Το έπος των χιλίων γραμμαρίων

Το θρυλικό «Infinite Jest» του Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας «κλείνει» τα 30 και μεταφράζεται στα ελληνικά

το-έπος-των-χιλίων-γραμμαρίων-564088927 Ο Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας, φωτογραφημένος με τη χαρακτηριστική μπαντάνα του, στο Ιστ Βίλατζ της Νέας Υόρκης το 2002. Ο «πιο χαρισματικός συγγραφέας της γενιάς του», όπως είχε χαρακτηριστεί, έχασε τη μάχη με τη μανιοκατάθλιψη και έβαλε τέλος στη ζωή του το 2008. (Φωτογραφία: Janette Beckman/Redferns)
Ο Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας, φωτογραφημένος με τη χαρακτηριστική μπαντάνα του, στο Ιστ Βίλατζ της Νέας Υόρκης το 2002. Ο «πιο χαρισματικός συγγραφέας της γενιάς του», όπως είχε χαρακτηριστεί, έχασε τη μάχη με τη μανιοκατάθλιψη και έβαλε τέλος στη ζωή του το 2008. (Φωτογραφία: Janette Beckman/Redferns)
Φόρτωση Text-to-Speech...

Στην πρωτότυπη, αμερικανική έκδοση, το μυθιστόρημα «Infinite Jest» του Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας αριθμεί χίλιες εβδομήντα εννέα σελίδες (1.079). Επειδή στην ελληνική μετάφραση οι σελίδες βγαίνουν ακόμη περισσότερες, τρομάζουμε στη σκέψη τι θα προκύψει μέσα στους επόμενους μήνες που το «Infinite Jest» θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση του Κώστα Καλτσά.

Η ελληνική έκδοση συμπίπτει με τα 30 χρόνια από το 1996, οπότε πρωτοκυκλοφόρησε το μυθιστόρημα στην Αμερική, αποτελώντας όχι απλώς μείζον εκδοτικό γεγονός για τα αμερικανικά γράμματα, αλλά ένα «φαινόμενο»: πολύ γρήγορα έγινε το μυθιστόρημα για το οποίο όλοι μιλούσαν, ακόμη κι αν ελάχιστοι το είχαν διαβάσει, τουλάχιστον στην ολότητά του. Θυμίζει κάτι αυτό; Ναι· τον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις ή τον «Μόμπι Ντικ» του Μέλβιλ και άλλα μυθιστορήματα που στην ιστορία της λογοτεχνίας έγιναν household names, διατηρώντας την ίδια στιγμή τον λογοτεχνικό τους «σνομπισμό» (ή, αν ο όρος ηχεί περίεργα, παρά τα εισαγωγικά, το λογοτεχνικό τους ύψος).

Τα «υπερ-»

Η έκταση του «Infinite Jest» είναι, μάλλον, το λιγότερο. Διότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα μυθιστόρημα «τούβλο», πλημμυρισμένο από υποσημειώσεις, ιστορίες-μέσα-σε-ιστορίες, ένα πεζογραφικό τσουνάμι που λες πως μπορεί να παρασύρει τα πάντα ακριβώς επειδή ο συγγραφέας τους θέλει με πάθος να μιλήσει για τους πάντες και τα πάντα, πρωτίστως όμως μιλάει για την Αμερική όπως την έζησε ο ίδιος, όλα στην υπερβολή τους: υπερ-καταναλωτισμός, υπερ-καπιταλισμός, υπερ-αποξένωση, υπερ-αγορές και πάει λέγοντας.

Ο πληθωρικός Ουάλας με τη χαρακτηριστική μπαντάνα στα μαλλιά, ο οποίος στις τηλεοπτικές συνεντεύξεις του μιλάει ακατάσχετα και με μια εμφανή νεύρωση, αν όχι και αγωνία, βομβαρδίζοντας τον συνομιλητή του με έναν ορυμαγδό από σκέψεις και προβληματισμούς, ο ιδιοφυής αυτός γραφιάς που ονειρεύτηκε να γίνει σταρ του τένις, ο «κολλημένος» μπροστά στην τηλεόραση, στο τέλος δεν άντεξε τον ίδιο του τον εαυτό. Το 2008 αυτοκτόνησε. Ηταν 46 ετών. Νέος, πολύ νέος. Είχε ήδη προλάβει όμως να νιώσει, μαζί με τη μανιοκατάθλιψη, πώς είναι να σε χαρακτηρίζουν «τον πιο χαρισματικό συγγραφέα της γενιάς του», κυρίως άλλοι πολύ σημαντικοί συγγραφείς αυτής της γενιάς, όπως η Ζέιντι Σμιθ και ο –φίλος του– Τζόναθαν Φράνζεν.

