Δουλειά τους είναι η φροντίδα, η μελέτη και η τεκμηρίωση των έργων τέχνης. Πολλές φορές, όμως, οι συντηρητές και οι συντηρήτριες της Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείου Αλέξανδρου Σούτσου καλούνται να διαπιστώσουν τη γνησιότητα ενός πίνακα ζωγραφικής. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, το φαινόμενο της πλαστογραφίας έχει ενταθεί, μεταξύ άλλων, λόγω της αύξησης των τιμών των έργων τέχνης και της ανόδου των διαδικτυακών πωλήσεων μέσα από ανεπαρκώς ελεγχόμενες πλατφόρμες.
Οι συντηρητές και οι συντηρήτριες έχουν, βέβαια, στη διάθεσή τους ένα μεγάλο «οπλοστάσιο», όπως μικροσκόπια, κάμερες πολυφασματικής απεικόνισης και φυσικοχημικές αναλύσεις, ενώ η εξοικείωσή τους με τους καλλιτέχνες και τις τεχνικές τους έχει εξασκήσει το μάτι τους στην αναγνώριση πλαστογραφιών. Ωστόσο, οι γνωματεύσεις επί της αυθεντικότητας ενός έργου είναι μια διαδικασία που επιβαρύνει την Εθνική Πινακοθήκη.

Ο πρόσφατος νόμος κατά της πλαστογράφησης έργων τέχνης είναι αυστηρός και αναμένεται να περιορίσει το φαινόμενο. Οι πρώτες αντιδράσεις συνοψίζονται σε ένα «επιτέλους» που ακούστηκε από συλλέκτες, γκαλερίστες, ιστορικούς της τέχνης και άλλους ενδιαφερομένους. Και όπως λένε στην «Κ» άνθρωποι της Εθνικής Πινακοθήκης, ο νόμος, εκτός από τη θωράκιση των έργων τέχνης, θα ελαφρύνει και το δικό της έργο.
Ο πίνακας αποκαλύπτει ποιος κρατούσε το πινέλο
Σχεδόν 3.000 κατασχεμένα έργα εστάλησαν για έλεγχο στην Εθνική Πινακοθήκη τα τελευταία δύο χρόνια
Νάπολη, λίγο μετά το 1653. Ο ηγούμενος της καρθουσιανής Μονής του Αγίου Μαρτίνου αγοράζει έναντι εξακοσίων σκούδων ένα έργο με την υπογραφή του Αλμπρεχτ Ντίρερ. Οι ειδικοί τον έχουν διαβεβαιώσει ότι είναι αυθεντικό και ο ηγούμενος, που έχει μεγάλο πάθος για τον Γερμανό ζωγράφο, καυχιέται για την αγορά του στον δεξιοτέχνη των αντιγραφών Λούκα Τζορντάνο. Πεποίθηση του ηγουμένου ήταν ότι ο Ιταλός μπορούσε να μιμηθεί αξιοθαύμαστα τους μεγάλους καλλιτέχνες του 17ου αιώνα, εκτός από τον Ντίρερ. Ομως ο Τζορντάνο αποκαλύπτει στον περήφανο αγοραστή ότι το έργο το έχει ζωγραφίσει ο ίδιος. Για να το επιβεβαιώσει, δείχνει το αδιόρατο σημείο στο οποίο είχε υπογράψει τον πίνακα. Και η υπόθεση φτάνει στα δικαστήρια, όπου ο Τζορντάνο αθωώνεται.
Επειτα από τρεις αιώνες
Η ιστορία του πίνακα «Η θεραπεία του παραλυτικού», μία από τις εμβληματικότερες ιστορίες πλαστογραφίας, θα ήταν ωραία ακόμη και αν τελείωνε εδώ. Εχει όμως και ένα σύγχρονο κεφάλαιο. Μας το αφηγείται η συντηρήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Ελίνα Καβαλιεράτου, ενώ ο πίνακας βρίσκεται στα εργαστήρια συντήρησης της Πινακοθήκης, μπροστά από μια κάμερα πολυφασματικής απεικόνισης, ικανής να αποκαλύψει τα μυστικά του. Συνοπτικά, η Πινακοθήκη αγόρασε το έργο το 1967 χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητά του, καθώς η διαδρομή του αγνοείτο πια για δεκαετίες. Το 1996 θα κινούσε τις υποψίες των επιμελητών του ιδρύματος και κάποιων Ιταλών συναδέλφων τους, που με τη βοήθεια μιας παρόμοιας κάμερας βρήκαν την κρυμμένη υπογραφή του Τζορντάνο, ενώ εντόπισαν και την αρχική μορφή ενός αγγέλου, που είχε τελικά καλυφθεί. Η βιβλιογραφία, βέβαια, ανέφερε ότι ο πίνακας έφερε και το υποτιθέμενο μονόγραμμα του Αλμπρεχτ Ντίρερ. Στον εντοπισμό του βοήθησαν οι εργασίες καθαρισμού που έγιναν το 2008. «Ηταν όλο καλυμμένο με ένα κιτρινισμένο βερνίκι, που αλλοίωνε το αισθητικό αποτέλεσμα. Αρχίσαμε λοιπόν να το καθαρίζουμε στο μικροσκόπιο. Υστερα από τέσσερις μέρες δεν είχε φανεί κάτι, αλλά ένα απόγευμα άρχισε να εμφανίζεται καφέ χρώμα. Φοβήθηκα ότι χαλάω το έργο, αλλά τελικά παρουσιάστηκε το A.D.», λέει η κ. Καβαλιεράτου.

Η κάμερα πολυφασματικής απεικόνισης είναι ένα από τα πολλά εργαλεία εξέτασης ενός έργου που έχουν στη διάθεσή τους οι συντηρητές και οι συντηρήτριες της Εθνικής Πινακοθήκης. Μπορεί να «διαβάσει» έναν πίνακα σε διάφορα φάσματα φωτός (ορατό, υπεριώδες, υπέρυθρο), συνιστά όμως μια «επεμβατική» τεχνική (λόγω του δυνατού φωτισμού που προϋποθέτει) και επιλέγεται μόνον όταν είναι απαραίτητο. Προηγούνται, μεταξύ άλλων, οι ειδικές τεχνικές φωτογράφισης ενός έργου, η μακροσκοπική εξέτασή του, ειδικές απεικονιστικές τεχνικές, φυσικοχημικές αναλύσεις κ.ά., ενώ στα διαθέσιμα όργανα περιλαμβάνονται ψηφιακά μικροσκόπια με δυνατότητα μεγέθυνσης 200 φορές, άλλα που απαιτούν λήψη δείγματος του έργου και προσφέρουν πλήρη εικόνα της στρωματογραφίας του σε μεγέθυνση επί 1.000 φορές κ.λπ. Οι τεχνικές φωτογράφισης συμβάλλουν και στην τεκμηρίωση ενός πίνακα, η οποία έχει τη σημασία της.
Ο Πικάσο και ο Μοντριάν
«Οταν μας είχαν φέρει τον Πικάσο και τον Μοντριάν που είχαν κλαπεί από την Πινακοθήκη», εξηγεί ο συντηρητής Παναγιώτης Ρομπάκης, «μπορέσαμε χάρη στις φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης που διαθέταμε, να διαπιστώσουμε ότι είναι όντως τα αυθεντικά έργα και όχι κάποια άλλα, παρατηρώντας κάποιες αόρατες στο γυμνό μάτι αλλοιώσεις, που είχαν συμβεί λόγω της φυσικής γήρανσης των υλικών και οι οποίες δεν μπορούν να αντιγραφούν».
Ειδικές τεχνικές φωτογράφισης, απεικονιστικά εργαλεία, αναλύσεις και μικροσκόπια με δυνατότητα μεγέθυνσης έως και 1.000 φορές επιτρέπουν στους ειδικούς να ανακαλύπτουν αόρατες λεπτομέρειες των πινάκων.
Η δουλειά των συντηρητών της Πινακοθήκης είναι, βέβαια, αυτή που εννοεί η ίδια η λέξη. Ενίοτε όμως, αν δοθεί εντολή από ανώτερη αρχή, μπορεί να κληθούν να ελέγξουν και τη γνησιότητα ενός έργου. Θα το κάνουν διαπιστώνοντας, λ.χ., αν η γήρανσή του είναι φυσική ή τεχνητή, αν οι χρωστικές και τα υλικά που έχουν χρησιμοποιηθεί ταιριάζουν με τη χρονολόγησή του και δεν είναι μεταγενέστερα, αν κάποιοι έχουν μιμηθεί εργασίες συντήρησής του, αν έχουν αποκρύψει ή προσθέσει μια καλλιτεχνική υπογραφή κ.λπ., με το όλο εγχείρημα να προϋποθέτει και τη συνεργασία ιστορικών της τέχνης, επιμελητών και άλλων ειδικοτήτων. Η πληθώρα των έργων που τεκμηριώνουν και φροντίζουν οι συντηρητές, η εξοικείωσή τους με τους καλλιτέχνες, τις τεχνικές και τη γραφή τους, η καταβύθισή τους στον μικρόκοσμο των υλικών, σημαίνει ότι το μάτι τους εξασκείται και στην αναγνώριση πλαστών έργων. «Είναι σαν τους ασθενείς. Οσο περισσότερους βλέπεις, τόσο μεγαλύτερη εμπειρία έχεις», υπογραμμίζει η Αγνή Τερλιξή, προϊστάμενη της Διεύθυνσης Συντήρησης της Πινακοθήκης. «Πρέπει να είναι κάποιος άριστος γνώστης των τεχνικών κατασκευής και των υλικών των έργων που μιμείται, αλλά είναι πάρα πολύ δύσκολο να γνωρίζει κανείς τόσες παραμέτρους και να τις εφαρμόσει σωστά, χωρίς να κάνει λάθος», συνεχίζει η κ. Τερλιξή. «Εχουμε τόσα εργαλεία στα χέρια μας», προσθέτει η συντηρήτρια Ελένη Κουλουμπή, «που είναι πλέον πολύ δύσκολο να μείνει κάτι στο σκοτάδι».
«Είναι σαν τους ασθενείς. Οσο περισσότερους βλέπεις, τόσο μεγαλύτερη εμπειρία έχεις», λέει η Αγνή Τερλιξή, προϊστάμενη της Διεύθυνσης Συντήρησης της Πινακοθήκης, για την αναγνώριση των πλαστών έργων.
Εστω κι έτσι, πάντως, οι έλεγχοι για τη διαπίστωση της αυθεντικότητας ή της πλαστότητας ενός έργου δεν αποτελούν τον κύριο σκοπό της Εθνικής Πινακοθήκης. Για την ακρίβεια, αυτές οι γνωματεύσεις «είναι μια διαδικασία που επιβαρύνει το έργο μας και προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σε αυτήν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο», μας λέει η γενική διευθύντρια της Πινακοθήκης, Συραγώ Τσιάρα. Σε κάποιες περιπτώσεις, εξηγεί, οι έλεγχοι διαρκούν μικρό χρονικό διάστημα, «διότι τα έργα είναι καταφανώς πλαστά», όμως κάποιες φορές απαιτείται πιο ενδελεχής έλεγχος. Και ενώ οι Αρχές ζητούν από την Πινακοθήκη να εξετάσει κυρίως έργα ζωγραφικής (και όχι λ.χ. αρχαιότητες ή βυζαντινές εικόνες), η πλαστογραφία έχει αυξητικές τάσεις. «Στα χρόνια που βρίσκομαι στην Πινακοθήκη έχω διαπιστώσει ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο εξαιρετικά εκτεταμένο», τονίζει η κ. Τσιάρα. Πλέον όμως, συνεχίζει, η συζήτηση για την πλαστογραφία γίνεται πιο ανοιχτά – όχι μόνο στην Ελλάδα, όπου πρόσφατα πραγματοποιήθηκε μια έκθεση στο Τελλόγλειο Ιδρυμα με πλαστά έργα τέχνης, αλλά και σε πολλές χώρες. «Πλέον το αντιμετωπίζουμε σαν υπαρκτό ζήτημα», σημειώνει η διευθύντρια, «κι έτσι πρέπει».
