Η σχέση μοντέρνας τέχνης και Εκκλησίας

Την περυσινή χρονιά (13 Ιουνίου - 20 Σεπτεμβρίου 2025) πραγματοποιήθηκε στο Βατικανό έκθεση ζωγραφικής υπό τον τίτλο «Παύλος ΣΤ΄ και Ζακ Μαριτέν: η ανανέωση της ιερής τέχνης στη Γαλλία και Ιταλία (1945-1973)», με έργα των Ρουό, Ματίς, Σαγκάλ, Σεβερίνι, Κόνγκντον, Ντενί, Μπερνάρ

4' 13" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Την περυσινή χρονιά (13 Ιουνίου – 20 Σεπτεμβρίου 2025) πραγματοποιήθηκε στο Βατικανό έκθεση ζωγραφικής υπό τον τίτλο «Παύλος ΣΤ΄ και Ζακ Μαριτέν: η ανανέωση της ιερής τέχνης στη Γαλλία και Ιταλία (1945-1973)», με έργα των Ρουό, Ματίς, Σαγκάλ, Σεβερίνι, Κόνγκντον, Ντενί, Μπερνάρ. Η έκθεση έχει πίσω της μακρά ιστορία. Το καλοκαίρι του 1924 ο ιερέας Τζιοβάνι Μπατίστα Μοντίνι βρέθηκε για ένα μήνα στη Γαλλία, όπου είχε τη μεγάλη τύχη να γνωρίσει τον Μαριτέν, ο οποίος θα τον μυήσει στη μοντέρνα ζωγραφική. Η αισθητική και πνευματική συγκίνηση του εικοσιεπτάχρονου ιερέα (και μελλοντικού πάπα Παύλου ΣΤ΄) υπήρξε ισχυρή και αποδείχτηκε σταθερή και διαρκής, όπως διαρκής και σταθερός θα αποδειχθεί και ο πνευματικός δεσμός του με τον Μαριτέν (υπήρξε και ένας από τους πρώτους μεταφραστές έργων του στα ιταλικά). Τα χρονολογικά όρια της έκθεσης έχουν τη σημασία τους: το 1945 ο Μαριτέν ορίστηκε πρέσβης της Γαλλίας στην Αγία Εδρα και τον Ιούνιο του 1973 εγκαινιάστηκε στα Μουσεία του Βατικανού η Συλλογή Μοντέρνας Θρησκευτικής Τέχνης, με 1.000 έργα αρχικά, η οποία σήμερα ξεπερνάει τα 10.000. Η συνάντηση αυτή και η σχέση Μαριτέν και πάπα Παύλου ΣΤ΄ έπαιξε τον ρόλο της στη συμφιλίωση της Καθολικής Εκκλησίας με τη μοντέρνα ζωγραφική.

Ο μεγάλος πρωταγωνιστής πάντως αυτής της συμφιλίωσης υπήρξε ο Δομινικανός Μαρί-Αλέν Κουτιριέ (1897-1954), ζωγράφος ο ίδιος, που διετέλεσε μεταξύ άλλων και συνδιευθυντής, σε δύο περιόδους, μαζί με τον επίσης Δομινικανό Πιε Ρεγκαμί, του περιοδικού «L’ Art sacré» (1935-1969, με διαλείμματα). Ο π. Κουτιριέ πίστευε ότι η Εκκλησία δεν έπρεπε να μείνει έξω από το τεράστιο κίνημα της μοντέρνας τέχνης, ότι έπρεπε να έρθει σε επαφή μαζί του και να επανασυνδεθεί επιτέλους με τους μεγάλους δημιουργούς της εποχής. Τα κακόγουστα εμπορικά προϊόντα της σουλπικιανής θρησκευτικής παραγωγής, που είχαν γεμίσει τους καθολικούς ναούς και τα καθολικά ιδρύματα, τα θεωρούσε ντροπή και προσβολή της Εκκλησίας.

