Ενα όπλο που σημαδεύει έναν ανθρώπινο στόχο είναι ο πιο εύκολος τρόπος να μιλήσεις για την αγριότητα του πολέμου. Ωστόσο, οι ενέδρες, οι βομβαρδισμοί, οι αιφνιδιαστικές επιθέσεις, δεν «γράφουν» στο χαρτί ή στο μυαλό μας όπως ένα παιδί με πρησμένη από την πείνα κοιλιά που σε κοιτάζει στα μάτια, ή ένα άλλο που παίζει με μπάζα στον διάδρομο ενός νοσοκομείου. «Θέλω οι φωτογραφίες μου να δηλητηριάζουν τις σκέψεις σας, όπως δηλητηριάζουν τις δικές μου», έχει πει ο σερ Ντον Μακ Κάλιν, ο «Γκόγια με την κάμερα», όπως τον αποκαλούν, ένας από τους σημαντικότερους φωτορεπόρτερ του 20ού αιώνα, ένας καταγραφέας της ανθρώπινης θηριωδίας.
Γεννιέται το 1935 και μεγαλώνει σε εργατική γειτονιά στο βόρειο Λονδίνο. Με τον θάνατο του πατέρα του αφήνει τα όνειρα για καλλιτεχνική εκπαίδευση και στα 13 του αναζητάει δουλειά. Στη Βασιλική Αεροπορία (RAF) τον τοποθετούν στο τμήμα φωτογραφίας, όμως δίπλωμα δεν παίρνει ποτέ, αφού δεν διαβάζει καλά. Αγοράζει μια μηχανή και επιστρέφει στη γειτονιά του. «Με ρωτούν πολλοί επίδοξοι φωτογράφοι πώς βρέθηκα σε πολεμικά μέτωπα. Πόλεμοι γίνονται παντού στη γειτονιά σου, στην πόλη σου», μας είπε το πρωί του περασμένου Σαββάτου λίγο πριν από τα εγκαίνια της έκθεσης «McCullin. Life, Death & Everything in Between» που παρουσιάζεται στην Τεχνόπολη (έως 12/3) στο πλαίσιο του Athens Photo World και μας παραπέμπει στους αστέγους και φτωχούς που φωτογράφισε στους δρόμους του Λονδίνου. Οι φωτογραφίες αυτές, όπως και εκείνες από τα πεδία της μάχης, είναι μέρος της έκθεσης μαζί με τοπία και νεκρές φύσεις, όμως, εκείνος ξεκαθαρίζει πως η δουλειά του δεν έχει σχέση με την τέχνη. «Το ιδανικό μέρος να εκτεθούν θα ήταν μια στάση μετρό. Πώς μπορείς να μιλάς για τέχνη όταν δίπλα σου σωριάζονται άνθρωποι;».

Το 1959 στήνει σε μια οικοδομή τα μέλη μιας συμμορίας στη συνοικία του και πάει στην Observer. Το 1961 βρίσκεται νεόνυμφος στο Παρίσι και βλέπει σε μια γαλλική εφημερίδα την εικόνα ενός στρατιώτη που πηδάει πάνω από συρματόπλεγμα. «Σε πειράζει να πάω στο Βερολίνο όταν επιστρέψουμε;», ρωτάει τη γυναίκα του. Είχε 70 λίρες στην άκρη, τις ξόδεψε και πήγε χωρίς ανάθεση. Στάθηκε στη Φριντριχστράσε και φωτογράφισε τα αμερικανικά και σοβιετικά τανκς που είχαν παραταχθεί αντικριστά. Δημοσίευσαν μισή σελίδα στην εφημερίδα, όμως οι φωτογραφίες του απέσπασαν βραβείο και εκείνος φήμη. Το 1964 τον στέλνουν να καλύψει την κρίση μεταξύ Τούρκων και Κυπρίων στην Κύπρο. «Η γυναίκα μου έχει ελληνική καταγωγή και συχνά μου υπενθυμίζει ότι η προσέγγισή μου ήταν φιλοτουρκική. Ομως, όταν φωτογράφισα αυτήν την Τουρκάλα, τη σκέφτηκα απλώς σαν μια γυναίκα που άκουγε συντετριμμένη ότι ο άντρας της σκοτώθηκε. Οι λεπτομέρειες της ιστορίας δεν έχουν σημασία. Εχω δει γυναίκες να κλαίνε στην Αφρική, στη Μέση Ανατολή· ο πόνος είναι ίδιος παντού».
Επιμένει πως τα τελευταία 70 χρόνια της ζωής του ήταν χαμένος χρόνος, παραδέχεται, ωστόσο, πως σήμερα με τα drones δεν θα είχε αυτές τις εμπειρίες. Οταν επέστρεφε στο Λονδίνο ένιωθε παρείσακτος. «Ενιωθα πως είχα ενός είδους κοινωνική λέπρα. Με το που άνοιγα το στόμα μου να πω τι είχα δει, βαριούνταν. Και σήμερα οι άνθρωποι δεν θέλουν να βλέπουν φωτογραφίες πολέμου. Προτιμούν να ανοίγουν τις εφημερίδες και να βλέπουν έναν πιο ελκυστικό κόσμο: ηθοποιούς, τους Μπέκαμ».


Μάλλον πάντοτε έτσι ήταν, εκείνος όμως δεν άφησε τη συνείδησή μας να ησυχάσει και για περισσότερα από 15 χρόνια μας μετέφερε μέσα από τις σελίδες της Sunday Times και τα εξώφυλλα του Sunday Times Magazine στιγμές όπου ο άνθρωπος όρμησε με μανία σε έναν άλλο, για λόγους θρησκευτικούς, εθνικούς ή οικονομικούς. Πήγε στην Καμπότζη, στον Λίβανο, στο Βιετνάμ, κάλυψε τον πόλεμο της Μπιάφρας. «Με πήγαν σε ένα παλιό σχολείο όπου έμεναν υποσιτισμένα παιδιά, στο όριο του θανάτου. Αυτά χάρηκαν, νόμιζαν πως θα έφερνα φαγητό. Εγώ είχα μόνο δύο Nikon πάνω μου». Αρκετές φορές πήγε να βοηθήσει και άλλες κατέβασε την κάμερα από ντροπή. «Υπήρχε ένας βομβιστής που τον πήγαιναν για εκτέλεση. Στάθηκε ένας κοντά του και του τίναξε τα μυαλά στον αέρα. Δεν την έχω αυτήν τη λήψη. “Το τράβηξες;” άκουσα έναν δημοσιογράφο δίπλα μου να λέει. Φοβερό!».
Στα Φώκλαντ το 1982 δεν πήγε· δεν τον επέλεξαν και προτίμησε να πάει στον Λίβανο για να καλύψει τη σφαγή της Σάμπρα και της Σατίλα. «Δεν πρέπει να διαλέγω πλευρά, αλλά η καρδιά μου είναι με τους Παλαιστινίους. Οποιος και να φωτογράφιζε σήμερα στη Γάζα, ακόμη και με κινητό, θα έβγαζε συνταρακτικές εικόνες. Δεν μπορείς να αποτύχεις με τόση βία γύρω σου».

