Είχα τη χαρά να τον γνωρίσω. Ο γιατρός του και «μαθητής» του στο μπουζούκι Νίκος Καστανιάς, δημιούργησε τη γέφυρα ώστε να τον επισκέπτομαι στο σπίτι του στο Χαϊδάρι.
Κοντά έζησα μοναδικές στιγμές, απόλαυσα το αριστοφανικό χιούμορ του αλλά και την απαράμιλλη μελωδική του φλέβα.
Ήταν η περίοδος λίγο πριν το τέλος της δεκαετίας του ΄80. Ο Ζαμπέτας βρισκόταν στη δύση της καριέρας και της ζήσης του. Αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και είχε παράπονα από πολλούς ανθρώπους του χώρου του, στους οποίους έδωσε πολλά κι εκείνοι τον είχαν ξεχάσει…
Βέβαια κατάφερε και πάλι δισκογραφικά να αποδείξει για μια ακόμη φορά τον αστείρευτο πλούτο του με τα «Χίλια περιστέρια» (1991, Philips) που αγαπήθηκαν και νίκησαν τη ζόρικη μάχη με το χρόνο.

Στο δίσκο αυτό συμμετείχε και ο γιος του Μιχάλης Ζαμπέτας, ο οποίος κατά τα περίεργα παιχνίδια της μοίρας έφυγε νωρίς την ίδια μέρα με τον πατέρα του, 10 Μαρτίου δηλαδή, το 2008, σε ηλικία 52 ετών.
Η Ελένη Ροδά υπήρξε φίλη και συνεργάτιδα του του Ζαμπέτα τόσο στις ζωντανές εμφανίσεις όσο και στη δισκογραφία.
Μαζί γύρισαν γωνιές της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού. Μέχρι και στην Περσία έφθασε η χάρη τους.
Μεταξύ άλλων συνδέονται και με δύο αθάνατα τραγούδια, το «Ανθρωπάκι» και τη «Βουρκωμένη Δευτέρα» σε στίχους του Διονύση Τζεφρώνη.

Η ίδια η ερμηνεύτρια σε συνέντευξη που μου παραχώρησε για το περιοδικό Γαστρονόμος (τεύχος 211, Οκτώβριος 2023) μου διηγήθηκε ένα γεγονός που την χάραξε για πάντα:
«Έφυγε καταπικραμένος ο Ζαμπέτας. Δύο μέρες πριν πεθάνει, στο “Σωτηρία”, μου χάιδευε τα χέρια με τόση τρυφερότητα, όσο ποτέ άλλοτε. Και μετά μου λέει, “σε παρακαλώ, έχω πεθυμήσει αγκινάρες, φτιάξε μου”. Τις μαγείρευα αλά πολίτα, με μπόλικο καροτάκι, πατατούλα και μυρωδικά. Πάω την άλλη μέρα να αγοράσω αλλά δεν έβρισκα φρέσκες και όπως τις ήθελα. Την επόμενη μέρα όμως βρήκα. Ενώ λοιπόν τις καθαρίζω, με καλεί στο τηλέφωνο ο Κώστας Βενετσάνος και μου λέει: “Ξέρεις, πέθανε ο δάσκαλος”. Τα αγκάθια τους θαρρείς και μου τρυπήσαν όλα μαζί την καρδιά. Δεν τις μαγείρεψα ποτέ ξανά από τότε…».