Γεμάτες αποθήκες
Τα τελευταία δύο χρόνια έχουν σταλεί στην Πινακοθήκη, με εισαγγελική παραγγελία, τόσο πολλά κατασχεμένα έργα προς έλεγχο της γνησιότητάς τους, που πολλές εκατοντάδες από αυτά έχουν αποθηκευθεί σε ειδικό χώρο, στο κέντρο της Αθήνας. Προέρχονται από διάφορες υποθέσεις πλαστογραφίας στο Ηράκλειο Κρήτης, στη Θεσσαλονίκη, στο Κολωνάκι. Ο Γιώργος Οικονομόπουλος, δικηγόρος και νομικός σύμβουλος της Εθνικής Πινακοθήκης, υπολογίζει σε 2.800 το σύνολο των έργων που εστάλησαν στην Πινακοθήκη την τελευταία διετία. «Και το γεγονός ότι συσσωρεύονταν τόσο πολλά, πράγματι δημιούργησε μια συμφόρηση και ένα αδιέξοδο στην υπηρεσία», λέει. «Για αυτό λοιπόν και θεσπίσαμε τον νέο νόμο, για να καταπολεμήσουμε την πλαστογραφία, αλλά και για να δημιουργήσουμε ένα θεσμό, τον θεσμό των ορκωτών πραγματογνωμόνων, που θα ανακουφίσει την Πινακοθήκη και θα την απαλλάξει από αυτόν τον φόρτο εργασίας».

Καθώς τα 2.800 έργα αφορούν προηγούμενες υποθέσεις, ο πρόσφατος νόμος 5271/2026 για την καταπολέμηση της πλαστογράφησης έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων (και για την προστασία τους από φθορές και βανδαλισμούς) δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη δική τους περίπτωση, τουλάχιστον όχι προτού οριστικοποιηθούν και εκδοθούν οι εφαρμοστικές διατάξεις του. Αυτές θα συστήνουν και το Μητρώο (Σώμα) Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, που θα επιλέγεται με αυστηρές εξετάσεις, τις οποίες θα διενεργεί πενταμελής επιτροπή με μακρά προϋπηρεσία σε συναφείς θέσεις ευθύνης. Το Σώμα θα επιμορφώνεται υποχρεωτικά, θα μπορεί να συνεργάζεται με άλλες ειδικότητες, ενώ τα πορίσματά του του θα κατατίθενται προς έλεγχο στο υπουργείο Πολιτισμού, στο οποίο θα συσταθεί και ένα αυτοτελές τμήμα έργων τέχνης.
Ο θεσμός των πραγματογνωμόνων είναι μία από τις διεθνείς καινοτομίες του νόμου 5271/2026. Ο κ. Οικονομόπουλος αναφέρει, μεταξύ άλλων, την αντιμετώπιση του έργου τέχνης όχι ως κοινού εμπορεύματος, αλλά ως πνευματικής δημιουργίας, κάτι που σημαίνει ότι η δίωξη της πλαστογράφησης «δεν δομείται πλέον στην οικονομική συναλλαγή», αλλά, «για να παραπεμφθεί κάποιος, αρκεί να κατασκευάσει, να εκθέσει, να διακινήσει ή και να κατέχει ένα πλαστό έργο, επί σκοπώ παραπλάνησης». Προστατεύονται επίσης τα γνήσια έργα από τις αλλοιώσεις της χρονολόγησής τους, της προέλευσής τους κ.λπ., ενώ υπάρχει και πρόβλεψη για ψηφιακές μορφές τέχνης που ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον. Και βέβαια, αν ένα έργο διαπιστωθεί ότι είναι πλαστό, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την καταστροφή του ώστε να μην επιστρέψει αργότερα στην αγορά και να προσβάλει τα δεδομένα της ιστορίας της τέχνης, διαιωνίζοντας το κακό. Για να εξηγήσει τη σημασία της καταστροφής του πλαστού, ο κ. Οικονομόπουλος χρησιμοποιεί το παράδειγμα της Λερναίας Υδρας. Είναι λοιπόν ένας νόμος αυστηρός, σωστά; «Θα έλεγα ότι είναι δρακόντειος», απαντά.