Σήμερα, αν ζούσε, θα ήταν μόλις 64 και σίγουρα θα είχε πολλά να πει για τη λογοτεχνία στην εποχή των σόσιαλ μίντια και της τεχνητής νοημοσύνης.

«Το “Infinite Jest” εκδόθηκε σε μια εποχή όπου κοινό και συγγραφείς πίστευαν ακόμη στα θαύματα», λέει στην «Κ» ο συγγραφέας-μεταφραστής Λευτέρης Καλοσπύρος, προσθέτοντας: «Την προηγούμενη χρονιά (1995) εμφανίστηκε στα βιβλιοπωλεία το “Τούνελ” του Γουίλιαμ Γκας· ένα χρόνο αργότερα ο “Υπόγειος κόσμος” του Ντον Ντε Λίλο και το “Μέισον και Ντίξον” του Τόμας Πίντσον· πληθωρικά, ολιστικά μυθιστορήματα, ολόκληρα φαλαινοθηρικά, που κυνηγούσαν λυσσαλέα τον δικό τους Μόμπι Ντικ. Τα βιβλία αυτά ήταν πύργοι ελέγχου που λάμβαναν κι αναμετέδιδαν απειράριθμα σήματα· μεγάλης κλίμακας αφηγήσεις, που ξαναέγραφαν την Ιστορία, δίχως χορηγίες από επίσημες πηγές. Ομως κανένα από αυτά δεν συγκρούστηκε μετωπικά με το εδώ και τώρα της εποχής του. Αυτό θα το αναλάμβανε το “Infinite Jest”, ο εξελιγμένος τομογράφος που θα απεικόνιζε το zeitgeist σε κυτταρικό, πια, επίπεδο».

Ενα καίριο ερώτημα είναι γιατί ο Ουάλας; Γιατί αυτή η έμφαση στο πρόσωπό του και στο έργο του, και τότε αλλά και τώρα; Ο Λ. Καλοσπύρος δοκιμάζει μιαν ερμηνεία: «Τι το καινούργιο κόμισε ο Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας με τον δικό του γαργαντούα στη μακρά παράδοση του υπερφιλόδοξου μυθιστορήματος, που θέλει να πει τα πάντα για την κοινωνία, την Ιστορία, την επιστήμη, την τεχνολογία, την πολιτική, τις χίμαιρες, τους τρόμους, τις ετεροζυγωτίες μιας ολόκληρης εποχής; Προχώρησε σε μια σειρά διαγνώσεων: η διείσδυση και η επικράτηση του καπιταλισμού είναι πολύ πιο βαθιές απ’ όσο θέλουμε ή μπορούμε να φανταστούμε, η διασκέδαση και η ψυχαγωγία είναι πεδία προνομιακά μιας ακραίας εκδοχής του ύστερου καπιταλισμού. Οι κοινωνίες λειτουργούν χάρη σε αυτές τις εξαρτήσεις που γεννιούνται τόσο από τις δυνατότητες που προσφέρει η αλόγιστη και αστόχαστη τεχνοοικονομική ανάπτυξη, όσο και από την εμμονή μας να χτίζουμε ζωές αλλεργικές σε κάθε υπόνοια βαρεμάρας, στενοχώριας ή αγωνίας του θανάτου».

