Η ιστορία της τέχνης προσφέρει συχνά γόνιμο έδαφος για την εμφάνιση συναρπαστικών αφηγήσεων. Από ξεχασμένους πίνακες που ανακαλύπτονται σε παλιές σοφίτες, μέχρι έργα που περνούν απαρατήρητα σε οικογενειακές συλλογές για δεκαετίες, ώσπου κάποιος αναρωτιέται αν κρύβουν τελικά μεγαλύτερη αξία.
Κάπως έτσι ξεκίνησε, τον προηγούμενο μήνα, και η ιστορία για την «Pietà» σε καμβά –μία κλασική απεικόνιση της Παναγίας με τον νεκρό Χριστό– η οποία βγήκε σε δημοπρασία το 2020 ως έργο ανώνυμου δημιουργού του 16ου ή 17ου αιώνα. Παρά τη χαμηλή σχετικά εκτίμησή του, που κυμαινόταν μεταξύ 2.300 και 3.500 δολαρίων, ο πίνακας έμεινε τότε στα αζήτητα. Τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, δύο συλλέκτες από τις Βρυξέλλες τον αγόρασαν έναντι περίπου 35.000 δολαρίων, πιστεύοντας ότι ίσως έκρυβε κάτι περισσότερο από αυτό που φαινόταν.
Απευθύνθηκαν, λοιπόν, στον ιστορικό τέχνης Μισέλ Ντραγκέ, πρώην διευθυντή των Βασιλικών Μουσείων Καλών Τεχνών του Βελγίου. Ο Ντραγκέ, σύμφωνα με τους New York Times, εντυπωσιάστηκε από δύο μονογράμματα στο κάτω μέρος του καμβά, ένα «Μ» και ένα «Α», καθώς και από τις εργαστηριακές αναλύσεις που έδειξαν ότι τα γράμματα δεν προστέθηκαν αργότερα, αλλά την εποχή που δημιουργήθηκε το έργο. Με βάση αυτά, συνέταξε μια μελέτη 600 σελίδων, υποστηρίζοντας ότι η «Pietà» θα μπορούσε να είναι ένα άγνωστο, μέχρι σήμερα, έργο του ίδιου του Μικελάντζελο.
Την ίδια εβδομάδα, η Ιταλίδα ερευνήτρια Βαλεντίνα Σαλέρνο δημοσίευσε δική της μελέτη, αποδίδοντας μία μαρμάρινη προτομή του Χριστού στη βασιλική της Αγίας Αγνής στη Ρώμη, επίσης, στον Μικελάντζελο, ύστερα από δεκαετή έρευνα. Και κάπως έτσι, δύο «άγνωστα» έργα του Αναγεννησιακού καλλιτέχνη έρχονται στο φως σχεδόν ταυτόχρονα – αποκαλύψεις, που φαίνεται να προκαλούν περισσότερο προβληματισμό στην επιστημονική κοινότητα, παρά ενθουσιασμό.
Κορυφαίοι μελετητές του Μικελάντζελο, μιλώντας στους New York Times, δεν συμμερίζονται τους ισχυρισμούς του Ντραγκέ. Ο Φραντσέσκο Καλιότι, καθηγητής Αναγεννησιακής τέχνης στη Scuola Normale Superiore της Πίζας, χαρακτήρισε, ειρωνικά, τη συγκεκριμένη προσέγγιση ως «προσέγγιση Νταν Μπράουν». Οπως εξήγησε, πρόκειται για «κάτι κρυφό που βρίσκεται πάντα κάτω από ένα ύφασμα ή πίσω από μια στρώση χρώματος», με τη θεωρία να θυμίζει περισσότερο τον «Κώδικα Ντα Βίντσι» του συγγραφέα, παρά ιστορική έρευνα. «Αν ο συγκεκριμένος πίνακας ήταν του Μικελάντζελο θα έπρεπε να αποδώσουμε σε εκείνον άλλα πέντε χιλιάδες παρόμοια έργα», συνεχίζει. Ο Τέρι φαν Τράουντεν, επιμελητής του Teylers Museum στην Ολλανδία, υπενθυμίζει ότι ο Μικελάντζελο δεν δούλευε σχεδόν ποτέ σε καμβά και ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου έργου θα ήταν «πραγματικά αξιοσημείωτη». Ο Ματίας Βίβελ, επίσης ειδικός της Αναγέννησης και επιμελητής δύο πρόσφατων εκθέσεων για τον καλλιτέχνη, σημειώνει ότι η «Pietà» δεν παρουσιάζει κανένα στοιχείο που να παραπέμπει στην τεχνική του. Ο προβληματισμός των ειδικών κάθε άλλο παρά την αμφισβήτηση της έρευνας, αυτή καθαυτήν, αφορά. Το ζήτημα είναι ότι, ίσως, η λαχτάρα για μία εντυπωσιακή ανακάλυψη να προηγείται, περισσότερο από το συνηθισμένο, των ισχυρών επιστημονικών τεκμηρίων.