«Αυστηρές ποινές»
«Πράγματι, οι ποινές που προβλέπονται στον νέο νόμο είναι αυστηρές. Αλλά αυτό αποτέλεσε συνειδητή επιλογή μας, προκειμένου να προστατευθούν οι επαγγελματίες της αγοράς έργων τέχνης και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των μελλοντικών αγοραστών στη λειτουργία της αγοράς και στην ηθική των φορέων της», επισημαίνει η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη. «Είναι κρίσιμο να αντιληφθούμε», συνεχίζει, «ότι το πρώτο θύμα της πλαστογραφίας και της απάτης επί των έργων τέχνης είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Ο δημιουργός υφίσταται τη λεηλασία του έργου του. Μέχρι σήμερα, ο ίδιος ή οι δικαιούχοι του δεν είχαν επαρκή μέσα για να την αντιμετωπίσουν. Θύμα είναι και ο αγοραστής, ιδιώτης ή δημόσιος φορέας. Η δραστηριότητα του επαγγελματία του χώρου της τέχνης μπορεί να επηρεαστεί δυσμενώς ή και να παρεμποδιστεί από την ύπαρξη απομιμήσεων των έργων τέχνης. Αλλά βλάβη, εντέλει, υφίσταται και το ίδιο το έργο». Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν, εξηγεί η υπουργός, ο νέος νόμος κατέστη αναγκαίος «προκειμένου, αποτελεσματικά, να καταπολεμηθούν τα φαινόμενα της πλαστογραφίας και της απάτης επί των έργων τέχνης, που προσβάλλουν και θίγουν σοβαρά ιδιωτικά και δημόσια συμφέροντα. Διαβρώνουν την εμπιστοσύνη στην αγορά της τέχνης και τους θεσμούς της, και τελικά, αποτελούν απειλή για την ίδια τη δημιουργικότητα».

Η Συραγώ Τσιάρα θεωρεί ότι ο νόμος θα ελαφρύνει τον φόρτο εργασίας της Εθνικής Πινακοθήκης, κυρίως όμως πιστεύει ότι θα θωρακίσει το έργο τέχνης και ότι θα περιορίσει το φαινόμενο της πλαστογραφίας. «Είναι για όλους μια ανακούφιση», λέει και συμπληρώνει ότι οι πρώτες αντιδράσεις συνοψίζονται στο «επιτέλους» που ακούστηκε από συλλέκτες, γκαλερίστες, ιστορικούς της τέχνης κ.λπ. Προσθέτει όμως και κάτι ακόμη. «Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα πλαστά δεν έχουν ψυχή, δεν έχουν ζωή, είναι ένα σύνολο από σχήματα και χρώματα, χωρίς την πνευματική και αισθητική υπεραξία ενός δημιουργού με όραμα», επισημαίνει. «Και αυτό είναι κάτι με το οποίο μπορεί να εξοικειωθεί κανείς, πηγαίνοντας σε εκθέσεις, μουσεία, ξεναγήσεις, προσανατολιζόμενος και σε πρακτικές αργής θέασης, όπου “σταματά” ο χρόνος για να συνομιλήσουμε με τη μεγάλη τέχνη και με τον εαυτό μας. Οταν κάποιος που αγαπά την τέχνη επισκέπτεται τα μουσεία, τις εκθέσεις, την Εθνική Πινακοθήκη, εξοικειώνεται με τη γραφή των καλλιτεχνών και είναι δύσκολο να πέσει θύμα απάτης».