Ο ναός του Ασί

Ο π. Κουτιριέ προσπάθησε να πραγματοποιήσει το όραμά του σε κάποιους επαρχιακούς ναούς της Γαλλίας (Assy, Vence, Audincourt, Ronchamp). Θα πούμε δυο λόγια, για τις ανάγκες της συζήτησης, για την εικονογράφηση της εκκλησίας της Παναγίας, στο οροπέδιο του Ασί, μέσα στο σανατόριο του Σανσελεμόζ, που έγινε με την αμέριστη συνδρομή του αβά Τζιαν Ντεβενί. Την εκκλησία αυτή, εσωτερικά και εξωτερικά, κοσμούν έργα των Λεζέ, Ρουό, Μπονάρ, Λιρσά, Σαγκάλ, Ματίς, Μπρακ, Λίπσιτς και άλλων. Από όλους αυτούς μόνο ο Ρουό ήταν πιστός καθολικός, ενώ ο Σαγκάλ και ο Λίπσιτς ήταν Εβραίοι, οι δε Λεζέ, Μπρακ και Λιρσά άθεοι ή κομμουνιστές, κάτι για το οποίο ο π. Κουτιριέ δέχτηκε σφοδρή κριτική. Εμεινε αμετακίνητος: δεν αναζητούσε πιστούς αλλά καλούς ζωγράφους και πίστευε ότι ο καλός ζωγράφος είναι κυριολεκτικά εμπνευσμένος, οδηγείται δηλαδή από το πνεύμα, το οποίο όπου θέλει πνει. Η εκκλησία αυτή απέκτησε παγκόσμια ακτινοβολία, και ο π. Κουτιριέ εξηγούσε ικανοποιημένος ότι αυτό δεν οφείλεται στο ότι τα έργα είναι αριστουργήματα, αλλά στο ότι γεννήθηκαν από τη σωστή ιδέα ότι για να κρατηθεί στη ζωή η χριστιανική τέχνη πρέπει, σε κάθε γενιά, η Εκκλησία να απευθύνεται στους σπουδαίους ζωγράφους που δημιουργούν γύρω της, γιατί η τέχνη ζει μοναχά από τους εν ζωή δημιουργούς της. 

Ο Εσταυρωμένος

Ο ναός του Ασί, πάντως, θα μείνει στην εικαστική ιστορία του 20ού αιώνα, όχι τόσο για τα έργα των σπουδαίων ζωγράφων του, όσο για τον Εσταυρωμένο της γλύπτριας Ζερμέν Ρισιέ (1902-1959). Ο π. Κουτιριέ τής παράγγειλε το έργο, μαζί με τον π. Ντεβενί, για να τοποθετηθεί στο ιερό, πίσω από την Τράπεζα, όπως και πράγματι έγινε, τον Ιούλιο του 1950, ενόψει των εγκαινίων του ναού. Στις αρχές του 1951 καθολικοί ζηλωτές σηκώνουν πόλεμο κατά του έργου της Ρισιέ, το καταγγέλλουν ως βλάσφημο –χωρίς να το έχουν δει–, οι αντιδράσεις σιγά σιγά διογκώνονται, η Ρώμη και ο πάπας Πίος ΙΒ΄ συντάσσονται μαζί τους και το έργο αποσύρεται από την εκκλησία στις 4 Απριλίου 1951. Δεν θα εξιστορήσουμε όλη την περιπέτεια του Εσταυρωμένου της Ρισιέ (βλ. σχετικά το βιβλίο της Laurence Durieu, «Le Christ interdit», Fage, 2025), θα σημειώσουμε μόνο ότι ο Εσταυρωμένος επέστρεψε στη θέση του το Πάσχα του 1969, δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια μετά την αφαίρεσή του (και δέκα μετά τον θάνατο της γλύπτριας). 

Παρά τις προσπάθειες του Μαριτέν και κυρίως του Κουτιριέ, που πάντως δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους, η συμφιλίωση της μοντέρνας ζωγραφικής με την Εκκλησία ήταν δύσκολη – και παραμένει. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η μοντέρνα τέχνη μπορεί, όσο και οποιαδήποτε άλλη, να είναι χριστιανική, να εκφράζει το πνεύμα του Χριστιανισμού. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να είναι και εκκλησιαστική. Τι είναι αυτό που καθιστά ένα χριστιανικό έργο εκκλησιαστικό, τι το κάνει εικόνα (την αναστήλωση των οποίων πανηγυρίζουμε σήμερα); Η τεχνοτροπία του; Ασφαλώς όχι. Το θέμα του; Οπωσδήποτε, αλλά όχι αποκλειστικά. Η πίστη του δημιουργού του; Ούτε. Αυτό που καθιστά ένα έργο εκκλησιαστικό είναι ο προορισμός του, ότι δηλαδή προορίζεται για έναν ναό και για να υπηρετεί τα τελούμενα εκεί, να υπηρετεί τη λατρεία του Θεού, τη Λειτουργία και την προσευχή, να μπορεί δηλαδή η κοινότητα των πιστών να προσευχηθεί μπροστά σε αυτό, να παρακινείται από τη θέα του να προσευχηθεί. Ερήμην της αισθητικής αξίας του; Και ακόμη: ένα έργο, που με μια απόφαση κάποιων εκκλησιαστικών παραγόντων μπήκε σε έναν ναό, έγινε αυτομάτως εκκλησιαστική τέχνη; Ανάγκη να συνεχίσουμε τη συζήτηση.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT