Τις τελευταίες δεκαετίες, αρκετοί διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και επιστήμονες μας έδωσαν με το έργο τους τη δυνατότητα να κατανοήσουμε πληρέστερα τη βυζαντινή Ιστορία και να τη μελετήσουμε με τη μέγιστη δυνατή αντικειμενικότητα. Εξέχουσα θέση ανάμεσά τους κατέχει η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ.
Μάλιστα, η Γλύκατζη-Αρβελέρ επιχείρησε μέσα από αρκετά γραπτά, ομιλίες και συνεντεύξεις της, να καταστήσει κοινωνό της Ιστορίας και του πολιτισμού του Βυζαντίου το κοινό, που δεν είχε την ευκαιρία να φοιτήσει στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα προκειμένου να διδαχθεί Ιστορία. Μέλημά της ήταν να εξηγήσει, με τρόπο απλό και κατανοητό, τη σπουδαιότητα και την ακτινοβολία του Βυζαντίου σε ένα ευρύτερο κοινό.
Το βιβλίο της «Γιατί το Βυζάντιο» υπηρετεί αυτή την επιδίωξη και αποτελεί μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες προσπάθειες της σύγχρονης ελληνικής βιβλιογραφίας να παρουσιάσει την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τρόπο προσιτό στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Το έργο επιδιώκει να καλύψει ένα σημαντικό κενό: την έλλειψη μιας συνοπτικής, αλλά ουσιαστικής εικόνας του Βυζαντίου για όσους δεν διαθέτουν εξειδικευμένη ιστορική κατάρτιση.
Αμεσα και αφηγηματικά
Από την πρώτη κιόλας σελίδα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι δεν πρόκειται για ένα τυπικό επιστημονικό σύγγραμμα, καθώς η συγγραφέας επιλέγει μια πιο άμεση, βιωματική και αφηγηματική προσέγγιση, βασισμένη στην πολυετή διδακτική της εμπειρία στη Σορβόννη. Η ίδια δίνει το στίγμα του έργου στον πρόλογο:

«Ενα κείμενο για το Βυζάντιο χωρίς επιστημονικές απαιτήσεις […] το πόνημα αυτό απευθύνεται σε όσους από τους Νεοέλληνες ταλανίζονται με το πρόβλημα της ελληνικής ιστορικής συνέχειας και στους ξένους (κυρίως τους Δυτικοευρωπαίους και τους Αμερικάνους βλαστούς τους) που αρκούνται στην επιλεκτική γνώση του παρελθόντος τους, άσχετα από κάθε ιστορική πραγματικότητα και με μόνο μέλημα τη δικαίωση μιας σύγχρονης πολιτικής προσέγγισης, που υπαγορεύουν συμφέροντα και ενδιαφέροντα, ξένα συχνά από την ιστορία και το αντικείμενό της. […] Στόχος μου λοιπόν να βάλω, κατά το δυνατόν, έστω εκ του πλαγίου και λάθρα σχεδόν, το Βυζάντιο στη θέση που τα επιτεύγματά του μας υπαγορεύουν: να πω συνοπτικά, εννοώ, αυτά που το αναδεικνύουν ως την πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία και που εξηγούν, όχι μόνο το πολιτιστικό μεγαλείο του (και αυτό ανεπαρκώς ακόμη γνωστό), αλλά και την ασυνήθη για παγκόσμια δύναμη (όπως ήταν κάποτε το Βυζάντιο) μακροβιότητά του. Φυσικό επακόλουθο η πλούσια ακτινοβολία του Βυζαντίου σε εκτενέστατη γεωγραφική βάση (εκτός από τα Βαλκάνια και τη Ρωσία, καλύπτει και ευρύ χώρο στη Μέση Ανατολή) και με επιβιώσεις που δημιουργούν πολιτιστική αλληλεγγύη ανάμεσα σε λαούς ξένους κατά τα άλλα, αλλά και συχνά εχθρικά διακείμενους μεταξύ τους.
»Με αυτό το σκεπτικό ως προτεραιότητα, η επιλογή των θεμάτων που ανέπτυξα και ανέλυσα εδώ (πλην του ιστορικού πλαισίου που προτείνω σαν καμβά, θα έλεγα, του κεντήματος) σχετίζεται κυρίως με φαινόμενα μακράς διάρκειας, που μπορούν κάπως να ερμηνεύσουν αντιδράσεις ατομικές ή ομαδικές των Βυζαντινών απέναντι στις προκλήσεις του καιρού τους και ίσως και να εξηγήσουν το “Γιατί” της βυζαντινής πολιτικής εμβέλειας σε δεδομένη στιγμή. Ιδού λοιπόν η έννοια του τίτλου “Γιατί το Βυζάντιο”. Το ερωτηματικό εξυπακούεται, γιατί καμιά απάντηση δεν μπορεί βέβαια να είναι οριστική».
Το βιβλίο της «Γιατί το Βυζάντιο» αποτελεί μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες προσπάθειες της σύγχρονης ελληνικής βιβλιογραφίας να παρουσιάσει την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με προσιτό τρόπο.
Ο τίτλος «Γιατί το Βυζάντιο» μόνο τυχαίος δεν είναι αντανακλά το βασικό ερώτημα που θέτει η συγγραφέας τόσο στον εαυτό της όσο και στον αναγνώστη: γιατί αξίζει να μελετήσουμε το Βυζάντιο και ποια είναι η σημασία του για εμάς σήμερα; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να περιοριστεί στις σελίδες ενός μόνο βιβλίου. Για τον λόγο αυτό, η Αρβελέρ αναπτύσσει μια σειρά από καίρια σημεία, τα οποία αναδεικνύουν την πολιτική, πολιτιστική και ιδεολογική σημασία του Βυζαντίου, με τρόπο κατανοητό για τον αναγνώστη.
«Βυζάντιο» και «Βυζαντινός»
Η Αρβελέρ ξεκινά τη συγγραφή της με μια ιστορική επισκόπηση της υπερχιλιετούς βυζαντινής Ιστορίας, αναφερόμενη αρχικά σε ορισμένους βασικούς όρους που χρησιμοποιούμε: «Οι όροι “Βυζάντιο” και “Βυζαντινός”, που περιγράφουν την περίοδο της μεσαιωνικής ιστορίας των χωρών που αποτέλεσαν την αυτοκρατορία, την οποία σήμερα ονομάζουμε καταχρηστικά Βυζαντινή, εφευρέθηκαν από τους πρώτους μελετητές της εποχής και της περιοχής αυτής. Καθολικοί ιερωμένοι, οι οποίοι αρνήθηκαν, για λόγους ιδεολογικούς, να ονομάσουν την αυτοκρατορία των σχισματικών, πάντα κατ’ αυτούς, ορθοδόξων χριστιανών, με το επίσημο όνομά της, που ήταν το Ρώμη και ρωμαϊκή πολιτεία. Το ευγενές αυτό όνομα παρέπεμπε, έλεγαν, στην καθολική Ρώμη και όχι στην Κωνσταντινούπολη. Η ονομασία Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, που θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηρίσει τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, αποκλείστηκε και αυτή, γιατί ανήκε, πάντα κατά τους Bollandistes, στην αυτοκρατορία που ίδρυσαν με αυτό το όνομα οι σταυροφόροι όταν κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1204, αυτοκρατορία που διήρκεσε έως το 1261, όταν δηλαδή ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος ανακατέλαβε την Κωνσταντινούπολη […] Ρώμη, λοιπόν, ονομαζόταν η αυτοκρατορία του Βυζαντίου –οι “έξω Ρώμης” είναι οι εκτός αυτοκρατορίας για τους Βυζαντινούς–, Ρωμανία και όχι Ρουμανία τα εδάφη που την απαρτίζουν, και βέβαια Ρωμαϊκή πολιτεία, Ρωμαϊκό κράτος και Ρωμαίοι οι πολίτες του. “Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων” ο κάθε αυτοκράτορας – αυτός είναι ο επίσημος τίτλος του βυζαντινού αυτοκράτορα ως το τέλος της αυτοκρατορίας, ως το 1453, τίτλος που αντικατέστησε το Imperator μετά την επικράτηση της ελληνικής γλώσσας. Και το μεν βασιλεύς δήλωνε την οικειοποίηση από τη βυζαντινή καγκελαρία, μετά την κατάλυση από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641) της Περσικής αυτοκρατορίας, του τίτλου Βασιλεύς βασιλέων του Πέρση μονάρχη, ενώ ο χαρακτηρισμός “Ρωμαίων”, ονομασία που για τους Βυζαντινούς ήταν αυτονόητη, προστέθηκε στον αυτοκρατορικό τίτλο, μετά τη διαμάχη με την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία των Οθωνιδών, που ιδρύθηκε μετά τον Καρλομάγνο, δηλαδή τον Κάρολο τον Μέγα των Δυτικών, αυτού που στέφθηκε αυτοκράτωρ από τον πάπα Λέοντα Γ΄ στη Ρώμη το 800. Το όνομα Ρωμαίος στον τίτλο του βυζαντινού αυτοκράτορα υπογράμμισε το ότι μοναδικός κληρονόμος και συνεχιστής της παγκόσμιας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν μόνο το Βυζάντιο. Η χρήση του όρου “Ρωμαϊκός” ή “Ρώμη” από οποιονδήποτε άλλον ήταν λοιπόν για τους Βυζαντινούς σφετεριστική και καταχρηστική».

Εν συνεχεία, η Αρβελέρ θα παραθέσει τον δικό της ορισμό για το Βυζάντιο: «Βυζάντιο είναι, και ονομάζεται έτσι σήμερα, η πολιτεία, η αυτοκρατορία που κληρονόμησε και συνέχισε το πολίτευμα, το κράτος της αρχαίας αυτοκρατορικής Ρώμης, κυρίως στο ανατολικό τμήμα της παλιάς ρωμαϊκής επικράτειας, με αναφορά την πρωτεύουσα πόλη Κωνσταντινούπολη, που γρήγορα ονομάστηκε Νέα Ρώμη και κάποτε Δευτέρα ή Ετέρα. Ωστόσο, η αδιαφιλονίκητη αυτή σχέση του Βυζαντίου με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν είναι το μόνο ειδοποιό χαρακτηριστικό της νέας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η πρεσβυτέρα Ρώμη παρέδωσε τα σκήπτρα στη νεωτέρα, για λόγους που σημάδεψαν την παγκόσμια Ιστορία της εποχής, μιας εποχής κατά την οποία η Μεσόγειος διεκδικούσε το μονοπώλιο, θα λέγαμε, της Ιστορίας».
Σε άλλο σημείο του βιβλίου δίνει κι έναν πιο σύντομο ορισμό: «Βυζάντιο είναι η εκχριστιανισμένη και εξελληνισμένη Ρωμαϊκή ανατολική αυτοκρατορία, με την Κωνσταντινούπολη για πρωτεύουσα».
Μέσα σε λίγες σελίδες κατορθώνει να παρουσιάσει τα περίπου χίλια εκατό χρόνια ζωής της αυτοκρατορίας. Ανταποκρινόμενη στο πνεύμα του βιβλίου, ανατρέχει, χωρίς περιττές λεπτομέρειες, στους σημαντικότερους σταθμούς της βυζαντινής Ιστορίας, τους οποίους αξίζει να γνωρίζει κανείς, ακόμη και ο αναγνώστης που δεν θα επιδιώξει περαιτέρω μελέτη.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι, σε ένα έργο μη αυστηρά ακαδημαϊκού χαρακτήρα, αφιερώνει εκτενή αναφορά στην περίοδο από την Αλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας το 1204 έως την επάνοδο των Βυζαντινών στην πόλη το 1261. Πρόκειται για μια περίοδο που ουσιαστικά δεν διδάσκεται στα σχολεία ή προσεγγίζεται συνοπτικά και επιφανειακά, παρότι είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση της συνέχειας της ιστορικής πορείας του ελληνισμού μέσα στους αιώνες.
Παράλληλα, εξετάζονται οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Κωνσταντινούπολης και των επαρχιών, καθώς και οι σχέσεις του Βυζαντίου με άλλους λαούς και δυνάμεις –φίλιες ή εχθρικές– και ο τρόπος με τον οποίο αυτές επηρέασαν την πολιτική σταθερότητα και την πολιτισμική του εξέλιξη.
