«Εσένα τι θα σου λείψει πιο πολύ αν ήξερες ότι πεθαίνεις;». Τρώγαμε ένα μεσημέρι πριν από μερικούς μήνες με την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ και την κοινή μας φίλη Δήμητρα Φιλίππου, όταν γύρισε και μου έκανε την ερώτηση με το πιο φυσιολογικό ύφος. Για λίγο τα έχασα. Κόμπιασα. Κατάλαβα ότι ήθελε να μιλήσει για τον εαυτό της, χωρίς όμως να δώσει τόνο δραματικό. Και έτσι έβαλε εμένα –στα μισά της χρόνια– να φανταστώ πώς θα ήταν να βρισκόμουν στον «προθάλαμο» του επερχόμενου θανάτου. Σ’ εκείνη είχε αρχίσει να της γνέφει ήδη και στο νεύμα του καθόταν ψύχραιμη. «Θα μου λείψουν αυτοί που αγαπώ και ότι δεν θα ξαναδώ τη θάλασσα», της απάντησα. «Τώρα μιλάει μέσα σου η Ελληνίδα. Ελληνες και θάλασσα το ένα και το αυτό. Οι αρχαίοι μας έκαναν τον Χάροντα να είναι ο βαρκάρης που θα τους περάσει στον άλλο κόσμο από τον Αχέροντα», μου είπε. Υστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και προσέθεσε, χωρίς βέβαια να την έχουμε ρωτήσει: «Εμένα πιο πολύ από όλα θα μου λείψει να γνωρίζω ανθρώπους. Από μικρή ήμουν περίεργη για τις ψυχές. Αυτό με κινητοποίησε σε όλη τη ζωή μου, αυτό με έκανε να σπουδάσω ό,τι σπούδασα, να ερευνήσω ό,τι ερεύνησα, να αφιερωθώ στην Iστορία. Οι άνθρωποι…».
Τον τελευταίο καιρό δυσκολευόταν ακόμα και να φάει. Της άρεσε να βγαίνουμε έξω, ώρες μεσημεριανές, συνήθως στη «Μεγάλη Βρεταννία» που ήταν δίπλα στο Plaza. Εκεί διέμενε μόνιμα για να έχει φροντίδα όλο το 24ωρο.
Ηταν πάντα περιποιημένη, με ένα φουλάρι Hermes στον λαιμό. Κρατούσε αγέρωχο το ηθικό της ακόμα και στο αναπηρικό καροτσάκι. Τα γκαρσόνια στο Winter Garden του GΒ γνώριζαν ότι δεν βολευόταν στο τραπέζι και της έφερναν ένα μαξιλάρι για να ακουμπά το πιάτο πάνω στα πόδια της. «Βρε παιδί, μη μου γεμίζεις το ποτήρι, πώς θα το σηκώσω», έλεγε στον σερβιτόρο. Σήκωνε με κόπο και το πιρούνι, αλλά το μυαλό της έτρεχε σαν άλογο. Τσιμπολογούσε ελάχιστα το ήδη κομμένο σε μπουκιές φαγητό της και ύστερα μας μιλούσε για την αρχαιότητα, το Βυζάντιο, το σήμερα, προσωπικότητες που γνώρισε, κάτι ωραίο που διάβασε, ακόμα και η πολιτική επικαιρότητα την ενδιέφερε. Κυριολεκτικά δεν της ξέφευγε τίποτε.

Το κορμί της δεν την υποστήριζε πλέον, η καρδιά και ο νους όμως ήταν νεανικά και φρέσκα. Η συζήτηση μαζί της ήταν πάντα μια διανοητική φαντασμαγορία, με «βεγγαλικά» που φώτιζαν κάθε τόσο τον ουρανό.
«Μέσα στις αντάρες»
Σκεφτόμουν μέσα μου πως αυτό ακριβώς είναι τα γεράματα: η σπαρακτική δυσαρμονία ανάμεσα στο πνεύμα και το σώμα, ένας σταυρός που θέλει όλο και μεγαλύτερη γενναιότητα να κουβαλάς, αν αξιωθείς να φτάσεις σε αυτή την ηλικία. Καμιά φορά που με έβλεπε σκοτεινιασμένη από όσα συμβαίνουν στον πλανήτη τελευταία, της έβγαινε κάτι στοργικό: «Ετσι πορεύτηκε η ανθρωπότητα, πάντα μέσα στις αντάρες. Ποτέ δεν υπήρχε νηνεμία. Θα περάσουν όλα, το ζήτημα είναι τι κάνει ο καθείς από εμάς με τον χρόνο που του χαρίζεται, διότι αυτός δεν είναι δεδομένος. Δεν διαλέγουμε την εποχή που ζούμε αλλά μπορούμε να καλλιεργήσουμε τον εαυτό μας. Τούτη είναι και η μεγαλύτερή μας υποχρέωση, να έχουμε επίγνωση για να καταλαβαίνουμε και τι συμβαίνει γύρω μας. Σωστά, κυρία Πουρνάρα;» μου έλεγε και μου απευθυνόταν κατά τα γαλλικά ήθη και έθιμα στον πληθυντικό, παρά τις δεκαετίες γνωριμίας. Δεν ήταν η προσωπικότητα που θα εξέφραζε εύκολα γλυκύτητα και αν το έκανε, θα διάλεγε έναν τρόπο απρόσωπο. Ομως μέσα από το διδασκαλικό ύφος και τη ρητορική της ρώμη, ήξερε να σε κατευθύνει εκεί που θα έβρισκες παρηγοριά. Στην ανθρώπινη φύση και στα άχραντα μυστήριά της.
Η πρώτη εικόνα
Πιο συγκινημένη την είχα δει όταν περιέγραφε μια εμπειρία καθοριστική για την πορεία της. Ηταν κοριτσάκι με τη μητέρα της επιβάτιδες σε ένα πλοίο που πήγαινε στην Κωνστάντζα της Μαύρης Θάλασσας. Το καράβι έκανε στάση στην Κωνσταντινούπολη. Και τότε είδε τη μάνα της να δακρύζει. Οταν τη ρώτησε γιατί κλαίει, εκείνη της έδειξε στον ορίζοντα τον τρούλο. Τότε πρέπει να έκανε το πρώτο βήμα στον μακρύ δρόμο για την εξερεύνηση του Βυζαντίου. Και ό,τι δεν μπορούσε να εκφράσει με τα συναισθήματα –την απώλεια για τη Βασιλεύουσα και τη Μικρασία– θα το έκανε γνώση και μάλιστα μεταδοτική.
Το καράβι έκανε στάση στην Κωνσταντινούπολη. Και τότε είδε τη μάνα της να δακρύζει. Οταν τη ρώτησε γιατί κλαίει, εκείνη της έδειξε στον ορίζοντα τον τρούλο. Τότε πρέπει να έκανε το πρώτο βήμα στον μακρύ δρόμο για την εξερεύνηση του Βυζαντίου.
Το πένθος για τις χαμένες πατρίδες, νωπό στη γενιά της, δεν θα έμενε πια στην καρδιά αλλά γινόταν το επιστημονικό της αντικείμενο. Θα γινόταν τεκμηρίωση για κάτι που εδαφικά χάθηκε, ζει όμως μέσα από την επιστήμη, ζει στην ψυχή των Ελλήνων. Και εκείνη έδωσε έναν τεράστιο αγώνα για να μην παραμείνει αυτό μια κληρονομιά ρωμαίικη αλλά να γίνει οικουμενική.
Αν κάποιος πρέπει να αποτιμήσει τη μεγαλύτερη συνεισφορά της, νομίζω ότι εκεί πρέπει να εστιάσει την προσοχή του. Αλλωστε, έλεγε συχνά: «Η ιστορία για μένα δεν είναι επάγγελμα. Είναι βίωμα». Και εμένα τι θα μου λείψει από εκείνη; Ισως ότι πού και πού έπαιρνε τηλέφωνο να σχολιάσει κάτι που διάβασε στην «Κ». «Αρβελέρ εδώ. Χαθήκατε. Πότε θα περάσετε να τα πούμε;».
