Η Γαλάτιστα, η ιστορική κωμόπολη της Χαλκιδικής που ανήκει στον Δήμο Πολυγύρου, φημίζεται για τα κτίσματά της, τα οποία της χαρίζουν μια διακριτική και γοητευτική ταυτότητα. Ανάμεσα στα ιστορικά της κτίρια εντοπίζουμε, χαρακτηρισμένα από το ΥΠΠΟ ως μνημεία, το Διδακτήριο Ανθεμούντος, το Αρχοντικό Χατζόγλου, την Οικία Δ. Τσιφούτη, τον βυζαντινό πύργο, έμβλημα της Γαλάτιστας, κτίσματα σε μια ιστορική διαχρονία που ορίζουν τη φυσιογνωμία της Γαλάτιστας. Ανάμεσά τους, ερειπωμένη στέκει η Οικία Ζαφειροπούλου, από τα πιο εντυπωσιακά αρχοντόσπιτα του 19ου αιώνα στη Γαλάτιστα, χαρακτηρισμένη ως μνημείο από το ΥΠΠΟ το 2023.
Η σπουδαιότητα αλλά και η ετοιμορροπία αυτής της ιδιωτικής οικίας μάς δείχνει το σημαντικό πρόβλημα διαχείρισης πολλών ιστορικών κτισμάτων στον ευρύτερο βορειοελλαδικό χώρο. Ο Στέφανος Πασβάντης, ο οποίος με δική του πρωτοβουλία έχει αναλάβει τη συστηματική φωτογραφική καταγραφή του συνόλου του αρχιτεκτονικού και ιστορικού αποθέματος της Μακεδονίας, επισημαίνει αυτό ακριβώς το πρόβλημα.
«Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική στη Μακεδονία κινδυνεύει με πλήρη εξαφάνιση, και δεν αναφέρομαι στα εξαιρετικά κτίσματα της Καστοριάς, της Σιάτιστας ή της Κοζάνης, όσα σώζονται τελικά, ούτε στα εκλεκτικιστικά του 19ου και του 20ού αιώνα, αυτά έχουν πιθανότητες να διασωθούν», λέει. «Αναφέρομαι κυρίως στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική του αγροτικού χώρου, όπως τα σπίτια στα χωριά της ορεινής Δράμας, στα Κορέστεια της Καστοριάς, στα ιδιαίτερα κτίσματα των χωριών της Φλώρινας».
Στη Χαλκιδική εντοπίζεται η Οικία Ζαφειροπούλου, που αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατηγορίας. Ο Στέφανος Πασβάντης υποδεικνύει επίσης το κονάκι στο Βαλτοχώρι Χαλκηδόνας στη Θεσσαλονίκη, «ένα επίσης εξαιρετικό κτίσμα που πρέπει να διασωθεί».
Η περίπτωση της Γαλάτιστας αναδεικνύει με τρόπο ουσιαστικό και συμβολικό την κοινωνία και την οικονομία του 18ου, του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, σε μια διακύμανση που σήμερα προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον για λόγους ιστορικούς, τουριστικούς και οικονομικούς. Είναι στα μέσα του 19ου αιώνα που τοποθετείται η ανέγερση του Αρχοντικού Ζαφειροπούλου. Σύμφωνα με στοιχεία που προκύπτουν από σχετική μελέτη της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων Θεσσαλονίκης, και η οποία τέθηκε στη διάθεσή μας μέσω της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Πολυγύρου, το κτίριο, κατά πληροφορίες της οικογενείας Ιωάννη Ζαφειροπούλου, χτίστηκε γύρω στο 1850 ως οικογενειακή κατοικία. Οι Ζαφειρόπουλοι ήταν Μακεδόνες μεγαλέμποροι την εποχή που χτίστηκε το κτίριο. Αργότερα το σπίτι στέγασε δύο οικογένειες και σε μεταγενέστερη φάση στέγασε το οικοτροφείο της Εκκλησιαστικής Σχολής της Αγίας Αναστασίας (1947-1952).
Μεγάλων διαστάσεων διώροφο με κύριο μορφολογικό χαρακτηριστικό τα δύο ξυλόπηκτα σαχνισιά, το κτίριο είναι κατασκευασμένο από «αργολιθοδομή, με συνδετικό κονίαμα τον πηλό». Θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά κτίσματα κοσμικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής στην Κεντρική Μακεδονία. Είναι εγκαταλελειμμένο για περίπου 50 χρόνια τώρα, γι’ αυτό και η κατάστασή του είναι τόσο βεβαρημένη. H ερείπωσή του αναδεικνύει το χρόνιο πρόβλημα που αφορά το σύνθετο ζήτημα αποκατάστασης ιδιωτικών κτιρίων που είναι κηρυγμένα διατηρητέα μνημεία. Ηδη από το 1996 είχε αποσταλεί εκ μέρους του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου Γαλάτιστας στην 4η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων σχετικό έγγραφο. Η ανάγκη αξιολόγησης της ετοιμορροπίας του κτιρίου κρατάει σε εκκρεμότητα το θέμα για πολλά χρόνια, με ανταλλαγή εγγράφων ανάμεσα στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΠΟ και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Κάθε χρόνο η κατάσταση του κτιρίου επιβαρυνόταν, αλλά εντέλει το 2023 το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων χαρακτήρισε το Αρχοντικό Ζαφειροπούλου διατηρητέο μνημείο.
Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική των μικρών τόπων είναι έκθετη σε όλους τους κινδύνους.
