«Πώς φτιάχνω πατάτες γιαχνί, πώς φτιάχνω φασολάδα, πώς κάνω κουλούρια; Αυτά με απασχολούσαν το περασμένο καλοκαίρι. Για πλάκα, λοιπόν, πήρα μία συνταγή από ένα φαγητό που μαγειρεύω συχνά στο σπίτι μου και τη μετέτρεψα σε μονοσέλιδο κόμικ. Την ανέβασα στον λογαριασμό μου στo Facebook και άρεσε πολύ. Χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να φτιάχνω κι άλλες. Σχεδίασα γύρω στις δεκαπέντε τέτοιες συνταγές, ξεκάθαρα γιατί πέρναγα καλά, συνδυάζοντας έτσι τα δύο αγαπημένα μου πράγματα: τη μαγειρική και τα κόμικς», μας λέει ο Θανάσης Πέτρου για το νέο του graphic novel με τίτλο «Πικάντικες ιστορίες γεύσεων», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ.
Αν και ο γνωστός κομίστας έχει συνηθίσει το κοινό του σε ιστορικά κόμικς, όπως τα «Ομηροι του Γκαίρλιτς» και «1922 – Το τέλος ενός ονείρου» –και τα δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ικαρος–, το νέο του έργο ξαφνιάζει τον αναγνώστη από την πρώτη στιγμή. Η εικόνα του εξωφύλλου δεν μοιάζει καθόλου με το γνώριμο σύμπαν των προηγούμενων βιβλίων του. Αντί για ιστορικά τοπία, εμφανίζονται ζουμερές ντομάτες, μελιτζάνες και κολοκύθες, απλωμένες σε ένα τεράστιο τραπέζι και ζωγραφισμένες με έντονα χρώματα που θυμίζουν καλοκαιρινή υπαίθρια αγορά. Παρ’ όλα αυτά, το βιβλίο –ή αλλιώς το graphic cookbook– «δεν είναι ένα ακόμα βιβλίο μαγειρικής», όπως ξεκαθαρίζει στον πρόλογό του ο κομίστας, λίγο πριν μπει ο ίδιος μέσα στις σελίδες του και ως «μάγειρας-αφηγητής» αρχίσει να μιλάει για τα βασικά υλικά που υπάρχουν στις τροφές μας, όπως το λάδι, το πιπέρι, το σουσάμι και η κανέλα.
«Οταν αρχίζεις να ερευνάς την ιστορία των υλικών και της διατροφής, συνειδητοποιείς πως στην πραγματικότητα μελετάς τον ίδιο τον ανθρώπινο πολιτισμό».
Την αρχική έκπληξη ακολουθεί γρήγορα η αναγνώριση του τρόπου με τον οποίο ο Πέτρου χειρίζεται το υλικό του και τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται σε όλη του την πορεία. Μέσα από τις τροφές βρίσκει έναν ευφάνταστο τρόπο να μιλήσει ξανά για ιστορία. «Οταν αρχίζεις να ερευνάς την ιστορία των υλικών και της διατροφής, συνειδητοποιείς πως στην πραγματικότητα μελετάς τον ίδιο τον ανθρώπινο πολιτισμό. Τα πάντα ξεκίνησαν όταν οι πρώτοι πληθυσμοί εξημέρωσαν τα φυτά και εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε περιοχές, οδηγώντας στη δημιουργία των πόλεων και των αυτοκρατοριών», μας λέει.


Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ιστορία για το ρύζι. Ο σκιτσογράφος δεν περιορίζεται σε πληροφορίες για την προέλευσή του, αλλά μιλάει, μέσα σε λίγα καρέ, για το πού καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά, για τις ποικιλίες που υπάρχουν αλλά και πώς έφτασε στην Ευρώπη. Από προσωποποιημένους κόκκους ρυζιού, περνάμε στον Διονύση Σαββόπουλο να τραγουδά το «Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι», πριν το κεφάλαιο κλείσει ευφυώς με το λογοπαίγνιο, «Βράσε όρυζα, Νιόνιο…».
Με την ίδια λογική δουλεύει και τις υπόλοιπες ιστορίες όπως εκείνη της ζάχαρης. Ξεκινάει από την αποικιοκρατία και το εμπόριο σκλάβων, δείχνει πώς το ζαχαροκάλαμο ταξίδεψε στον κόσμο, ποιοι το εκμεταλλεύτηκαν και πώς κατέληξε να γίνει καθημερινό προϊόν για όλους τους λαούς της Δύσης.
«Το ξεκίνημα κάθε μιας από τις δεκάδες ιστορίες τροφίμων ήταν μια σπαζοκεφαλιά. Αν αποφάσιζα, για παράδειγμα, να ασχοληθώ με το κολοκυθάκι, ξεκινούσα έρευνα γύρω από την ετυμολογία της ίδιας της λέξης. Βυθιζόμουν στα λεξικά και στο Διαδίκτυο, κάνοντας κυρίως λεξικογραφική δουλειά», αναφέρει. Ο Θανάσης Πέτρου, εκτός από κομίστας και μεταφραστής, είναι και γλωσσολόγος και έκανε συστηματική ετυμολογική έρευνα για κάθε υλικό που επέλεγε να συμπεριλάβει στο βιβλίο του. Αναζητούσε την προέλευση της λέξης, τις σημασίες που απέκτησε με τον χρόνο αλλά και τις εκφράσεις οι οποίες γεννήθηκαν γύρω της. Χαρακτηριστικό είναι το κεφάλαιο όπου υπάρχει, μεταξύ άλλων κρεατικών, το συκώτι. Εκεί μας εξηγεί ότι η λέξη «τζιέρι» προέρχεται από το τουρκικό «ciger», που σημαίνει συκώτι, και γενικότερα σπλάχνο, και χρησιμοποιούνταν παλαιότερα ως τρυφερή προσφώνηση. «Οταν οι μεγάλοι, συνήθως, άνθρωποι λένε “τζιέρι μου” εννοούν “σπλάχνο μου”. Είναι μια πολύ γλυκιά έκφραση. Δεν την ακούμε πλέον ιδιαίτερα, αλλά στο παρελθόν, ιδίως οι πρόσφυγες και οι ντόπιοι στη Βόρεια Ελλάδα, τη χρησιμοποιούσαν για να αποκαλέσουν κάποιον με τρυφερότητα, όπως τα παιδιά τους», εξηγεί.

Από τις δικές του αγαπημένες ιστορίες είναι εκείνη του αλατιού, την οποία μας αφηγείται στις πρώτες σελίδες του κόμικ, στο κεφάλαιο με τα «Βασικά υλικά» μιας διατροφής. «Το αρχαίο ελληνικό “αλς”, γνωστό σήμερα ως “αλάτι”, έγινε “sal” στα λατινικά. Το “salarium” δήλωνε τα χρήματα που έπαιρναν οι λεγεωνάριοι για να αγοράσουν αλάτι. Από εκεί προέρχεται το αγγλικό “salary” και το γαλλικό “salaire”, που σημαίνουν τον “μισθό” με τον οποίο αμείβεται κάποιος», μας λέει.
Σκοτεινές πτυχές
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, είναι εντυπωσιακό το πώς αφηγείται σκοτεινές ή στενάχωρες πτυχές στην ιστορία του ανθρώπου, επιστρατεύοντας το χιούμορ και την αγάπη του για το φαγητό. «Στην πραγματικότητα δεν είμαι το άτομο που θα πει ανέκδοτα και θα κάνει πλάκα. Παραείμαι σοβαρός, θα έλεγα. Στα κόμικς όμως μου έβγαινε πάντα μία χιουμοριστική πλευρά. Και εδώ, παρόλο που μπορεί να ξέθαβα στενάχωρες ιστορίες πίσω από τα υλικά, ήθελα να τις διαχειριστώ με μία ελαφρότητα, με σεβασμό στην ιστορία και χωρίς διδακτισμό. Ετσι “μαγείρεψα” αυτό το βιβλίο», καταλήγει.

