Για να καταφέρει ένα τραγούδι να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στη Eurovision, καθοριστικός παράγοντας δεν είναι ούτε η φωνή ούτε οι στίχοι του. Αυτό που φαίνεται πως μετράει είναι το αν μπορεί να γίνει viral πολύ πριν διαγωνιστεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Ζάρι» της Μαρίνας Σάττι το 2024, ένα τραγούδι που, παρότι χιλιοχαρακτηρίστηκε «κιτς» και «αντίγραφο της Ροζαλία» δεν έχει σταματήσει μέχρι σήμερα να ακούγεται παντού. Η επιτυχία του δεν οφείλεται στον διαγωνισμό· αντιθέτως, η φήμη του έχει σχεδόν αποδεσμευτεί από τη Eurovision, γιατί το κομμάτι ήταν ήδη επιτυχημένο πριν καν ανέβει στη σκηνή.
Ακριβώς το ίδιο επαναλαμβάνεται φέτος με το «Φέρ’ το» του Ακύλα. Πρόκειται για ένα τραγούδι το οποίο είχε ήδη κερδίσει το κοινό πριν καν ανακοινωθεί επίσημα η επιλογή του. Αυτό επιβεβαιώθηκε το βράδυ της περασμένης Κυριακής, στον τελικό του «Sing for Greece» στην Πειραιώς 260, στον οποίο η «κερκίδα» που ακουγόταν μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες αποθέωνε τον νεαρό καλλιτέχνη και το «Φέρ’ το», ώρα πριν ανακοινωθεί το όνομά του.
Το «Ατελιέ»
Ο ταλαντούχος 27χρονος από τις Σέρρες, που ήδη από το 2023 είχε τραβήξει την προσοχή της Generation Z με το «Ατελιέ», κατέκτησε φέτος την πρώτη θέση τόσο στην ελληνική όσο και στη διεθνή επιτροπή, ενώ –όπως αναμενόταν– βρέθηκε πρώτος και στην προτίμηση του κοινού. Κι εδώ γεννάται το εύλογο ερώτημα: Πώς ένα τραγούδι με στίχους όπως «θέλω ένα στέμμα κι ένα θρόνο να κάτσω/ ένα μπλοκ επιταγών και τσεκ σε όλους να γράψω/ real estate φέρ’ το/ sashimi tuna φέρ’ το» αποκτά τέτοια απήχηση; Τι δείχνει η επιλογή του για τον διαγωνισμό και τη μουσική σήμερα;
«Σε mainstream, μαζικού τύπου πολιτιστικούς θεσμούς σαν τη Eurovision, που λειτουργούν ως ποπ αντιδραστήρες και χωνευτήρια πολλών διαφορετικών αντιλήψεων, η επιτυχία δεν έχει σχέση με την ειδολογική κατηγοριοποίηση ή καθαρότητα. Αυτές, άλλωστε, συρρικνώνουν εκ των πραγμάτων το εύρος αποδοχής ενός τραγουδιού. Αντιθέτως, η επιτυχία σχετίζεται με την ικανότητα του τραγουδιού να υπερβαίνει κατηγορίες και γούστα, εισχωρώντας στο μυαλό κατακτητικά», μας λέει ο αρθρογράφος της «Κ» Αρης Αλεξανδρής, που παρακολουθεί κάθε χρόνο τον διαγωνισμό. Για εκείνον το «Φέρ’ το» επελέγη γιατί ήταν το πιο «catchy» απ’ όλα τα υποψήφια τραγούδια, ενώ παράλληλα διακρινόταν από μια διάθεση «ποιοτικού χιτ». «Εχει έξυπνο και χιουμοριστικό στίχο, καλοδουλεμένη παραγωγή, κι ενώ καταφανώς δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά, κάνει κάτι που τα σοβαροφανή τραγούδια συνήθως δεν κάνουν: αυτοϋπονομεύεται και σχολιάζει ευφυώς την “ελαφρότητά” του», εξηγεί. Σημαντικό ρόλο, όπως τονίζει, παίζει και ο ερμηνευτής, καθώς πρόκειται για έναν ταλαντούχο καλλιτέχνη που «ταιριάζει» απόλυτα με το τραγούδι του. «Δημιουργεί ένα αισθητικά συμπαγές act, που υπερέχει του ανταγωνισμού γιατί έχει ταυτότητα», μας λέει ο κ. Αλεξανδρής, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η εγχώρια επιτυχία του τραγουδιού δεν δείχνει κάτι για τη μουσική σκηνή εν γένει. «Το πλαίσιο εδώ είναι συγκεκριμένο: ένας διαγωνισμός όπου τα πάντα κρίνονται στο “εφέ”. Λέει αρκετά όμως η επιτυχία του Ακύλα για την ποπ κουλτούρα σήμερα. Δεν εντυπωσιάζουν πια ιδιαίτερα οι σέξι κοπέλες, τα μπρατσωμένα αγόρια, το φολκλόρ και η σκηνική υστερία· όσο πιο πολύ μοιάζεις με επιτυχημένο meme, τόσο πιο πιθανό είναι να τραβήξεις την προσοχή», καταλήγει.

«Πτωτική πορεία»
Από την άλλη πλευρά, ο μουσικολόγος Γιώργος Μυζάλης βλέπει το φετινό τραγούδι ως μέρος μιας ευρύτερης τάσης, όπου η Eurovision λειτουργεί περισσότερο ως θέαμα παρά ως χώρος μουσικής δημιουργίας. «Κάθε χρόνο αναζητούμε μια “συνταγή επιτυχίας” για την πολυπόθητη (;) νίκη στον διαγωνισμό τραγουδιού (;). Το επίπεδο, όμως, φαίνεται να συνεχίζει την αδιάκοπη καθοδική του πορεία. Ετσι, βρισκόμαστε μπροστά σε τραγούδια που μοιάζουν περισσότερο με “κατασκευές” παρά με παράγωγα έμπνευσης ή έκφρασης. Τραγούδια πολύγλωσσα και φλύαρα, που λαχταρούν περισσότερο να κερδίσουν σχόλια και αναφορές στα σόσιαλ μίντια και λιγότερο να επιδράσουν στις καρδιές και στα αυτιά του ακροατηρίου», σχολιάζει ο κ. Μυζάλης. Σύμφωνα με τον ίδιο, η τεχνολογία σε συνδυασμό με την τάση μας να «διαβάζουμε» τα πάντα σε επιφανειακό επίπεδο έχει επηρεάσει και τη μουσική. «Εχουμε αντικαταστήσει τις περισσότερες ανθρώπινες αισθήσεις με την όραση και αυτό αντικατοπτρίζεται και στα κομμάτια που επιτυγχάνουν. Με τα μάτια ακούμε πια. Και “στο πόδι”». Οπως υποστηρίζει, αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο εκάστοτε καλλιτέχνης να προσπαθεί μέσα σε λίγα λεπτά να κερδίσει τις εντυπώσεις με οτιδήποτε άλλο εκτός από το τραγούδι. «Ντύνεται παράξενα, επιλέγει χορευτικά ακροβατικής φύσης και, παρεμπιπτόντως, τραγουδάει και κατιτίς. Αυτό το κατιτίς, μάλιστα, δύσκολα εντάσσεται σε κάποιο μουσικό ρεύμα. Αντιθέτως προσπαθεί, με το ζόρι, να στριμώξει όσο περισσότερα μουσικά είδη σε ένα τρίλεπτο, μπας και “πιάσει” παραπάνω “πελατάκια”. Αυτό δεν είναι κακό, αλλά διασκεδαστικό. Καλοφτιαγμένο για τον σκοπό του και ενδεικτικό για το επίπεδο του διαγωνισμού».
Meme, όχι μπράτσα Δεν εντυπωσιάζουν πια ιδιαίτερα οι σέξι κοπέλες, τα μπρατσωμένα αγόρια, το φολκλόρ και η σκηνική υστερία· όσο πιο πολύ μοιάζεις με επιτυχημένο meme, τόσο πιο πιθανό είναι να τραβήξεις την προσοχή. -Αρης Αλεξανδρής, συγγραφέας – αρθρογράφος
Ξεχωριστό και απρόβλεπτο
Ο ραδιοφωνικός παραγωγός της ΕΡΤ Γιώργος Μουχταρίδης, αν και δεν θεωρεί πως είναι το καλύτερο κομμάτι που κυκλοφορεί, το χαρακτηρίζει ξεχωριστό, αλλά και απρόβλεπτο, καθώς σε κάνει να «αισθάνεσαι άβολα». «Αυτό νιώσαμε από τα πρώτα δευτερόλεπτα, όταν μέσα από τον καταιγιστικό και πυρετώδη ρυθμό του προσπαθούσαμε να καταλάβουμε ποιες λέξεις είναι ελληνικές, ποιες όχι και σε ποια μουσική κατηγορία ανήκει. Το επιβεβαιώσαμε όταν είδαμε τον Ακύλα να χορεύει στο βίντεο και το εμπεδώσαμε όταν χρειάστηκαν αρκετά ακούσματα μέχρι να καταλήξουμε στο τι είναι αυτό που το κάνει να κολλάει στο μυαλό “σαν τσιχλόφουσκα”», μας λέει. Για εκείνον, ο Ακύλας δεν χρησιμοποιεί απλώς τη «γιουροβιζιονική» συνταγή για να γράψει το «Φέρ’ το» – ένα μοντέρνο, χορευτικό ποπ κομμάτι με στοιχεία acid trance. Αντιθέτως, σε κάθε του στροφή κρύβει και από μία έκπληξη. «Για παράδειγμα, το σημείο που απευθύνεται στη μητέρα του είναι κάτι που δεν περιμένεις να ακούσεις. Κι όμως, η συγκεκριμένη μουσική γέφυρα είναι το συναισθηματικό κέντρο του τραγουδιού, η κορύφωσή του αλλά και η λύτρωση του δημιουργού», αναφέρει.