Οι καταβολές
Λίγους μήνες ήθελε για να κλείσει έναν ολόκληρο αιώνα ζωής, μέσα στον οποίον πέρασε κυριολεκτικά από τα 40 κύματα. Από βρέφος της είχαν κολλήσει τη ρετσινιά του γρουσούζικου παιδιού. Ηταν η έκτη στη σειρά μιας πολύτεκνης οικογένειας, του εμπόρου Νίκου Γλύκατζη από τα Μουδανιά και της Προυσιώτισσας Καλλιρρόης Ψαλτίδη. Ο πατέρας της είχε δυο καΐκια με τα οποία κατάφερε και μετέφερε την οικογένεια στην Ελλάδα με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Την ημέρα όμως που γεννήθηκε το στερνοπούλι του, η Ελένη, στις 26 Αυγούστου του 1926, και τα δυο βούλιαξαν έξω από τις Φλέβες στην Αττική. Τη φώναζαν «μικρό» ή «κακορίζικο», πού να περνούσε από το μυαλό τους ότι μια μέρα αυτό το πεισματάρικο πλάσμα θα έγραφε το όνομά τους με χρυσά γράμματα στην πνευματική ιστορία του 20ού αιώνα. Η δε τύχη της ξεκίνησε πριν καν δει το φως. Η μητέρα όταν έμεινε έγκυος σκεφτόταν το ένα παραπάνω στόμα σε μια εποχή που ούτε τα πέντε δεν μπορούσε καλά καλά να θρέψει. Ηταν έτοιμη να πάρει την τελειωτική απόφαση, όταν η μαμή τής είπε: «Βρε Καλλιρρόη, άσ’ το και αυτό να ζήσει, ίσως να βγει το καλύτερο από όλα τα παιδιά σου».

Αν και όλα της τα αδέλφια ήταν γεννημένα στην άλλη μεριά του Αιγαίου, εκείνη ήρθε στον κόσμο στον Βύρωνα. Το μικροσκοπικό τους σπίτι ήταν στην οδό Κολοκοτρώνη 21. Η ανέχεια ήταν δεδομένη αλλά και η επιβίωση μαζί. Τα στενά κηπάκια των προσφυγικών άνθιζαν από λουλούδια, οι τενεκέδες φιλοξενούσαν άνθη, οι αλάνες ήταν το ωραιότερο μέρος για παιχνίδι που στηνόταν μέσα στα χώματα.
Την πάστα της την έδειξε εξ απαλών ονύχων. Ως παιδί έκανε συλλογή από φωτογραφίες του Βενιζέλου. Και όταν πάτησε τα 6, μάζεψε τα πιτσιρίκια της γειτονιάς, ανέβηκε δυο σκαλιά παραπάνω από αυτά και κρατώντας μια εφημερίδα τους έβγαλε λόγο για τον πολιτικό που ταυτίστηκε με τη Μικρασία. Εκείνη την ώρα περνούσε ο πατέρας της: «Βρε βλάκα, αν είχε φωτογραφία του Βενιζέλου, θα καταλάβαινες ότι κρατάς την εφημερίδα ανάποδα», της είπε.
Σχολείο και αντίσταση
Η μανία με τα γράμματα και την προκοπή –χούι μικρασιάτικο και αυτό– καθόρισε τη στάση της για το σχολείο. Οι γονείς είχαν άσβεστη επιθυμία τα παιδιά τους να μορφωθούν. Αλλωστε ήταν όπως σχεδόν όλοι οι πρόσφυγες αριστεροί και άλλος τρόπος κοινωνικής ανόδου δεν υπήρχε. Η Κατοχή και η Αντίσταση έπαιξαν κομβικό ρόλο στη ζωή της. Μπήκε στην ΕΠΟΝ σε ηλικία 14 μόλις ετών με καθοδηγητή τον Χρήστο Πασαλάρη και σταμάτησε να πηγαίνει σπίτι της για να μην τη συλλάβουν, ενώ και τα αδέλφια της είχαν ήδη οργανωθεί στον αγώνα. Στην ΕΠΟΝ ήταν και ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος πρόσεξε την ατίθαση νεαρή που φαίνεται ότι τον ενέπνευσε να γράψει το τραγούδι «Για την Ελένη». Τα περί έρωτος του Μάνου της τα αποκάλυψε κάποτε ο ίδιος ο Καραμανλής αλλά και ο Μίκης Θεοδωράκης. Τελειώνοντας το Δ΄ Γυμνάσιο Θηλέων ήθελε να γίνει πολιτικός μηχανικός, αλλά δεν υπήρχαν χρήματα για να μπει στο Πολυτεχνείο και έτσι διάλεξε μια σχολή που δεν ήθελε φροντιστήριο, το Ιστορικό – Αρχαιολογικό.
Στο πανεπιστήμιο έκανε παρέα με όλους τους χαρισματικούς νέους της γενιάς της από άλλες σχολές· με τα αγόρια της Φιλοσοφικής και της Νομικής –τον Λιγνάδη, τον Κοτζιά, τον Σαββίδη, τον Σκαλιώρα, τον Λαμπρία– και τα δέκα όλα κι όλα κορίτσια του Αρχαιολογικού: τη Λαμπράκη, την Πετσοπούλου, την Τσώση, την Ιωαννίδου, την Τορναρίτη κ.ά. Είχε όμως και μια γνωριμία που δεν θα περίμενε ποτέ να κάνει: «Η βασίλισσα ζητά κάποιον που να ξέρει καλά ελληνικά, ξένες γλώσσες, για μια δουλειά», είπε μια κυρία που επισκέφθηκε τις παραδόσεις. «Κανένας δεν σήκωσε το χέρι, μόνον εγώ», θυμάται η Αρβελέρ και έτσι βρέθηκε εργαζόμενη πλάι στη Φρειδερίκη. Υστερα από λίγο καιρό ένα γράμμα από μια συμφοιτήτριά της ενημέρωνε την υψηλοτάτη ότι η Αρβελέρ είναι η μεγαλύτερη κομμουνίστρια στο πανεπιστήμιο. Η βασίλισσα ουδόλως επτοήθη. Και η ίδια, πώς την αντιμετώπιζε ως αριστερή; «Τι μ’ ένοιαζε; Ημουν το φτωχαδάκι του πανεπιστημίου και ήταν η μόνη δυνατότητα να βγάλω κανένα φράγκο. Είχα να βοηθήσω τον γέρο πατέρα μου, τη μάνα μου… Μιλάω για το 1950», είχε πει.
Ο γάμος
Η μεγαλύτερη στροφή στη ζωή της γίνεται το 1953. Αφού εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, μετακόμισε στη γαλλική πρωτεύουσα για να συνεχίσει τις σπουδές της. Το Βυζάντιο πια μπαίνει στο πρώτο πλάνο. Γνωρίζει τότε και τον άνδρα της, τον Ζακ Αρβελέρ, από οικογένεια μεγαλοαστική, που ήταν αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού της Γαλλίας. Αρχίζει να συναναστρέφεται με προσωπικότητες της εποχής, τον Πικάσο, τον Σαρτρ, την Μποβουάρ, τον Αραγκόν και πολλούς άλλους. Το 1964 ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα «Το Βυζάντιο και η θάλασσα». Εργάστηκε στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας, στο οποίο έγινε αργότερα διευθύντρια. Η πορεία της ήταν μόνον ανοδική: Εξελέγη καθηγήτρια της Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, έγινε πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, η πρώτη γυναίκα ύστερα από επτά αιώνες, πρύτανης της Ακαδημίας και καγκελάριος των Πανεπιστημίων των Παρισίων, πρόεδρος του Ιδρύματος «Georges Pompidou», του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης, όπως και του Πανεπιστημίου της Ευρώπης.

Τα κατάφερε όλα με το σπαθί της: «Στη Γαλλία δεν με θεωρήσανε τη σημαντική Ελληνίδα, απλώς μια ξένη που θα κάνει τη δουλειά καλά», έλεγε για να τονίσει την αξιοκρατία που της έδωσε όλες τις ευκαιρίες της καταξίωσης. Συμπληρώνοντας: «Οσον αφορά τη θέση της γυναίκας σήμερα στην Ελλάδα, αυτό που θα πω είναι ότι δεν είμαι σίγουρη αν οι Ελληνες θα έκαναν αυτό που τόλμησαν να πράξουν μ’ εμένα οι Γάλλοι, δηλαδή να γίνω υπεύθυνη όλης τους της παιδείας και του μεγαλύτερου μουσείου στον κόσμο. Πραγματικά, αμφιβάλλω».
Τα κατάφερε όλα με το σπαθί της: «Στη Γαλλία δεν με θεωρήσανε τη σημαντική Ελληνίδα, απλώς μια ξένη που θα κάνει τη δουλειά καλά», έλεγε για να τονίσει την αξιοκρατία που της έδωσε όλες τις ευκαιρίες της καταξίωσης.
Οταν πήρε την κορυφαία θέση στη Σορβόννη εμφανίστηκε με κίτρινο σμόκιν. Με τους φοιτητές είχε εξαρχής σχέσεις σεβασμού, σε μια περίοδο που οι καθηγητές ήταν απρόσιτες αυθεντίες. Την ενδιέφερε πάνω από όλα να δώσει στα παιδιά όλα τα εφόδια. Και με το δικό της παιδί; Πώς τα κατάφερνε; Ακόμα και στην εγκυμοσύνη της στη Μαρί – Ελέν χρειαζόταν να διαβάζει και να γράφει. Αλλά πάντα έβρισκε τον χρόνο ώστε να είναι κοντά στον σύζυγο και την κόρη της, η οποία ζει μόνιμα στο Παρίσι.
Σε διαρκή κίνηση
Το συγγραφικό της έργο είναι πλουσιότατο, η συνεισφορά της στην ανάδειξη του βυζαντινού κόσμου ανεκτίμητη. Ποτέ δεν θέλησε να «κάτσει» σε έναν θρόνο, απόμακρο από τον κόσμο. Ως το τέλος δεν σταμάτησε να δίνει συνεντεύξεις για τη ζωή της. Δεν έλεγε όχι ακόμα και αν ο δημοσιογράφος που την πλησίαζε ήταν παντελώς άγνωστος. Το να τη συναντήσει κανείς ήταν εύκολο. Πολύ συχνά έλεγε ότι πέρα από την επιστήμη κέρδος της ήταν οι συναναστροφές με σπουδαίους ανθρώπους. Εις εξ αυτών ήταν και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον οποίον είχε μια καταπληκτική φιλία και ορισμένες ιδέες της βοήθησαν τον εθνάρχη να αντιληφθεί την τεράστια δύναμη της πολιτιστικής διπλωματίας αλλά και των Δελφών. Η ίδια ήταν άλλωστε επικεφαλής για πολλά χρόνια στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών αλλά και στο Δ.Σ. του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή.
Είπε..
Για το Βυζάντιο: Αν κοιτάξεις το Βυζάντιο, θα καταλάβεις ότι έχεις να κάνεις με τον πρώτο ευρωπαϊκό πολιτισμό, γιατί είναι Ρώμη, Αθήνα, ελληνική γλώσσα, διοίκηση και Ορθοδοξία.
Για τις επιλογές της: […]για μένα η πολιτική και η Ιστορία ήταν δύο γυναίκες κακές, που έπρεπε κάπως να τις δαμάσω. Και τη μεν πολιτική την άφησα στους άλλους, ενώ ο δικός μου προορισμός στάθηκε η Ιστορία.
Για την εξουσία: Οι αποφάσεις οι μεγάλες παίρνονται όχι από τα κράτη, αλλά από αυτούς που παίζουν με το δολάριο, το φράγκο και το μάρκο και τις ισοτιμίες.
Για την πολιτική: Καμιά φορά μου λένε: “Μα, δεν βλέπετε τις εσωτερικές πολιτικές διαμάχες στην Ελλάδα;”. Απαντώ: Ενας ζωντανός λαός δεν μπορεί παρά να έχει ζωντανές διαμάχες.
Για τους νέους: Για τους νέους είμαι αισιόδοξη γενικά. Εχουν ένα είδος λεβεντιάς σε πράγματα που εμείς ούτε τα σκεφτήκαμε ποτέ.
Για τη Σορβόννη: Το πιο δύσκολο απ’ όλα ήταν να με εκλέξουν στη Σορβόννη ως καθηγήτρια, γιατί ήμουν γυναίκα, ήμουν ξένη και ήμαστε τρεις υποψήφιοι.
Για τους διχασμούς: Οι μεγαλύτερες μάχες και οι μεγαλύτεροι αγώνες, είναι μεταξύ ανθρώπων που ήταν σχεδόν αδέλφια.
Για την αρχαιότητα: Φτάσαμε στο σημείο της αρχαιοπληξίας και της αρχαιομανίας και ξεχάσαμε ότι η αρχαία σκέψη είναι και κληρονομιά όλων των Ευρωπαίων.

