Πολλοί γνωρίζουν ότι ο Καραγκιόζης έχει βρεθεί απολογούμενος στο εδώλιο του κατηγορουμένου, ότι έχει συστηθεί ως τηλεπαρουσιαστής, λοχαγός, πανεπιστημιακός ή αστροναύτης. Κανείς, όμως, μέχρι σήμερα δεν γνώριζε την αγάπη του για τη σύγχρονη τέχνη. Η παράσταση θεάτρου σκιών «Ο Καραγκιόζης στην Εθνική Πινακοθήκη και τα φαντάσματα άλλων εποχών» που υπογράφει ο εικαστικός – χαράκτης Χριστόφορος Κατσαδιώτης και θα παρουσιαστεί σε λίγες μέρες, έρχεται να μας θυμίσει όσα τρομερά διαδραματίστηκαν τον περυσινό Μάρτιο στην Εθνική Πινακοθήκη, όταν ο τότε βουλευτής της «Νίκης», Νίκος Παπαδόπουλος, ανεξάρτητος πια, πέταξε στο δάπεδο τα έργα του, τα οποία παρουσιάζονταν στο πλαίσιο της έκθεσης «Η Σαγήνη του Αλλόκοτου».

Τα έργα παρέμειναν στο πάτωμα για λίγες ημέρες ώστε να θυμίζουν τον βανδαλισμό που υπέστη η τέχνη –«σύμπτωμα βίας» το είχε χαρακτηρίσει η διευθύντρια της Πινακοθήκης και επιμελήτριας της έκθεσης Συραγώ Τσιάρα–, ενώ έπειτα απομακρύνθηκαν για να επιστρέψουν στη θέση τους. «Ζώντας από πρώτο χέρι την αναταραχή στην Πινακοθήκη, αποφάσισα να τη μετατρέψω σε μια εικαστική παραβολή», λέει σήμερα ο Ελληνας χαράκτης. Στην ιστορία που θα «τρέχει» πίσω από το πανί, ο Καραγκιόζης, ανυποψίαστος επισκέπτης, γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της οργής του βουλευτή και αναλαμβάνει δράση. «Παραδοσιακά, ο Καραγκιόζης εναντιώνεται στους ισχυρούς, λέει αλήθειες που άλλοι δεν τολμούν να εκφράσουν, τα βάζει με το άδικο», υποστηρίζει. Η ιδέα της παράστασης, με αφορμή και τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τα γεγονότα, έμοιαζε περισσότερο με προσωπική ανάγκη να δει την κατάσταση με χιούμορ και από απόσταση. «Η παράσταση λειτουργεί ως ένα πολιτιστικό αντίβαρο – μια υπενθύμιση ότι τελικά η τέχνη έχει δύναμη και ίσως να μην μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά μπορεί να στέκεται σε σημασίες και έννοιες και κυρίως να ασκήσει κριτική. Είναι ένας τρόπος να υψώσει ο καλλιτέχνης τη φωνή του».
Η παράσταση λειτουργεί ως ένα πολιτιστικό αντίβαρο – μια υπενθύμιση ότι τελικά η τέχνη έχει δύναμη και ίσως να μην μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά μπορεί να στέκεται σε σημασίες και έννοιες και κυρίως να ασκήσει κριτική.
Θα περίμεναν κάποιοι πως ο θόρυβος που προκάλεσαν τα συγκεκριμένα έργα (εικονίσματα) και η συσχέτισή τους με θρησκευτικές εικόνες θα τον έκαναν να απέχει για λίγο από τη συγκεκριμένη θεματική. Kαι όμως, πριν από μια εβδομάδα (13-15/2), με την υποστήριξη της ιστορικού τέχνης Ισμήνης Ανεμογιάννη, ο Κατσαδιώτης παρουσίασε στο Salon des Indépendants τέσσερις οξυγραφίες από τη σειρά των «εικονισμάτων» που είχε δείξει και στην Πινακοθήκη. «Η θρησκεία είναι το πιο κιτς στοιχείο της λαογραφίας μας, αποτελεί τη σύγχρονη μυθολογία μας, γεμάτη θαύματα, ενοχές, δεισιδαιμονίες, τραγωδίες και κατάρες», τονίζει.
Η φημισμένη ετήσια διοργάνωση του Παρισιού, με ιστορία από το 1884, «σπίτι» των απανταχού ασεβών, ριζοσπαστικών και αταξινόμητων καλλιτεχνών φλερτάρει σταθερά με τις έννοιες της παραμόρφωσης και του άσχημου, πάνω στις οποίες κατά κύριο λόγο «πατάει» και το έργο του Κατσαδιώτη. Είχε κάθε λόγο να βρίσκεται εκεί, σκέφτομαι, αλλά δεν ανησύχησε μήπως και στη γαλλική πρωτεύουσα συναντήσει αντιδράσεις;

«Δεν το απέκλεια σε καμία περίπτωση, μπορεί στη Γαλλία, το κράτος με την εκκλησία να έχουν διαχωρίσει τα πεδία επιρροής τους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν καταγράφονται αντίστοιχα φαινόμενα. Υπάρχει μια στροφή στον συντηρητισμό, όπως και σε πολλά σημεία του κόσμου. Στην Ισπανία, πρόσφατα έκλεισε γκαλερί γιατί εφαρμόζεται ο νόμος περί βλασφημίας, ενώ σε εμάς καταργήθηκε το 2019. Από την άλλη, δεν μπορώ να μη σχολιάσω ότι είμαστε από τις λίγες χώρες που έχουμε θρησκευτικές εικόνες στις σχολικές τάξεις. Στο δικαστήριο ορκιζόμαστε στο Ευαγγέλιο», εξηγεί ο εικαστικός και συνεχίζει: «Παρατηρείται, επίσης, αυξημένο ενδιαφέρον στη χρήση θρησκευτικού λεξιλογίου στους λόγους των πολιτικών και αυτό επίσης ξεφεύγει από τα εθνικά μας σύνορα. Ο Τραμπ, για παράδειγμα, πιστεύει ότι ο Θεός είναι υπερήφανος για το έργο του. Βγαίνει και μιλάει με τη Βίβλο στο χέρι. Δεν είναι τυχαία κίνηση. Υπάρχει στρατηγική».
Τον ρωτώ τι τον τράβηξε στη χαρακτική. Ο 54χρονος, σήμερα, χαράκτης, με ατομικές εκθέσεις σε Ελλάδα, Γαλλία και Πολωνία, έδωσε εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών του ΑΠΘ σε ηλικία 37 ετών. Μέχρι τότε ασκούσε τη δημοσιογραφία στον Τύπο, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Τη χαρακτική τη γνώρισε ως υποχρεωτικό μάθημα. «Οταν κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο, είπα ότι περνάω το μάθημα και δεν θέλω να έχω καμία σχέση. Συνήθως έτσι γίνεται και μετά ερωτευόμαστε. Το αποτέλεσμα με γοήτευσε».

Στο έργο του –κάνει μόνο οξυγραφίες γιατί κρίνει πως η τεχνική αποδίδει το θέμα του με μεγαλύτερη λεπτομέρεια– και στο επίκεντρο της θεματολογίας του βρίσκεται ο άνθρωπος: σχολιάζει τις υπαρξιακές του ανησυχίες, την ευκολία του να εξυψώνει το προσωπικό του συμφέρον σε ιδανικό, την περιδίνησή του στα δυσώδη τούνελ της ιστορίας και της πολιτικής, την κλίση του να αποκόπτεται από την τρέχουσα πραγματικότητα. Εγώ στη χαρακτική αφοσιώθηκα επειδή έχει μεγαλύτερο πλούτο γραφής, διαφορετική “κουζίνα” και μαγεία από τη ζωγραφική. Με κερδίζει με το που μπαίνω στο εργαστήριο και αντιλαμβάνομαι τις μυρωδιές από τα νέφτια, τα οξέα, τα βερνίκια, τα διαλυτικά. Είναι όπως εισέρχεται ένας πιστός στην εκκλησία. Νιώθει στα ρουθούνια του τη μυρωδιά από τα σβησμένα κεριά, τα λιβάνια, τα καντήλια. Μπαίνει σε άλλον κόσμο, μαγικό».
Η χαρακτική έχει μεγαλύτερο πλούτο γραφής από τη ζωγραφική. Με κερδίζει με το που μπαίνω στο εργαστήριο και αντιλαμβάνομαι τις μυρωδιές από τα νέφτια, τα οξέα, τα βερνίκια, τα διαλυτικά. Είναι όπως εισέρχεται ένας πιστός στην εκκλησία.
Βρίσκω την παρομοίωση παρακινδυνευμένη, και επανέρχομαι στα γεγονότα της Πινακοθήκης. Νιώθει ότι έθιξε το θρησκευτικό αίσθημα ορισμένων με τα έργα του; Η παραμόρφωση στην τέχνη, υπενθυμίζει, δεν είναι κάτι καινούργιο· εμφανίζεται σε διαφορετικές εποχές με διαφορετικούς σκοπούς: στη μεσαιωνική αγιογραφία συμβολίζει την πνευματικότητα, στον Γκόγια την ψυχολογική και κοινωνική ένταση, στον εξπρεσιονισμό το συναίσθημα. «Είμαι καλλιτέχνης, απλά κάνω έργα που αποτυπώνουν την εποχή μου. Δεν θέλω σώνει και καλά να τα βάλω με την Εκκλησία. Ασκησα κριτική, αν θέλετε, απέναντί της και όχι απέναντι στα πιστεύω του καθένα. Αυτά είναι σεβαστά, αλλά την Εκκλησία έχω δικαίωμα να την κρίνω, γιατί είναι θεσμός και οι θεσμοί κρίνονται. Eτσι όπως λειτουργεί, με βρίσκει αντίθετο. Μας μαθαίνουν, δηλαδή, ότι είμαστε αμαρτωλοί και σιγά σιγά μας καλούν για να μας συγχωρήσουν από τις ενοχές που μας δημιούργησαν. Είναι παραλογισμός».

Παραδέχεται, ωστόσο, ότι δεν περίμενε τόσο ακραίες αντιδράσεις σε ένα έργο τέχνης. «Δεν φανταζόμουν ότι κάποιος θα προσβληθεί τόσο από ένα χαρακτικό. Δεν θεωρώ καν ότι είναι θέμα πίστης, υπήρχαν πιστοί που δεν ενοχλήθηκαν, αυτή ήταν μια πολιτική ενέργεια, όπως και όσες ακολούθησαν, που αποσκοπούσε σε μια εντύπωση». Στην ερώτηση αν όλη αυτή η ένταση έκανε καλό στη χαρακτική, είναι ειλικρινής. «Το ενδιαφέρον για τη χαρακτική είχε ξεκινήσει νωρίτερα, και ο κόσμος έχει αρχίσει να απομακρύνεται από την ιδέα της χαρακτικής ως τέχνης ξεπερασμένης, με περιορισμένους ορίζοντες. Oσον αφορά εμένα, με έμαθε και η κουτσή Μαρία, για να το πούμε έτσι, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Δεν έχει σημασία αν εκθέτει ο Κατσαδιώτης στην Πινακοθήκη ή στο Μουσείο Μπενάκη, αν έμαθαν ότι ήταν υποψήφιος για τη θέση καθηγητή στον τομέα χαρακτικής στην ΑΣΚΤ, σημασία έχει ότι εδραιώθηκε καλύτερα η Δημοκρατία μας. Εμπεδώσαμε ότι δεν μπορεί ο καθένας, είτε βουλευτής είτε κηπουρός, να μπαίνει σε ένα μουσείο και να «κατεβάζει» έργα τέχνης ή να κινείται απειλητικά προς κάποιον. Μπορούμε να διαφωνούμε, αλλά μπορούμε και να συζητάμε και οι απόψεις μας να ωριμάζουν». Αναρωτιέμαι, αν στο επίμαχο συμβάν είχε στήριξη από τους καλλιτεχνικούς κύκλους. «Hμουν μόνος στην αρχή, υπήρχε εγκράτεια λόγω φόβου, όταν καταστάλαξαν τα πράγματα χτύπησε και το τηλέφωνο». Μένει μόνιμα στη Γαλλία και ίσως μέσα του να έχει υποχωρήσει το μέγεθος του περιστατικού που τόσο μας γύμνωσε από τις ψευδαισθήσεις μας περί σεβασμού και ελευθερίας της έκφρασης. «Οι απειλές δεν σταμάτησαν. Θα ξεκινήσουν δικαστήρια σε λίγο, διαδικασία που θα πάρει χρόνια, αλλά θα είναι μια ιστορική δίκη, μου λένε, για την απόπειρα λογοκρισίας στη χώρα μας».