Βρισκόμαστε μπροστά σε τραγούδια που μοιάζουν περισσότερο με «κατασκευές», πολύγλωσσα και φλύαρα, που λαχταρούν να κερδίσουν σχόλια στα σόσιαλ μίντια και λιγότερο να επιδράσουν στις καρδιές και στα αυτιά του ακροατηρίου. -Γιώργος Μυζάλης, μουσικολόγος
Σύμφωνα με τον κ. Μουχταρίδη, ο Ακύλας κέρδισε το ελληνικό ακροατήριο γιατί είναι αυθεντικός. «Το έκανε μιλώντας τη γλώσσα της γενιάς του και κατάφερε με “μία λέξη” και ένα ρυθμό να εκφράσει την ανάγκη μας για χαρά, αισιοδοξία αλλά και αυτογνωσία».
Από τις Σέρρες στην Καπνικαρέα και στο TikTok
Ηταν μέσα Σεπτεμβρίου του 2024, όταν με την παρέα μου αποφασίσαμε να πάμε στο Black Duck, στο κέντρο, χωρίς καμία ιδιαίτερη προσδοκία· απλώς για να ακούσουμε τον Ακύλα, που τον είχαμε μάθει από το «Φθηνόκρασο» – το τραγούδι που είχε κάνει τον πρώτο μεγάλο θόρυβο στο TikTok την περίοδο της καραντίνας. Ο οικοδεσπότης της βραδιάς ήταν ο Papazó, ο οποίος είχε αρχίσει να καλεί νέους καλλιτέχνες στην αυλή του μπαρ, δίνοντάς τους χώρο να ακουστούν. Λίγα τραπέζια, χαμηλός φωτισμός, ποτά που τα πίναμε μηχανικά, μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε ο Ακύλας. Με την εκρηκτική του ενέργεια, αλλά και με μία ανεπαίσθητη θλίψη στα μάτια, ξεκίνησε να τραγουδάει, μεταξύ άλλων, Φοίβο Δεληβοριά και Γιώργο Μαζωνάκη με τον δικό του, χαρακτηριστικό τρόπο. Κάθε φορά που δεν σηκωνόμασταν να χορέψουμε, μας έλεγε αστειευόμενος: «Μόνο για να ακούσετε “Φθηνόκρασο” και “Ατελιέ” ήρθατε;».
Σε αυτά τα δύο κομμάτια –τα δύο μεγάλα του χιτ πριν από το «Φέρ’ το»– γινόταν ο αναμενόμενος χαμός, έστω και από τα λίγα άτομα που σχεδόν γέμιζαν το μπαρ. Σκέφτηκα ότι κάποια στιγμή θα ήθελα να γράψω για εκείνον. Για τα τραγούδια του που περιγράφουν καταστάσεις με τις οποίες ταυτίζεται η γενιά Ζ και γίνονται γνωστά χωρίς καμία επίσημη προώθηση, έως τότε.
Ο Ακύλας Μυτιληναίος γεννήθηκε το 1999 στις Σέρρες και από μικρός ένιωσε πως η μουσική ήταν ο χώρος όπου μπορούσε πραγματικά να αναπνεύσει. Μεγαλώνοντας σε μια πόλη που συχνά τον έκανε να νιώθει ξένος, βρήκε καταφύγιο στους ήχους και συγκεκριμένα στην ποπ, με πιο καθοριστική επιρροή τη Lady Gaga. Πειραματίστηκε με το θέατρο, σπούδασε μαγειρική, όμως η πορεία του άλλαξε όταν άρχισε να γράφει δικά του τραγούδια και να παίζει γιουκαλίλι. Το 2023 ξεκίνησε να δουλεύει το πρώτο του άλμπουμ με τον Ορφέα Νόνη, ενώ παράλληλα τραγουδούσε στους δρόμους της Καπνικαρέα. Μετά τη συμμετοχή του στο The Voice, ήρθε και η πρόταση για τη Eurovision. Κανένα από τα έτοιμα κομμάτια δεν ταίριαζε στον διαγωνισμό, γι’ αυτό αποφάσισαν να δημιουργήσουν κάτι εντελώς νέο. Ψάχνοντας μια λέξη‑άγκιστρο που θα έμενε στο μυαλό, γεννήθηκε το «Φέρ’ το», ένα τραγούδι που ξεκίνησε ως ιστορία ενός αχόρταγου χαρακτήρα και κατέληξε να αποτυπώνει τη δική του διαδρομή, τις στερήσεις, τις φιλοδοξίες και την ανάγκη να διεκδικήσει όσα ονειρεύεται.
*Ο Ακύλας με το «Φέρ’ το» θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα στον 70ό διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision, που θα διεξαχθεί στη Βιέννη, από τις 12 έως και τις 16 Μαΐου. Συμμετέχει στον πρώτο ημιτελικό, την Τρίτη 12 Μαΐου.

