, με περίπου 6.500 τίτλους, ποικιλία που θεωρούν και σήμερα απαραίτητη: «Δεν γίνεται να βασιζόμαστε μόνον στα ταχυκίνητα, οφείλουμε να προτείνουμε και πιο ιδιαίτερους τίτλους». 

«Ο βιβλιοπώλης επηρεάζεται από τα προβλήματα του λιανεμπορίου και οι λόγοι πίσω από κάθε “λουκέτο” είναι κοινοί στον χώρο. Αυτό που διαφέρει είναι το αποτύπωμα του κάθε βιβλιοπωλείου και το κενό που θα αφήσει όταν κλείνει», τονίζει η Βάλια Μπαρμπατιώτη του Book & Art στη Μυτιλήνη και αντιπρόεδρος του νεοσύστατου Πανελληνίου Συλλόγου Βιβλιοπωλών.

«Στο τέλος της ημέρας», ξεκαθαρίζει η Αρετή Γεωργιλή του Free Thinking Zone, που λειτουργεί από το 2012 στη Νεάπολη, «πρέπει να εξοφλήσουμε το ρεύμα, το ενοίκιο, τα ληξιπρόθεσμα τιμολόγια, τις ασφαλιστικές μας εισφορές και τους φόρους μας – το καθεστώς του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος είναι πολύ άδικο: βγάζουμε – δεν βγάζουμε κέρδος, θα πληρώσουμε φόρο για ποσά που “θα έπρεπε να βγάλουμε”».

«Τα περιθώρια κέρδους έχουν στενέψει για όλους, κάτι που εύκολα διαπιστώνει κανείς από τους ισολογισμούς των εκδοτικών επιχειρήσεων», εξηγεί ο Βασίλης Μωιτσίδης, βετεράνος του κλάδου που, ως διευθυντής πωλήσεων, παλαιότερα, στις εκδόσεις Ψυχογιός, έχει επισκεφθεί σχεδόν όλα τα μικρά και μεγάλα βιβλιοπωλεία της Ελλάδας. «Παράλληλα η αγορά, στην καλύτερη, παραμένει στάσιμη: επίσημη θεσμική καταμέτρηση δεν υπάρχει, δυστυχώς, αλλά μπορούμε μέσω αναγωγών να υπολογίσουμε τον τζίρο στα 160 εκατ. ευρώ. Μην ξεχνάμε, πάντως, πως ένα βιβλιοπωλείο δεν κλείνει απαραίτητα επειδή υπάρχει ένας “κακός” κάπου. Κλείνει και λόγω συνταξιοδότησης, έλλειψης διάδοχης κατάστασης, πτώσης της εμπορικής κίνησης της περιοχής ή και απλώς από το άνοιγμα ενός νέου, ανταγωνιστικού καταστήματος».

Τα βιβλιοπωλεία ανέκαθεν εξαρτόνταν από την πολιτική των εκδοτικών οίκων, που επιλέγουν, τυπώνουν, διανέμουν και διαφημίζουν τα βιβλία. «Κάποιοι από τους θεωρητικά πιο μικρούς εκδότες», σημειώνει η κ. Αλιβιζάτου, «εμφανίζονται απρόσμενα αδιάλλακτοι. Οταν όμως ζητάει κάποιος να προπληρώνεις τα βιβλία, κρατάει τις εκπτώσεις χαμηλά και δεν παρέχει δικαίωμα επιστροφής, είναι σαν να σε αφήνει να πάρεις το ρίσκο όλο εσύ, αντιμετωπίζοντάς σε ως παράρτημα της δικής του επιχείρησης – για ποιο λόγο, λοιπόν, να συνεργαστείς;». 

Σχεδόν όλοι οι εκδοτικοί οίκοι πλέον έχουν e-shops, μέσω των οποίων απευθύνονται απευθείας στον καταναλωτή, ενίοτε και με ελκυστικές προσφορές, γεγονός που κάνει την κ. Χαριτάκη επιφυλακτική: «Οι εκδότες είναι υποστηρικτικοί, όσο παραμένουν εκδότες. Οταν όμως γίνονται και βιβλιοπώλες, με φυσικά ή ηλεκτρονικά καταστήματα, μοιάζει να ξεχνούν τον δικό μας ρόλο. Από αυτή την άποψη ζηλεύω τους Αγγλους: φανταστείτε να άνοιγε μαγαζί ο Penguin/Random House στην Piccadilly και να προμηθευόταν βιβλία άλλων εκδοτών – τα άλλα βιβλιοπωλεία θα κατέρρεαν αμέσως!». 

«Οταν οι εκδότες γίνονται και βιβλιοπώλες, με φυσικά ή ηλεκτρονικά καταστήματα, μοιάζουν να ξεχνούν τον δικό μας ρόλο», επισημαίνει η Φανή Χαριτάκη, του «Booktique».

Η κ. Μπαρμπατιώτη υπερθεματίζει: «Οταν ο ίδιος ο εκδότης κάνει διαθέσιμα για προπαραγγελία όλα τα σημαντικά βιβλία του, υποσχόμενος υπογεγραμμένα αντίτυπα από τον συγγραφέα και δωρεάν έξοδα αποστολής… πώς περιμένουμε από τους πελάτες να προτιμήσουν εμάς;».

«Παρατηρείται μια “πολεμική” εμπορική πολιτική κάποιων εκδοτών», συμφωνεί η κ. Γεωργιλή, «με τα συνεχή παζάρια και την απευθείας πώληση, που παρακάμπτει και ανταγωνίζεται τα ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία. Θεωρώ πως λίγοι είναι εκείνοι που φροντίζουν να παραμένει υγιές όλο το οικοσύστημα του βιβλίου. Οι περισσότεροι υπηρετούν πιστά την κερδοφορία τους, με βάση μόνο ένα κριτήριο, τον όγκο πωλήσεων. Καμία, δηλαδή, διαφοροποίηση των σημείων πώλησης, ανάλογα με την ποιότητα και την προστιθέμενη αξία που το καθένα από αυτά φέρνει, αλλά και την ευρύτητα της γεωγραφικής κάλυψης. Για παράδειγμα, ένα βιβλιοπωλείο σε ένα ακριτικό νησί θα πρέπει να διευκολύνεται να παραμένει ενημερωμένο. Ενα βιβλιοπωλείο που κάνει μια προσπάθεια στοχευμένου μάρκετινγκ και διαφοροποιημένης επικοινωνίας δεν γίνεται να μην επιβραβεύεται».

Το μέλλον των μικρών βιβλιοπωλείων

Είναι λοιπόν όλα δυσοίωνα για τα μικρά βιβλιοπωλεία; Η αγορά είναι γεμάτη θετικά παραδείγματα, όπως μας λέει ο κ. Μωιτσίδης, που όχι μόνο αντέχουν, αλλά εδραιώνονται στη συνείδηση του κοινού. Ορισμένα από αυτά είναι το «Βιβλιοτρόπιο» στο Αγρίνιο, το Pick-A-Book στην Πετρούπολη, οι «Πλειάδες» και ο «Γάτος Μαουρίτσιο» στο Παγκράτι, ενώ το βιβλιοπωλείο «Κωνσταντινίδης» στη Θεσσαλονίκη γιόρτασε πρόσφατα τα 70 του χρόνια. 

«Είναι εύκολο να απογοητευθείς, γιατί από ένα βιβλιοπωλείο κανείς δεν μπορεί να γίνει σήμερα πλούσιος, αλλά είναι αρκετά τα θετικά», μας λέει ο Ευριπίδης Κωνσταντινίδης: «Πρώτον, η πανδημία ευνόησε το βιβλίο. Δεύτερον, το ένα στα τρία βιβλία που πουλάμε είναι παιδικό, ενδεικτικό του ότι οι γονείς το θεωρούν απαραίτητο για τα παιδιά τους. Και αν το παιδί διατηρήσει το ενδιαφέρον του και μετά την πρωτοσχολική ηλικία, τότε έχουμε κερδίσει έναν αναγνώστη! Επειτα, έχουμε νέες κατηγορίες βιβλίων ιδιαίτερα εμπορικές, όπως η κατηγορία της αυτοβελτίωσης, που είναι και ενδεικτική των προτεραιοτήτων του σύγχρονου ανθρώπου». 

Πέρα από τις κοινές απαιτήσεις για κρατικές πρωτοβουλίες, όπως μια σύγχρονη καμπάνια φιλαναγνωσίας, ενημερωμένες δημόσιες βιβλιοθήκες κ.ά., τι άλλο μπορούν να κάνουν «σωστά» τα μικρά βιβλιοπωλεία; «Να καταφέρουν να προσφέρουν συνεχώς ελκυστικό περιεχόμενο σε ένα δυναμικά εξελισσόμενο κοινό και κυρίως στις νεαρότερες ηλικίες: αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα», σημειώνει η κ. Γεωργιλή.

«Είναι λάθος να περιμένει κανείς όλα να λειτουργούν αποδοτικά επειδή απλώς αγαπάμε το βιβλίο. Ο ρομαντισμός σε βάζει σε αυτή τη δουλειά, αλλά δεν σε κρατάει», παραδέχεται ο κ. Κουτσουράς. «Φροντίζεις να είσαι ενημερωμένος, να έχει νόημα για τον πελάτη σου να χαζέψει τα ράφια για να μάθει πράγματα που δεν ξέρει, να του προτείνεις αυτά που έχουν ξεφύγει της δικής του προσοχής, να ανανεώνεις κάθε φορά την εμπιστοσύνη του».

«Οφείλεις να εφευρίσκεις τρόπους να παραμένεις επίκαιρος όλο τον χρόνο, με καλαίσθητα είδη δώρων, εκπαιδευτικά παιχνίδια, βιβλιοφιλικά αξεσουάρ, χωρίς να καταντάς χαρτοπωλείο, πάντοτε σε συμφωνία με τη φιλοσοφία και τον χαρακτήρα του καταστήματος. Και βέβαια, κάθε βιβλιοπωλείο έχει χρέος να “εκπαιδεύει” τα παιδιά που το επισκέπτονται, να τα γνωρίζει με το μικρό τους όνομα, να καλλιεργεί το ενδιαφέρον τους για τα βιβλία», λέει η Μαρία Σκαμαγκούλη από το «Χάρτινο Καράβι» της Νέας Φιλαδέλφειας.

«Οι τίτλοι που επιλέγουμε να έχουμε και τα άτομα που είμαστε – αυτό είναι που μας χαρακτηρίζει. Αν ο μη γένοιτο κλείναμε, εμείς θα λείπαμε από τον κόσμο – όχι τα βιβλία», υπογραμμίζει η κ. Χαριτάκη, που δεν διστάζει να δοκιμάζει διαρκώς καινούργια πράγματα ώστε όλο κάτι καινούργιο να συμβαίνει στο σύμπαν του βιβλιοπωλείου της: λέσχες ανάγνωσης σε ανθοπωλεία και ιδιωτικές βιβλιοθήκες ή αυτόματους πωλητές βιβλίων σε παραλίες ή μηνιαίες συνδρομές αποκλειστικά για παιδιά.

«Υπηρεσίες που δεν μπορεί να αντικαταστήσει κανένας αλγόριθμος», επιβεβαιώνει αισιόδοξα η κ. Αλιβιζάτου: «Σεμινάρια, παρουσιάσεις, ομάδες βιβλιοθεραπείας, εργαστήρια δημιουργικής γραφής, να διατηρείς πάντοτε τον χώρο σου ζωντανό. Ο παλμός είναι απαραίτητος, όπως και η ευελιξία. Δεν κατευθύνουμε μόνο εμείς την αγορά ως εστίες πολιτισμού – συμβαίνει και το αντίστροφο».

«Δεν υπάρχει κάποιο μυστικό», ομολογεί ο κ. Κωνσταντινίδης, «απλώς κοιτάς να κάνεις αυτό που δεν κάνουν οι πολλοί: διατηρείς επαφή με τον πελάτη, επεκτείνεις τον κατάλογο που έχεις διαθέσιμο στο site σου με τίτλους στην αγγλική γλώσσα, φροντίζεις να επισκέπτονται την πόλη σου γνωστοί ξένοι συγγραφείς. Σε δική μας πρωτοβουλία βασίστηκε ο κύκλος εκδηλώσεων “Συγγραφείς του κόσμου ταξιδεύουν στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης”. Επενδύουμε πολύ χρόνο σε αυτό, αναζητούμε χορηγίες, κάνουμε τολμηρές κρούσεις σε εκδότες και ατζέντηδες, αλλά… όταν αγαπάς αυτό που κάνεις, δεν θυμάσαι ποτέ τον κόπο παρά μόνον το τελικό αποτέλεσμα». 

«Τη διαφορά σε εμάς τους “μικρούς”», καταλήγει η κ. Μπαρμπατιώτη, «την κάνουν οι άνθρωποι. Αρα αυτό που διαφοροποιεί ένα χώρο είναι ο χαρακτήρας που το εμπνέει. Που το δουλεύει. Είναι οι δύο μόνιμοι συνεργάτες μου και εγώ. Δεν θα μας βρείτε πουθενά αλλού. Είμαστε ο λόγος να απολαύσετε τη βόλτα σας σε ένα βιβλιοπωλείο. Το μόνο που ζητάμε είναι να αφήσετε λίγο την οθόνη και να πιάσετε λίγο παραπάνω το βιβλίο. Κι αν δεν αλλάξουν οι εισπράξεις μας, δεν πειράζει, θα αλλάξει όλη η κουλτούρα».

Ζητήσαμε από τρεις Αθηναίους που αγαπούν τα βιβλία να μας πουν σε ποιο βιβλιοπωλείο ψάχνουν το επόμενο ανάγνωσμά τους.  

Η γοητεία των παλιών βιβλίων

Γιάννης Νένες, δημοσιογράφος – ραδιοφωνικός παραγωγός στον Voice 102,5

Εχω την τύχη η επαγγελματική γειτονιά μου να είναι ένας μικρός λαβύρινθος από βιβλιοπωλεία και, μάλιστα, αρκετά διαφορετικά αναμεταξύ τους. Κάθε μέρα βλέπω τις βιτρίνες τους. Με μια ματιά σκανάρω για καινούργιους τίτλους. 

Εχω ξεχωρίσει τον «Αλφειό» στη Χαριλάου Τρικούπη 22. Είναι ένα μικρό παλαιοβιβλιοπωλείο στο βάθος, φορτωμένο σαν σπηλιά θησαυρών με εκατοντάδες τίτλους, σφηνωμένη γνώση και ιστορίες σε ράφια μέχρι ψηλά στο ταβάνι. Εκπλήξεις. Ανάμεσά τους βρίσκεις χαμένες ευκαιρίες που ξαναέρχονται μπροστά σου, τίτλους που δεν φανταζόσουν ότι υπάρχουν, ωραία ξενόγλωσσα paperbacks που θυμίζουν διακοπές και ενδιάμεσες πτήσεις. Στον «Αλφειό» ζητάω να μου βρουν βιβλία που ψάχνω – τα βιβλία του Ηλία Πετρόπουλου ας πούμε, ή την «Ελληνική Μυθολογία» του Τσιφόρου. Εκεί είναι και ένα σίγουρο μέρος για να βρίσκω βιβλία που θέλω να χαρίσω. Ή και βιβλία που θέλω να ξεφορτωθώ αφού τα διαβάσω, όπως η αυτοβιογραφία της Λένι Ρίφενσταλ, της παλιοναζίστριας. 

Η γοητεία όμως βρίσκεται στα παλιά βιβλία. Σε μια έρευνα ζήτησαν από τους ανθρώπους να περιγράψουν τη μυρωδιά ενός παλιού βιβλίου. Οι περισσότεροι είπαν «ζεστή», «βανίλια», «νοσταλγική». Οταν όμως αναλύθηκαν χημικά τα παλιά βιβλία, προέκυψε ότι πολλές από αυτές τις μυρωδιές τους είναι ίδιες με εκείνες που συναντάμε σε καύσιμα, σε μανιτάρια και σε υλικά αποσύνθεσης. Με άλλα λόγια, αυτό που μυρίζει «ρομαντικά» είναι στην ουσία ο αργός θάνατος του χαρτιού. Και όμως, ο εγκέφαλος επιμένει να το μεταφράζει ως παρηγοριά. Αυτό δεν προσφέρει ένα βιβλίο;

Πρώτα φίλος και μετά βιβλιοπώλης

Δημοσθένης Παπαμάρκος, συγγραφέας – σεναριογράφος

Η αγωνία και η ελπίδα του βιβλιοπώλη-1
«Mακράν το σημαντικότερο», αναφέρει ο συγγραφέας και σεναριογράφος Δημοσθένης Παπαμάρκος, «είναι η στενή προσωπική σχέση που ανέπτυξα με τους ανθρώπους στις “Πλειάδες”. Ξέρω ότι μπορεί να ακούγεται κάπως κλισέ, είναι όμως η αλήθεια. Γιατί εκεί δεν βρίσκω μόνο όποια βιβλία αναζητώ, αλλά κυρίως εκείνα που δεν αναζητώ». (Φωτογραφία: Άγγελος Γιωτόπουλος)

Η πρώτη μου γνωριμία με τις «Πλειάδες» έγινε ένα απόγευμα του Σεπτεμβρίου του 2013. Ημουν στη βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής, πίσω από τον «Ευαγγελισμό», προσπαθώντας ανεπιτυχώς να συγκεντρωθώ στη μελέτη του διδακτορικού μου. Γρήγορα συνειδητοποίησα πως έχανα τον χρόνο μου και έτσι αποφάσισα να «σχολάσω» νωρίτερα και να περάσω μια βόλτα από ένα καινούργιο βιβλιοπωλείο στο Παγκράτι, για το οποίο είχα διαβάσει κάποιες μέρες πιο πριν σε ένα άρθρο. Δεν θυμάμαι πια το βιβλίο που αγόρασα σ’ εκείνη την πρώτη μου επίσκεψη, θυμάμαι όμως την Αλεξάνδρα και τον Αλκη να με καλωσορίζουν με ειλικρινή ευγένεια και, λίγο αργότερα, να καθόμαστε και να τα λέμε στον μικρό ακάλυπτο που έχουν μετατρέψει σε έναν ήσυχο κήπο.

Κι αν το ότι έμενα κοντά σίγουρα ευνόησε τη σχέση μου με το βιβλιοπωλείο, μακράν το σημαντικότερο είναι η στενή προσωπική σχέση που ανέπτυξα με τους ανθρώπους του. Γιατί δεν είναι ότι στις «Πλειάδες» βρίσκω μόνο όποια βιβλία αναζητώ –πολλές φορές τίτλους εξαντλημένους και σπάνιους, που ο Αλκης καταφέρνει πάντα να ξετρυπώνει–, αλλά κυρίως εκείνα που δεν αναζητώ· βιβλία που ο Αλκης ή η Αλεξάνδρα, γνωρίζοντας πια καλά κι εμένα και τις αναγνωστικές μου ιδιοτροπίες, θα μου προτείνουν –και κάποιες φορές θα μου δωρίσουν– «γιατί αυτό εδώ πρέπει να το διαβάσεις».

