Ρωμαϊκοί μνημειακοί τάφοι εγκιβωτισμένοι σε ναούς των νεότερων χρόνων ήταν δύο από τα αναπάντεχα και ασυνήθιστα ευρήματα των φετινών ανασκαφών στα Γρεβενά. Τα αρχαία ταφικά κτίσματα, θεμέλιο σε ξωκκλήσι το ένα, παρεκκλήσι το δεύτερο σε σύγχρονο ναό, αν και συλημένα, διατηρούνται ακέραια παρέχοντας με τα ελάχιστα εναπομείναντα ίχνη τους, πολύτιμες πληροφορίες για την ανεξερεύνητη μέχρι πρότινος περιοχή της δυτικής Μακεδονίας.
Η περιοχή ήταν παραδομένη στους λαθρανασκαφείς που «ρήμαξαν τεκμήρια του παρελθόντος κυρίως τις δεκαετίες 1960, ’70 και ’80», λέει η προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Γρεβενών Σόνια Δημάκη.
Τη μεγαλύτερη έκπληξη έκρυβε το έρημο ξωκκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής, στη δύσβατη περιοχή «Λειψοκούκι», που βρίσκεται πέντε χιλιόμετρα από τους οικισμούς Μεγάλο Σειρήνι και Σύδενδρο. Ο ναός χτίστηκε τον 18ο αιώνα πάνω από ένα ρωμαϊκό ταφικό οικοδόμημα το οποίο διατηρείται υπόγεια κάτω από τον νάρθηκα. Το εξωκκλήσι, ένας ταπεινός μονόχωρος ξυλόστεγος ναός, χρονολογείται, σύμφωνα με επιγραφή τοιχογραφίας στο ιερό, στο 1717. Ο ρωμαϊκός καμαροσκεπής τάφος, διαστάσεων 2,84×2,14 μέτρων, εντοπίστηκε στα θεμέλια του ναού, εξηγεί η προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Γρεβενών, Σόνια Δημάκη. «Η είσοδός του στη γωνία του νάρθηκα ήταν ορατή, σκεπασμένη πρόχειρα για λόγους ασφαλείας. Από το άνοιγμά της, εννέα σκαλιά οδηγούν στο εσωτερικό του ταφικού κτίσματος που αποτελείται από τρεις κλίνες περιμετρικά του θαλάμου, κατασκευασμένες από λίθους, κεραμίδες και κονίαμα». Ελάχιστα ήταν τα κινητά ευρήματα που άφησαν οι αρχαιοκάπηλοι στις λαθρανασκαφές του περασμένου αιώνα: σκελετικό υλικό, οστά ζώων, σιδερένια καρφιά, κεραμική οθωμανικών χρόνων και μια σιδερένια λόγχη ξίφους. Διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη (ένας πεσσός και ένα βάθρο κίονα) που ήταν ενσωματωμένα στην τοιχοδομή, βοηθούν στην ταύτιση του ταφικού μνημείου που χρονολογείται γύρω στον 2ο αι. μ.Χ.
Ως παρεκκλήσι
Στο εσωτερικό ενός σύγχρονου ναού βρέθηκε ενσωματωμένο ένα ακόμη αντίστοιχο ρωμαϊκό ταφικό οικοδόμημα, μικρότερων διαστάσεων, της ίδιας περιόδου. Εντοπίστηκε στον ναό του Αγίου Δημητρίου που κτίστηκε τη δεκαετία του 1970, στην Κιβωτό Γρεβενών. Το ταφικό μνημείο διατηρείται κάτω από την εκκλησία και σήμερα λειτουργεί ως παρεκκλήσι για τους προσκυνητές.


Ενα τρίτο ρωμαϊκό ταφικό κτίσμα σώζεται ακέραιο, στο Μεγάλο Σειρήνι, στη θέση «Αγία Τριάδα», όπου σύμφωνα με την προφορική παράδοση υπήρχε ομώνυμη μονή. Ο υπόγειος καμαροσκεπής τάφος, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των κατοίκων, είχε συληθεί μεταξύ 1982-1987. Οι αρχαιολόγοι κατάφεραν να περισυλλέξουν μόνο κάποια αρχιτεκτονικά μέλη, μεταξύ αυτών ένα θραύσμα κεραμίδας που απεικονίζει πιθανώς τη μνημειακή πρόσοψη του ταφικού αυτού κτίσματος.
«Η ύπαρξη ρωμαϊκών τάφων μέσα σε ναούς μάς εξέπληξε ευχάριστα», αναφέρει η κ. Δημάκη. Γιατί όμως οι κάτοικοι ή ο κτήτορας επέλεξαν να ανεγείρουν χριστιανικούς ναούς στις θέσεις ρωμαϊκών τάφων; Ποιοι θρύλοι και ποιες παραδόσεις βαθιά ριζωμένες απέτρεψαν την καταστροφή τους; «Μια εμφανής πρώτη απάντηση είναι ότι σεβάστηκαν τους νεκρούς», επισημαίνει η κ. Δημάκη. «Διατήρησαν έτσι τα κατάλοιπα του παρελθόντος τα οποία σε συνδυασμό με την ύπαρξη οικοδομικών λειψάνων, ψηφιδωτών και νεκροταφείων που εντοπίστηκαν και διερευνήθηκαν τα τελευταία χρόνια σε διάφορες θέσεις των Γρεβενών, καταδεικνύουν την πυκνή κατοίκηση και την ευμάρεια της ευρύτερης περί τον Αλιάκμονα περιοχής κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους και την ύστερη αρχαιότητα». Βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορες περιοχές του νομού όπου προγραμματικές συμβάσεις δίνουν τη δυνατότατα για περισσότερες ανασκαφικές έρευνες. Οι αρχαιολογικές θέσεις (νεολιθικές, ελληνιστικές, ρωμαϊκές) πληθαίνουν στον χάρτη του νομού Γρεβενών, μιας περιοχής αχαρτογράφητης πριν από δέκα χρόνια, παραδομένης στους λαθρανασκαφείς που, όπως αναφέρει η κ. Δημάκη, «ρήμαξαν τεκμήρια του παρελθόντος, κυρίως τις δεκαετίες 1960, ’70 και ’80».

Κρυμμένα μέσα στο βαθύ πράσινο του δασοσκέπαστου λόφου κοντά στην κοινότητα των Φιλιππαίων, ήταν και τα εντυπωσιακά σωζόμενα κατάλοιπα ενός εκτενούς οχυρού των ελληνιστικών χρόνων, που διερευνά πολυπληθής διεπιστημονική ομάδα του ΕΚΠΑ με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή Αρχαιολογίας Νίκο Δημάκη. Ξεκίνησε, όπως λέει ο ίδιος στην «Κ», «δειλά το 2024, αλλά η πρώτη αυτοψία θα μας μείνει αξέχαστη. Τριάντα φοιτητές φορτωμένοι με σύγχρονα και παραδοσιακά εργαλεία, επιχείρησαν την πρώτη κοπιώδη ανάβαση στην κορυφή του λόφου που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.550 από τη θάλασσα. Επειτα από μια διαδρομή στο πυκνό δάσος, αυτό που αντίκρισαν στην κορυφή ήταν ανέλπιστο. Τμήματα τειχών μιας εκτενούς οχυρωματικής κατασκευής που σώζεται κατά τόπους σε ύψος 2,5-3 μέτρων και πλάτους 1,5-1,80 μέτρων, διατηρούνταν επί αιώνες, περιμετρικά του λόφου σε μια έκταση 90 συνολικά στρεμμάτων». Η ερευνητική ομάδα προχώρησε στην καταγραφή του οχυρού, αξιοποιώντας υπερσύγχρονα μέσα τεχνολογίας που επιτρέπουν την ακριβή ιστορική τοπογραφία του λόφου με ακρίβεια χιλιοστού, χωρίς να επιβαρύνονται οι αρχαιότητες και το φυσικό περιβάλλον. Τα νέα εργαλεία, εξηγεί ο κ. Δημάκης, επιτυγχάνουν αμεσότερη και ασφαλέστερη χαρτογράφηση μεγάλων εκτάσεων, που με παραδοσιακές μεθόδους θα ήταν δύσκολη έως αδύνατη ειδικά στο οχυρό των Φιλιππαίων, λόγω του δύσβατου και δασοσκέπαστου λόφου.
Πρόκειται για μια στιβαρή μνημειώδη κατασκευή, «όμοιά της δεν υπάρχει στην περιοχή», με επάλληλους οχυρωματικούς δακτυλίους, σχηματισμένοι μεταξύ τους σε απόσταση από 5 έως 10 μέτρα. Είναι κατασκευασμένοι από λαξευμένους λίθους –τοπικά πετρώματα– με κοινή οχυρωματική τεχνική που αποτελεί ιδίωμα της Δυτικής Μακεδονίας. Ελάχιστα προς το παρόν κινητά ευρήματα, όπως όστρακα από κεραμική, αγνύθες που φέρουν σφραγίδες και νομίσματα υστεροελληνιστικών, πρώιμων ρωμαϊκών και υστερορωμαϊκών χρόνων, αποτελούν τις πρώτες ενδείξεις για μια οχυρωματική θέση της ελληνιστικής περιόδου με χρήση στους μεταγενέστερους χρόνους, ενδεχομένως ώς τους βυζαντινούς.
Η θέση της σε μια περιοχή με πυκνό δίκτυο οχυρώσεων (Καστρί, Πολυνέρι, Μεσολούρι, Σπήλαιο, Πρόσβορο) διαφόρων εποχών (ελληνιστικές έως μεταβυζαντινές) τοποθετείται σε φυσικούς δρόμους για να ελέγχει τα περάσματα από την Ηπειρο προς Μακεδονία και αντίστροφα, κατά τον 3ο και 2ο αιώνα π.Χ. Πρόκειται για μια «εξαιρετικά ταραχώδη ιστορικά περίοδο. Η συγκεκριμένη έκταση της Πίνδου που αποτελούσε τμήμα της Μακεδονίας είχε ενσωματωθεί στο μακεδονικό βασίλειο από τον Φίλιππο Β΄. Γνωρίζουμε από πηγές ότι πολλοί κάτοικοι αυτής της περιοχής είχαν ακολουθήσει τον στρατό του Μ. Αλεξάνδρου, στις εκστρατείες της Ασίας. Από τη συγκεκριμένη περιοχή φαίνεται να κατάγεται ο Πολυπέρχων, ένας από τους γνωστούς στρατηγούς του Μακεδόνα στρατηλάτη».
Το «Ρωμαϊκό ταφικό οικοδόμημα στο Λειψοκούκι» και το «Ελληνιστικό οχυρό των Φιλιππαίων» θα ανακοινωθούν στην 38η συνάντηση για το Αρχαιολογικό Εργο στη Μακεδονία και τη Θράκη, που ξεκινάει αύριο στο Κέντρο Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων (ΚΕΔΕΑ) του ΑΠΘ.
