Οπως πολλά πράγματα στην εποχή μας, έτσι και η έννοια της «ουτοπίας» έχει λάβει πολύ διαφορετικές διαστάσεις. Κάποτε ήταν οι κοινότητες των χαρωπών χίπηδων, γεμάτες μουσική, ουσίες και λατρεία για τη φύση.
Αλλοτε ομάδες αυστηρών οικολόγων ή θρησκευτικές σέχτες, που τραβούσαν τον δικό τους δρόμο στην πίστη και στη ζωή. Μερικές αποτελούν και σύγχρονη πηγή έμπνευσης, όπως εκείνη η «Οαση Ειρήνης» στο Ισραήλ, όπου Εβραίοι και Παλαιστίνιοι έζησαν αρμονικά επί δεκαετίες.
Οι σημερινές ουτοπίες, ωστόσο, φαίνεται πως δεν έχουν τόσο να κάνουν με τη συνύπαρξη όσο με την ανάγκη. Στο «Ολα για το χρήμα» της Ιρλανδής Σινέντ Ο’ Σι, που παρουσιάστηκε αυτές τις μέρες στο εν εξελίξει 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ένας πλούσιος κληρονόμος αποφασίζει να ιδρύσει μια μαρξιστική-λενινιστική κολεκτίβα στη Μασαχουσέτη, με στόχο να ανατρέψει την καπιταλιστική δομή από την οποία –ειρωνεία– και ο ίδιος προέρχεται. Δίπλα του δεν σπεύδουν ακριβώς ορκισμένοι κομμουνιστές, αλλά άνθρωποι που αναζητούν στέγη, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και μια αίσθηση του ανήκειν.
Στην άλλη πλευρά του νομίσματος, είδαμε επίσης στη Θεσσαλονίκη το «Γύρω από τον παράδεισο», ντοκιμαντέρ της Γερμανίδας Γιούλια Λόξινα, η οποία ταξιδεύει στην Παραγουάη για να καταγράψει μια παράξενη κοινότητα (κατά βάση μεσήλικων) Ευρωπαίων, οι οποίοι θέλουν να απομονωθούν από την «παρακμή» του σύγχρονου κόσμου. Συνωμοσιολόγοι, ακροδεξιοί και κάθε λογής φαντασιόπληκτοι συγκεντρώνονται γύρω από τη φιγούρα ενός δαιμόνιου Γερμανού καθοδηγητή, ο οποίος φροντίζει να επωφεληθεί και οικονομικά από το… πρότζεκτ.
Οπως είπαμε, τα δύο ντοκιμαντέρ αποτελούν καθρεφτίσματα ενός κόσμου όπου τον πρώτο λόγο έχει ένας κυνισμός, σχεδόν εξ ορισμού ξένος ως προς την έννοια της ουτοπίας. Στην κοινότητα της Μασαχουσέτης, ο ιδρυτής Φέργκι Τσέιμπερς χαρακτηρίζεται από όλους «γενναιόδωρος» και «αξιοθαύμαστος», που πήρε την απόφαση να μοιραστεί με αυτόν τον τρόπο τα χρήματά του· ο ίδιος ωστόσο παραδέχεται κυνικά ότι για κάποιον τόσο πλούσιο το να ξοδεύει 20-25 εκατ. δολάρια τον χρόνο στην πραγματικότητα δεν μειώνει καθόλου την περιουσία του, ακόμη και αν αυτή απλώς μένει αδρανής και τοκίζεται. Οταν δε κάποιες ακτιβιστικές ενέργειες θα προκαλέσουν την αντίδραση των Αρχών, ο Τσέιμπερς θα σπεύσει να αλλάξει… χώρα καταφεύγοντας στο Μαρόκο.
Αντιστοίχως στην Παραγουάη, όταν τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας καταλαβαίνουν ότι τα χρήματα που εμπιστεύθηκαν στον αρχηγό έχουν κάνει φτερά, θα ξεχάσουν τις θεωρίες συνωμοσίας και τις ρατσιστικές κορόνες που τους ενώνουν. Εκεί μάλιστα η δημιουργός του ντοκιμαντέρ φροντίζει να μας δώσει εικόνες και από τους ντόπιους –συγκεκριμένα δύο νεαρά παιδιά– που ζουν γύρω από την κοινότητα, σχηματίζοντας ένα επιτυχημένο κοντράστ με τα σουρεαλιστικά που συμβαίνουν μέσα στο γειτονικό περίκλειστο περιβάλλον.
Μια άλλη ομοιότητα ανάμεσα στις δύο κοινότητες έχει να κάνει με το ανύπαρκτο ή φανερά διαστρεβλωμένο πολιτικό τους υπόβαθρο. Μπορεί ο Τσέιμπερς να έχει διαβάσει τον Μαρξ και τον Λένιν και να έχει γεμίσει τους τοίχους με σημαίες της Σοβιετικής Ενωσης, της Κίνας, της Κούβας, αλλά και της σύγχρονης Ρωσίας (!), όμως ο ιδεολογικός αχταρμάς τον οποίο σερβίρει σίγουρα θα απορριπτόταν από τους μεγάλους θεωρητικούς του σοσιαλισμού. Στη δε Παραγουάη, η νέα τάξη πραγμάτων και ο υποτιθέμενος εξισλαμισμός της Δύσης αποδίδονται βασικά σε επέμβαση εξωγήινων…