Πάνε τρία χρόνια τώρα που έχω φύγει από το κέντρο, όμως οι «Πλειάδες» παραμένουν το βιβλιοπωλείο μου. Κι αν κάτι έχει αλλάξει στη σχέση μου με αυτό, είναι ότι δεν έχω πλέον την ευχέρεια να περάσω για να πω απλώς μια γρήγορη «καλημέρα».

Το μοντέλο βιβλιοπωλείο – καφέ

Ευτυχία Γιαννάκη, συγγραφέας 

Η αγωνία και η ελπίδα του βιβλιοπώλη-2
Στο βιβλιοπωλείο – καφέ Zatopek, στην Καλλιθέα, «μπορεί να μπεις για καφέ και να φύγεις με βιβλίο. Μπορεί να πας για βιβλίο και να μείνεις δύο ώρες δουλεύοντας. Αυτή η μετατόπιση είναι κρίσιμη: πολλαπλές χρήσεις, αλλά σταθερή ταυτότητα. Το βιβλίο στο κέντρο, αλλά όχι μόνο του», υπογραμμίζει η συγγραφέας Ευτυχία Γιαννάκη. (Φωτογραφία: Άγγελος Γιωτόπουλος)

Το Zatopek στην Καλλιθέα δεν προσφέρεται εύκολα για μια ρομαντική αφήγηση περί «μικρών βιβλιοπωλείων που αντιστέκονται». Και αυτό είναι το ενδιαφέρον του. Δεν επενδύει στη νοσταλγία ούτε στη θλίψη μιας εποχής που χάνεται. Επενδύει σε κάτι πιο απαιτητικό: στη λειτουργία του μέσα στο παρόν.

Σε μια γειτονιά που δεν είναι ακριβώς κέντρο και δεν ζει από την τουριστική κίνηση, λειτουργεί ως ενδιάμεσος χώρος. Μπορεί να μπεις για καφέ και να φύγεις με βιβλίο. Μπορεί να πας για βιβλίο και να μείνεις δύο ώρες δουλεύοντας. Αυτή η μετατόπιση είναι κρίσιμη. Το βιβλίο δεν αντιμετωπίζεται ως προϊόν ραφιού, αλλά ως αφορμή παραμονής.

Το μοντέλο βιβλιοπωλείο – καφέ δεν είναι απλώς χαριτωμένο. Είναι στρατηγική επιβίωσης. Το μικρό βιβλιοπωλείο δεν μπορεί να ανταγωνιστεί ούτε τις αλυσίδες ούτε τις online πλατφόρμες σε τιμές και στοκ. Μπορεί όμως να προσφέρει κάτι που δεν ψηφιοποιείται: την κοινότητα. Οχι με τη ρομαντική έννοια, αλλά με την πρακτική. Λέσχες ανάγνωσης, παρουσιάσεις, εργαστήρια, τυχαίες συναντήσεις. Ενα χώρο που ξαναβάζει το βιβλίο μέσα στην καθημερινότητα.

Το όνομα, δανεισμένο από τον Εμίλ Ζάτοπεκ, έναν αθλητή αντοχής, εκφράζει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε αυτό που χρειάζεται.

Αντοχή είναι η λέξη που ταιριάζει περισσότερο στην εποχή. Τα μικρά βιβλιοπωλεία δεν χρειάζονται τον οίκτο μας κάθε φορά που κλείνουν. Χρειάζονται μοντέλο, ευρηματικότητα, πολλαπλές χρήσεις, σταθερή ταυτότητα, να γίνουν προορισμοί χωρίς να μετατραπούν σε θεματικά πάρκα.

Ενα μικρό, ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο μπορεί να είναι βιώσιμο, ανοιχτό και σύγχρονο χωρίς να χάνει την ουσία του. Το βιβλίο στο κέντρο, αλλά όχι μόνο του.
Και αυτό σήμερα δεν είναι ρομαντισμός. Είναι ταυτότητα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT