Η Μαρία Κοσοβίτσα μιλάει με ενθουσιασμό και μια μείξη αυτογνωσίας και αθωότητας που συναντάς σε νέους ανθρώπους που ξέρουν πόσο δύσκολο είναι αυτό που διάλεξαν· αλλά το διάλεξαν ολόψυχα. Μέσα στο καμαρίνι όπου έχουμε συναντηθεί φτάνουν, από μια παραξενιά της ακουστικής στο κτίριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, οι ήχοι από τη σκηνή –τρυπάνια, φωνές, χτυπήματα από σφυριά–, που μοιάζουν σαν αντίλαλος ενός μακρινού πεδίου μάχης. Ή μιας απαιτητικής παράστασης όπερας που ετοιμάζεται πυρετωδώς.
Βρισκόμαστε περίπου ένα μήνα πριν από την πρεμιέρα της όπερας «Αννα Μπολένα» του Ντονιτσέτι, της νέας παραγωγής της ΕΛΣ σε σκηνοθεσία του Θέμελη Γλυνάτση, και η τριαντάχρονη σοπράνο θα δοκιμαστεί για πρώτη φορά σε έναν από τους πιο απαιτητικούς ρόλους του μπελκάντο ρεπερτορίου. Η όπερα συνδέεται με ένα ιστορικό πρόσωπο, τη Βρετανίδα βασίλισσα Αν Μπολέιν και η ερμηνεία απαιτεί υψίφωνο με τεχνική αρτιότητα και έντονη δραματική ικανότητα. Μετά τη συνέντευξή μας, η Μαρία Κοσοβίτσα θα μπει στην πρόβα. «Μπορούμε να τελειώσουμε λίγο νωρίτερα για να ζεστάνω τη φωνή μου;», ρωτάει διακριτικά, και διόλου δεν έχει το ύφος ντίβας που ετοιμάζεται για πρωταγωνιστικό ρόλο.
Για τη γελαστή, ευαίσθητη Μαρία, η δυναμική και φιλόδοξη Αννα που σταδιακά απομακρύνεται με τη βία από την εξουσία και τελικά βυθίζεται στην απόλυτη μοναξιά, ενσαρκώνει τη μεγάλη πρόκληση της καριέρας της. Πρέπει να σπρώξει τον εαυτό της στα άκρα και να «μεγαλώσει» πολύ γρήγορα για να συναντήσει την Μπολένα. «Αλλά η Μαρία το έχει», σχολιάζει ο Θέμελης Γλυνάτσης. «Χρειάζεται δουλειά, όμως είναι πολύ δεκτική και αποφασισμένη να κάνει το βήμα».
Στα βαθιά
«Εχω βρεθεί στα βαθιά, ναι», παραδέχεται και η ίδια. «Η Αννα Μπολένα είναι κόντρα ρόλος για μένα προσωπικά αλλά και σε σχέση με ό,τι έχω κάνει μέχρι τώρα. Είμαι όμως ευτυχισμένη και νιώθω τυχερή γιατί στη Λυρική Σκηνή με εμπιστεύτηκαν και μου πρόσφεραν την πολύτιμη ευκαιρία. Η Αννα Μπολένα έχει ισχυρή προσωπικότητα. Μου αρέσει η τόλμη της, και διαθέτει κάτι που μπορεί να με διδάξει: να μη φοβάμαι να δείξω ποιος είναι ο εαυτός μου».
Στην ελληνική σκηνή της όπερας η Μαρία Κοσοβίτσα έκανε το ντεμπούτο της στο Ηρώδειο ερμηνεύοντας τη Λιου στην όπερα «Τουραντότ» του Πουτσίνι της ΕΛΣ που άνοιξε το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου τον περυσινό Ιούνιο. Διακρίθηκε και συζητήθηκε η Λιου της Κοσοβίτσα. Οχι μόνον για το ηχόχρωμα της φωνής της, αλλά και για την σεμνότητα της καλλιτέχνιδος.
Τη ρωτώ ποια στιγμή κατάλαβε ότι είναι πια μια λυρική τραγουδίστρια. «Λίγο πριν την “Τουραντότ” και αφού παράλληλα τελείωνα τις σπουδές φωνητικής στην Ακαδημία Βέρντι», απαντάει. «Διότι, εντάξει, το όνειρο είναι όνειρο, αλλά από την αρχή είχα ανασφάλεια για το πώς θα συνεχίσω σε αυτόν τον δύσκολο χώρο χωρίς επαφές και κυρίως χωρίς οικονομική στήριξη». Το διαβατήριό της ήταν η φωνή της. Σε μία από τις ακροάσεις που έκανε η ΕΛΣ προκειμένου να βρει νέα πρόσωπα, ξεχώρισε αμέσως. Εκτοτε τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους προς τους μικρότερους αλλά και τους μεγάλους ρόλους.
Το όνειρο είναι όνειρο, αλλά από την αρχή είχα ανασφάλεια για το πώς θα συνεχίσω σε αυτόν τον δύσκολο χώρο χωρίς επαφές και κυρίως χωρίς οικονομική στήριξη.
Ομως η ιστορία της Μαρίας Κοσοβίτσα με το τραγούδι αρχίζει πολύ πριν από αυτά. Αρχίζει στον Βοτανικό μέσα σε μια πολύ δεμένη οικογένεια και στην παράδοση τριών γενεών καλλίφωνων γυναικών. Από γιαγιά σε κόρη κι από εκεί σε εγγονή, το τραγούδι αντιπροσώπευε τη χαρά της ζωής τους κόντρα στις δυσκολίες.
Λαϊκά και ρεμπέτικα
«Η γειτονιά μου είναι στου Ψυρρή. Μεγάλωσα στο “Οινομαγειρείο της Αλεξάνδρας” στον Βοτανικό, που άνοιξε όταν η μητέρα μου ήταν έγκυος σε μένα, και πήρε το όνομά της», διηγείται. «Η ταβέρνα έχει σχεδόν κάθε μέρα μουσική. Λαϊκά, ρεμπέτικα, κλαρίνα ηπειρώτικα. Ο πατέρας μου είναι από την Ηπειρο, η νονά μου επίσης. Είναι οικογενειακή υπόθεση. Η μαμά μου δούλεψε στην κουζίνα, έχει την επίβλεψη του μαγαζιού και τραγουδά. Εγώ δεν τραγούδησα ποτέ στο μαγαζί – δεν νομίζω ότι τα λέω καλά αυτά τα τραγούδια». Εργάστηκε όμως και εργάζεται ακόμη μερικές φορές στο σερβίρισμα, όταν τη χρειάζονται.

Η μητέρα της, Αλεξάνδρα, τραγουδάει λαϊκά και ρεμπέτικα και είναι, σύμφωνα με τη Μαρία, «η πιο ωραία φωνή που έχω ακούσει. Δυνατή, σχεδόν στεντόρεια, με υπέροχο χρώμα. Βασικά νομίζω ότι θα ήταν μέτζο αν έκανε όπερα και κάποιος που δούλεψαν μαζί, της είχε πει ότι η φωνή της είναι για βινύλιο».
Τη ρωτάω ποιο τραγούδι από αυτά που λέει η μητέρα της αγαπάει περισσότερο. «Το “Καλντερίμι” του Σταύρου Ξαρχάκου από τα “Κόκκινα φανάρια”», απαντάει. Τραγουδάει την πρώτη στροφή για να το θυμηθώ: «Του λιμανιού το καλντερίμι όσοι δε ζήσαν/ να που δεν ξέρουν τι ’ναι πόνος και καημός». «Πόλυ Πάνου ή Βίκυ Μοσχολιού, ποια από τις δύο εκτελέσεις προτιμάς;», ρωτάω. «Μοσχολιού», λέει. «Γενικά στη φωνή της μαμάς ταιριάζουν τα τραγούδια της Μοσχολιού».
Πριν από τη μητέρα της υπήρχε στην οικογένεια η γιαγιά Ευαγγελία, Κωνσταντινουπολίτισσα όπως και ο παππούς. Στα άγρια χρόνια της Κατοχής, ζούσε στον Ταύρο και δούλευε στο εργοστάσιο των Ελληνικών Υφαντουργείων. Πείνα, φτώχεια και ορφάνια. «Αλλά τραγουδούσαν πάντα. Η γιαγιά μου τραγουδούσε σαν αηδόνι. Με γυρίσματα στη φωνή και τσαλκάντζες. Προτιμούσε τα παλιά του Γιαννίδη και σμυρναίικα». Στην τελετή της διοργάνωσης για την απονομή των διεθνών βραβείων όπερας που έγινε στην ΕΛΣ το φθινόπωρο, η Μαρία ερμήνευσε ως σολίστ ένα κομμάτι από την όπερα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη «Περουζέ», τη «Νεράιδα του γιαλού». «Η μαμά μου είπε ότι αυτό το τραγουδούσε η γιαγιά μου. Συγκινήθηκα τόσο», λέει.
Η ίδια ξεκίνησε πιάνο στα οκτώ και πήρε το δίπλωμά της από το Ωδείο Ατενέουμ. Μαθήτρια του μουσικού σχολείου στο Ιλιον, έμαθε επίσης τσέλο, και ταμπουρά. Συμμετείχε στη χορωδία του σχολείου, που χάρη στο υψηλό της επίπεδο πήρε μέρος σε διαγωνισμούς και φεστιβάλ. Το σχολείο τελείωσε, η Μαρία έγινε φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής, αλλά το τραγούδι τής έλειπε. Η όπερα που συνδύαζε μουσική και θέατρο άρχισε να την ενδιαφέρει περισσότερο.
Ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές μονωδίας στο Βασιλικό Ωδείο Αμβέρσας με την υποτροφία «Μαρία Κάλλας», και το 2024 επιλέχθηκε από την Ακαδημία Βέρντι του Βασιλικού Θεάτρου Πάρμας. Την ίδια χρονιά κέρδισε το δεύτερο βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό όπερας «Βερντιανές φωνές». Το 2025 επιλέχθηκε από το Βασιλικό Θέατρο της Πάρμας ως αναπληρώτρια για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην όπερα «Ιωάννα της Λωρραίνης» του Βέρντι, καθώς και για τον ρόλο της Δυσδαιμόνας στον «Οθέλλο». Ετσι μπόρεσε να πληρώνει τη διαμονή της στο εξωτερικό και να ολοκληρώσει τις σπουδές της. «Το οικονομικό ήταν πάντοτε μεγάλο θέμα για μένα», λέει. «Χωρίς τη βοήθεια των υποτροφιών, δεν ξέρω αν θα είχα φύγει από τη χώρα».
Το αύριο
Αναρωτιέμαι πώς αισθάνεται σε αυτό το σημείο της ζωής της, αν νιώθει ότι ο δρόμος θα την πάει πολύ μακριά από τον Βοτανικό, την Αθήνα, την Ελλάδα. «Η ζωή μου τώρα χωρίζεται σε δύο κομμάτια, και η απόσταση μεταξύ τους είναι μεγάλη – κυριολεκτικά και συμβολικά», παραδέχεται. «Εδώ είναι η οικογένειά μου, οι φίλοι μου, η ζεστασιά, το γνώριμο που πάντα αγαπάω και επιστρέφω με χαρά. Αλλά υπάρχει και το άλλο κομμάτι, εκείνο των ταξιδιών, της γνωριμίας με καινούργιους ανθρώπους».
Εδώ είναι η οικογένειά μου, οι φίλοι μου, η ζεστασιά. Αλλά υπάρχει και το άλλο κομμάτι, εκείνο των ταξιδιών, της γνωριμίας με καινούργιους ανθρώπους.
Υπάρχει κάποιος ρόλος που ονειρεύεται, τη ρωτώ για το τέλος. Στριφογυρίζει στην καρέκλα της αμήχανη, αλλά όλο ελπίδα. «Μαντάμα Μπατερφλάι», λέει. «Μου έρχεται να κλάψω και μόνον που το σκέφτομαι: να τραγουδήσω εγώ τον ρόλο της Τσο Τσο Σαν!».
*«Aννα Μπολένα», Γκαετάνο Ντονιτσέτι, στην Εθνική Λυρική Σκηνή, παραστάσεις από 26 Μαρτίου έως 19 Απριλίου.

