Ερώτηση: Πότε ο Μπετόβεν έγινε ο «Μπετόβεν»; Οι περισσότεροι θα πουν το 1803 με 1804, οπότε και παρουσιάζει στον κόσμο την «Ηρωική» Συμφωνία του, τα γκρεμίζει όλα για να φέρει μια νέα εποχή στη δυτική μουσική.
Ισχύει το παραπάνω, πλην όμως, τη σπορά την έχει ήδη κάνει λίγα χρόνια νωρίτερα, όχι με τον εκκωφαντικό τρόπο της Τρίτης του αλλά με τρία έργα μουσικής δωματίου: από το 1797 έως το 1803 ο Μπετόβεν συνθέτει τρεις σονάτες για βιολί οι οποίες προκαλούν ανάλογη ταραχή ακόμα και σήμερα, πόσο δε μάλλον στον ανυποψίαστο ακροατή της εποχής του.
Πρόκειται για τη Σονάτα υπ’ αριθμ. 5 σε φα μείζονα, Εργο 24 («Ανοιξη»), τη Σονάτα υπ’ αριθμ. 9 σε λα μείζονα, Εργο 47 («Κρόιτσερ») και τη Σονάτα υπ’ αριθμ. 3 σε μι ύφεση μείζονα, Εργο 12, υπ’ αριθμ. 3. Τα προβάλλω με αυτή την ελαφρώς ανάποδη σειρά διότι έτσι παρουσιάζονται στο πολύ πρόσφατο άλμπουμ των Αλένα Μπαέβα (βιολί) και Βαντίμ Κολοντένκο (πιάνο), σε μια νέα παραγωγή της Alpha-Classics, της δισκογραφικής εταιρείας που προωθεί τη λόγια μουσική μέσα από άλμπουμ που έχουν τον χαρακτήρα του concept.
Εδώ, ομολογουμένως, το ιδιαίτερο αυτό πνεύμα ενότητας που χαρακτηρίζει τα έργα αυτά δεν είναι ό,τι πιο πρωτότυπο έχει ποτέ δοκιμάσει η Alpha, ωστόσο, η στόχευση είναι σαφής και συγκεκριμένη: πρόκειται για τρία έργα που νοηματοδοτούν την ταυτότητα που επινοεί για τον εαυτό του ο τριαντάχρονος τότε Μπετόβεν. Είναι έργα που φέρνουν την πρώτη ευρεία αναγνώριση σε μια εποχή που αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι χάνει την ακοή και συντάσσει την περίφημη «Διαθήκη του Χαϊλίνγκενσταντ» – φαίνεται πως ο συνθέτης είχε φτάσει στα πρόθυρα της αυτοκτονίας.
Να μια ενδιαφέρουσα απορία, λέει ξαφνικά ο κύριος Γκρι: Αν το 1802 ο Μπετόβεν είχε αυτοκτονήσει δεν θα είχαν υπάρξει ούτε η Ηρωική, ούτε η 5η, ούτε τα κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα, ούτε η 6η, η 7η, η 9η, ούτε η Missa Solemnis, ούτε η Σονάτα Χαμερκλαβίερ, ούτε τα κουαρτέτα εγχόρδων, τα τελευταία των οποίων θα πρέπει να ακούγονταν στα αυτιά των συγχρόνων του σαν κβαντοφυσική στην εποχή του Νεύτωνα. Γι’ αυτό και ορισμένοι είπαν τότε «το έχασε ο δάσκαλος»…
Με άλλα λόγια, η πορεία της δυτικής μουσικής θα ήταν άλλη, τελείως διαφορετική. Ο Σούμπερτ θα ήταν κάτι άλλο, ο Μπραμς, ο Βάγκνερ ακόμη ακόμη και πάει λέγοντας. Θα ήταν ένα παράλληλο σύμπαν, στο οποίο κανένας γνήσιος φιλόμουσος δεν θα ήθελε να βρεθεί.
Οι Μπαέβα και Κολοντένκο, σε αυτές τις νέες ερμηνείες των σπουδαίων αυτών μουσικών συνθέσεων, βγάζουν την πρωτοφανέρωτη εκείνη δύναμη του νεαρού ακόμα Μπετόβεν.
Ο κύριος Γκρι στέκεται περισσότερο απ’ όλα στο πρώτο μέρος της Σονάτας «Κρόιτσερ»: αυτή τη μανιασμένη θύελλα, τη φρενιασμένη καταιγίδα της ψυχής, τη σεισμική δόνηση της συνείδησης, την αγωνιώδη συνομιλία μεταξύ πιάνου και βιολιού για την οποία δεν σε προετοιμάζει η ύποπτα ήρεμη εισαγωγή.
Πώς είναι δυνατόν να γράφτηκε σε μείζονα κλίμακα αυτή η σπαρακτική κραυγή που σαρώνει τα πάντα με τα ηχητικά της κύματα; Μουσικολόγοι έχουν ισχυριστεί πως, στο βάθος, το έργο είναι δομημένο πάνω στον άξονα της λα ελάσσονας.
Οπως και να ’χει, δεν είναι συμπτωματικό που, σχεδόν εκατό χρόνια μετά, ένας Τολστόι βαφτίζει με τον ίδιο τίτλο μια νουβέλα όπου ένας άνδρας σκοτώνει τη γυναίκα του επειδή δεν μπορεί να αντέξει άλλο τα ζωώδη ένστικτα που καταδυναστεύουν τις σχέσεις των δύο φύλων. Πηγή έμπνευσης ήταν αυτός ο Μπετόβεν του 1803…