Η μακροβιότερη αυτοκρατορία της παγκόσμιας ιστορίας
Η Αρβελέρ δεν αφήνει τίποτε μετέωρο στο κείμενό της. Οσα γράφει μπορεί να διατυπώνονται με απλότητα, στηρίζονται όμως στα ιστορικά δεδομένα. Αφιερώνει, για παράδειγμα, αρκετές σελίδες για να σκιαγραφήσει την εικόνα του αυτοκράτορα και τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, καταλήγοντας: «Ιερός ο αυτοκρατορικός θεσμός στο Βυζάντιο, ιερό κατά δύναμη και το πρόσωπο του αυτοκράτορα. Εγκλημα καθοσιώσεως αποτελεί κάθε εγχείρημα ενάντια στον ενθρονισμένο βασιλέα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ο αυτοκράτορας μετέχει της ιεροσύνης. Αυτοκρατορία και ιεροσύνη κράτησαν πάντα στο Βυζάντιο ρόλους διακριτούς, παρ’ όλες τις προσπάθειες πότε κάποιου αυτοκράτορα και πότε κάποιου πατριάρχη να διεκδικήσουν αλλότριες δικαιοδοσίες». Παρουσιάζει, ακόμα, με σαφήνεια και συντομία τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε το Βυζάντιο, ώστε να καταστεί η μακροβιότερη αυτοκρατορία της παγκόσμιας ιστορίας: «Διοίκηση ρωμαϊκής έμπνευσης, θρησκεία και εκκλησία χριστιανική, και ελληνόφωνη, ελληνοπρεπής πνευματική κίνηση και διανόηση είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Βυζαντίου· και αυτό ήδη από την αυγή της ύπαρξής του. Από αυτήν την άποψη το Βυζάντιο είναι όχι μόνο μια βέβαιη ευρωπαϊκή πολιτική ενότητα, αλλά σίγουρα η πρώτη ιστορικά ευρωπαϊκή αυτοκρατορία».
Στρεβλή εικόνα
Μέσα σε δύο παραγράφους τονίζει τόσο τη σημασία του Βυζαντίου για την ελληνική Ιστορία όσο και τη στρεβλή εικόνα που διαμορφώθηκε γι’ αυτό στη συνείδηση των Νεοελλήνων: «Αδιάσπαστος κρίκος το Βυζάντιο ανάμεσα στον αρχαίο [στον ελληνιστικό κυρίως ελληνισμό] και στον σύγχρονο, η ιστορία του εξηγεί την ειδοποιό ψυχοσύνθεση των Νεοελλήνων και καθορίζει τη σχέση τους με την Ευρώπη και τα Βαλκάνια, υπαγορεύοντας, υπόγεια έστω και λάθρα, τη διαχείριση, από την πολιτεία, αλλά και από τους απλούς πολίτες, του “ένδοξου” παρελθόντος. Ξένο βέβαια τελείως το βυζαντινό επίτευγμα από την κυρίαρχη πεποίθηση ότι το Βυζάντιο αποτέλεσε ένα χιλιόχρονο θεοκρατικό σκοταδιστικό σχήμα, πλήρες από ανατολικό δεσποτισμό.

»Παρεξηγημένο λοιπόν το Βυζάντιο… Παρεξηγημένο ιδιαίτερα όταν το συγκρίνουν με το αρχαιοελληνικό μεγαλείο, έστω και αν αναγνωρίζεται έτσι η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Παρεξηγημένα τα πνευματικά του ενδιαφέροντα και οι διανοούμενοί του, που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν από τις εκκλησιαστικές τάξεις».
Μέσα από την αφήγησή της ο αναγνώστης κατανοεί ότι η βυζαντινή εποχή δεν υπήρξε ούτε μια σκοτεινή περίοδος ούτε μια απλή ενδιάμεση φάση ανάμεσα στην αρχαιότητα και στον νεότερο κόσμο. Αντιθέτως, αποτέλεσε μια ιστορική πραγματικότητα με βαθιά επίδραση στον ευρωπαϊκό και στον παγκόσμιο πολιτισμό, με στρατιωτική, ιδεολογική και θεσμική ισχύ, καθώς και με καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση των εννοιών της ταυτότητας, της εξουσίας και της κοινωνικής οργάνωσης:
Η ιστορικός κατόρθωσε να επανατοποθετήσει το Βυζάντιο στη θέση που του αρμόζει – όχι ως ένα απομονωμένο ή δευτερεύον φαινόμενο, αλλά ως κεντρικό πυλώνα της ευρωπαϊκής και μεσογειακής ιστορικής συνέχειας.
«Σχολαστικισμός, λογιοτατισμός και σκοταδισμός ταυτίζονται σχεδόν σήμερα με τον βυζαντινισμό για να περιγράψουν μια περίπλοκη σκέψη, που αποστασιοποιήθηκε από το αρχαίο ορθολογιστικό πνεύμα, και από την ανθρωπιστική ενατένιση της κλασικής παιδείας· θέσεις ακραίες αυτές δηλώνουν πασιφανώς την άγνοια του βυζαντινού κατορθώματος. Λίγοι άλλωστε γνωρίζουν [ακόμη και στην Ελλάδα] τη βαθιά προσήλωση των Βυζαντινών στις ανθρωπιστικές αρχές. […] Ενδεικτικά αναφέρω ότι η βυζαντινή νομοθεσία απαγορεύει το “μετά βασάνων εξετάζεσθαι” (είμαστε παρασάγγες μακριά από τις συνήθειες της Ιεράς Εξέτασης των Δυτικών) και ότι η περιώνυμη βυζαντινή διπλωματία είχε ως αρχή την εξυπηρέτηση της παγκόσμιας ειρήνης, σύμφωνα με τον τίτλο του “Ειρηνοποιού”, τον οποίο έφερε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, αλλά και τη διατήρηση του “status quo” που εγγυόταν την Pax Romana».
Διατυπώνει, επίσης, τον προβληματισμό της για το γεγονός ότι το Βυζάντιο παραμένει σχεδόν άγνωστο στους Νεοέλληνες: «Η νεοελληνική πρωτεύουσα Αθήνα, που παρά την αρχαία της δόξα δεν ήταν στο Βυζάντιο παρά ένα ταπεινό πόλισμα, όπως γράφει στο τέλος του 12ου αιώνα ο μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης [ο κακώς λεγόμενος Ακομινάτος], εκδικήθηκε την Κωνσταντινούπολη, που για να υπογραμμίσει το κλέος της ονομάστηκε Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ, Νέα Σιών, αλλά ουδέποτε “Νέαι Αθήναι”, επωνυμία που ήταν καταδικαστέα λόγω του ειδωλολατρικού μεγαλείου της αρχαίας Αθήνας. Ψυχαναλυτικά σχεδόν η νεοελληνική παράδοση και παιδεία, με την Αθήνα ως αναφορά, αγκιστρώθηκαν στο μεγαλείο της αρχαιότητας, αυτό το παγκόσμια πια αναγνωρισμένο, παραγνωρίζοντας όμως και αγνοώντας ολότελα σχεδόν το έργο του χιλιόχρονου και “ένδοξου”, όπως έγραψε ο Καβάφης, βυζαντινισμού. Μένει όμως το βυζαντινό κατόρθωμα ζωντανό σαν θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας κάθε Βαλκάνιου, αλλά και σαν ξύπνημα και προσήλωση στις αρχές που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ώς τα σήμερα. Εννοώ τη χριστιανοσύνη, τη ρωμιοσύνη και την ελληνοσύνη, που αναδεικνύουν ως πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία την αυτοκρατορία του ελληνισμού των μέσων χρόνων».
Εν κατακλείδι, με το έργο αυτό, η ιστορικός κατόρθωσε όχι μόνο να παρουσιάσει το Βυζάντιο σε ένα ευρύτερο κοινό, αλλά και να το επανατοποθετήσει στη θέση που του αρμόζει στον παγκόσμιο ιστορικό και πολιτισμικό χάρτη – όχι ως ένα απομονωμένο ή δευτερεύον φαινόμενο, αλλά ως κεντρικό πυλώνα της ευρωπαϊκής και μεσογειακής ιστορικής συνέχειας.
*Τα αποσπάσματα προέρχονται από συνέντευξη της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, που δημοσιεύθηκε την 1η Νοεμβρίου 1992 στο ένθετο «Επτά Ημέρες» της Καθημερινής.
*Ο κ. Χρήστος Αγγελόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας.