Προχώρησε σε μια σειρά διαγνώσεων: η διείσδυση και η επικράτηση του καπιταλισμού είναι πολύ πιο βαθιές απ’ όσο θέλουμε ή μπορούμε να φανταστούμε, η διασκέδαση και η ψυχαγωγία είναι πεδία προνομιακά μιας ακραίας εκδοχής του ύστερου καπιταλισμού. -Λευτέρης Καλοσπύρος, συγγραφέας – μεταφραστής

Η απάντηση του Λ. Καλοσπύρου παραπέμπει στον γνωστό χαρακτηρισμό ότι το «Infinite Jest» είναι ένα «δύσκολο» βιβλίο. Ο μεταφραστής του (και πεζογράφος) Κώστας Καλτσάς έχει να μας πει ένα δυο πράγματα επ’ αυτού: «Παρά τις φήμες για το αντίθετο, το “Infinite Jest” δεν είναι ένα δύσκολο βιβλίο. Σελίδα σελίδα, δεν είναι ποτέ δυσνόητο, ποτέ στρυφνό· σελίδα σελίδα, είναι πάντα γενναιόδωρο, έτοιμο να ανταμείψει τον κόπο της αναγνώστριας με κάτι ξεκαρδιστικά αστείο, ή παράξενα αξιομνημόνευτο, ή φρικιαστικά ανθρώπινο. Σελίδα σελίδα, λίγο μοιάζει με τους ογκόλιθους του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού με τους οποίους συγκρίνεται συχνά – τον “Οδυσσέα”, το “Ουράνιο τόξο της βαρύτητας”, το “Τούνελ”, τον “Υπόγειο κόσμο”, το “Τhe Recognitions” του Γουίλιαμ Γκάντις κ.λπ. Δεν μοιάζει με κανένα τους γιατί σελίδα σελίδα είναι, παραδόξως, πρώτα απ’ όλα φιλικό. Ή, αλλιώς: Το “Infinite Jest” είναι ένα δύσκολο βιβλίο, η (μεγαλοποιημένη) δυσκολία του οποίου είναι όμως παράδοξη και τόσο αποτελεί όσο και φωτίζει το ίδιο του το θέμα. Δεν εντοπίζεται στην κατανόηση όσων συμβαίνουν στις σελίδες του, που είναι πάντα απολύτως ξεκάθαρα. Εντοπίζεται όμως στη σημασία όλων αυτών, στον τρόπο που οι επιμέρους αφηγήσεις και συμβάντα του συγκροτούν ή όχι μια πλοκή, και στο γεγονός πως, προγραμματικά, το σχήμα, η λύση κι η ερμηνεία αυτής της πλοκής εναπόκεινται στην αναγνώστρια να δώσει. Το “Infinite Jest” είναι, για να θυμηθούμε και πάλι τον –αγαπημένο του Ουάλας– Oυίλιαμ Γκας, ένα βιβλίο που μας δοκιμάζει».

Η δυσκολία του εντοπίζεται στον τρόπο που οι επιμέρους αφηγήσεις και συμβάντα του συγκροτούν ή όχι μια πλοκή, και στο γεγονός πως, προγραμματικά, το σχήμα, η λύση και η ερμηνεία αυτής της πλοκής εναπόκεινται στην αναγνώστρια να δώσει. -Κώστας Καλτσάς, συγγραφέας – μεταφραστής

Εφόσον «δοκιμάζει» όποια και όποιον το διαβάζει, μήπως το καθιστά «κακοτράχαλο»; «Εάν αυτό το κάνει να ακούγεται απρόσιτο, από μια άποψη είναι πια ευκολότερο βιβλίο από ποτέ, γιατί η αρχιτεκτονική του μας είναι πλέον κάτι παραπάνω από γνώριμη: Οι εμμονικές βουτιές στις απύθμενες λαγουδότρυπες της Wikipedia και του Reddit· οι θεωρίες συνωμοσίας και η διάσπαση προσοχής· η ασταμάτητη αναζήτηση της επόμενης δόσης ντοπαμίνης και ο τρόμος της ανίας· ο βομβαρδισμός με πληροφορίες και η αδυναμία αξιολόγησής τους. Τίποτε από όλα αυτά δεν μας ήταν ακριβώς ξένο το μακρινό 1996, όμως ο κόσμος που ο Ουάλας περιγράφει με σατιρική, γκροτέσκα υπερβολή μοιάζει πια να διαφέρει ελάχιστα από τον δικό μας. Είναι, ταυτόχρονα, και δυσκολότερο βιβλίο παρά ποτέ, όχι ως κείμενο αυτό καθαυτό, μα ακριβώς επειδή, τι ειρωνεία, ο λόγος που μοιάζει να συνομιλεί τόσο ουσιαστικά με την εποχή μας είναι ότι κοντεύουμε να ξεχάσουμε πώς να συγκεντρωθούμε για να διαβάσουμε μυθιστορήματα σαν κι αυτό – στο βαθμό που υπάρχουν μυθιστορήματα σαν και αυτό».

Το βέβαιο είναι ότι σε μια εποχή τεράστιας δυσκολίας συγκέντρωσης (ο όρος «διάσπαση προσοχής» βρίσκεται πια στην ημερήσια διάταξη για μικρούς και μεγάλους), το μυθιστόρημα αυτό συνιστά πρόκληση. Ο Λ. Καλοσπύρος τονίζει ξανά ότι ο «Ουάλας έγραφε σε μια εποχή όπου το κοινό πίστευε ακόμη σε μια λογοτεχνία που σε βυθίζει στο ποικιλόμορφο σύμπαν της και σε τυλίγει με μια γλώσσα που στα πλοκάμια της γραπώνει μυριάδες ερεθίσματα. Το “Infinite Jest” απαιτεί την απερίσπαστη προσοχή του αναγνώστη και προϋποθέτει μια υγιή περιέργεια για τον κόσμο που μας περιβάλλει. Ο επίμονος αναγνώστης θα φτάσει στα όριά του – κι ωστόσο, πόσο τον ζηλεύω, που θα διαβάσει για πρώτη φορά αυτό το επίτευγμα της ανθρώπινης διάνοιας, ένα θαύμα της παγκόσμιας γραμματείας».

Το βάρος

Απευθυνθήκαμε και σε δύο ακόμη καλλιτέχνες προκειμένου να μας μιλήσουν για το «Infinite Jest» και τον Ουάλας: τα αδέλφια Λάκη και Αρη Ιωνά ή, αλλιώς, τους εικαστικούς, μουσικούς, κινηματογραφιστές (και ποδοσφαιριστές) The Callas, η νέα ταινία των οποίων, με τίτλο «MADONNAS» βγαίνει στον Μικρόκοσμο και σε άλλους κινηματογράφους στις 5 Μαρτίου. Η απάντησή τους είναι, ίσως, η ιδανική κατακλείδα σε ένα μικρό αφιέρωμα στον Γουάλας:

Το έπος των χιλίων γραμμαρίων-1

«Το υπολογίζω να βγει γύρω στα 1.000 με 1.100 γραμμάρια*. Μπορείς με αυτό λίγο να σιδερώσεις ή, έστω, να ισιώσεις κάτι. Μια ζωγραφιά ή ένα τιμολόγιο ας πούμε. Το καλοκαιράκι θα σε βοηθήσει στις παραλίες σαν μαξιλαράκι ή σαν βαρίδι για να μη σου παίρνει τις πετσέτες και τα πατατάκια ο αέρας. Μπορείς μέσα του να φυλάξεις διάφορα πραγματάκια, όπως χαρτάκια τσιγάρων, ραβασάκια, τριπάκια, αποδείξεις, σκόνες, τρίχες κοντές μακριές κατσαρές, λίστες σούπερ μάρκετ, εισιτήρια, βλεφαρίδες για μια μελλοντική ευχή. Θα φυλάξεις μέσα του και ένα μέρος του εγκεφάλου σου, καβάτζα, για να το πάρεις μετά. Αν το σπίτι σου έχει οπές που το κάνουν διαμπερές και κάνει ρεύμα, είναι ιδανικό για στοπ στις πόρτες. Μπορείς επίσης στα βαθιά μέσα του να αποξηράνεις ένα λουλούδι. Τέλος, αν αγαπάς την άσκηση, μπορείς πολύ εύκολα να αγοράσεις δύο αντίτυπα. Θα δέσεις με ταινία το ένα στον δεξιό όμορφο αστράγαλό σου, το άλλο στον αριστερό περίεργο αστράγαλό σου και θα βγεις έξω να τρέξεις μακριά, να χαθείς κυνηγώντας ένα φλούο μπαλάκι τένις».

*Το «Ουράνιο τόξο της βαρύτητας» (εκδ. Χατζηνικολή) του Πίντσον ζυγίζει 1.062 γρ., Ο «Υπόγειος κόσμος» (εκδ. Εστία) του Ντε Λίλο ζυγίζει 981 γρ., ο «Οδυσσέας» (εκδ. Κάκτος) του Τζόις ζυγίζει 1.779 γρ.

**Το «Infinite Jest» του Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση του Κώστα Καλτσά.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT