Εδώ και λίγες εβδομάδες, ένα από τα «Αιολικά» του Takis αποτελεί τη νέα ατραξιόν της οδού Πανεπιστημίου. Σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα σημεία της –στη συμβολή της με τον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου– ξεφυτρώνει το αναγνωρίσιμο κινητικό γλυπτό του διεθνούς Ελληνα καλλιτέχνη που έφυγε από τη ζωή το 2019. Οι περαστικοί, βυθισμένοι σε ατέρμονους εσωτερικούς διαλόγους, περιεργάζονται φευγαλέα τη μεταλλική στήλη από σίδηρο και αλουμίνιο, ύψους τεσσάρων και πλέον μέτρων. Οι πιο τυχεροί, όταν φυσάει λίγο πιο δυνατά, παρατηρούν την οριζόντια επίστεψή του να περιστρέφεται νωχελικά στον αέρα.
Η τοποθέτηση του έργου του Takis οφείλεται σε πρωτοβουλία επιχειρηματία της περιοχής και εγκρίθηκε στη συνέχεια από τον Δήμο Αθηναίων. Διαιωνίζεται έτσι η ελληνική παράδοση μιας ιδιότυπης σχέσης ανάμεσα στην πόλη και στη σύγχρονη τέχνη που σε μεγάλο βαθμό μοιάζει αφημένη στους νόμους του τυχαίου. Ατάκτως ερριμμένα έργα σε έναν ωκεανό ήδη προβληματικού δημόσιου χώρου και χωρίς καμία εμφανή ένδειξη επένδυσης σκέψης που να υποδηλώνει ένα στοιχειωδώς συνεκτικό σχέδιο νοηματοδότησης και ελάχιστου χωρικού σχεδιασμού.
Σε αυτό το παράδοξο περιβάλλον, ζητήσαμε από οκτώ καλλιτέχνες να μοιραστούν μαζί μας ένα γλυπτό μέσα στην πόλη που τους δημιουργεί έντονα συναισθήματα: είτε για καλό είτε για κακό. Οι απαντήσεις τους σκιαγραφούν ένα τοπίο ταυτόχρονα απρόβλεπτο, ανερμάτιστο αλλά και απροσδόκητα γοητευτικό.
Το δικό μου γλυπτό της Αθήνας
Το «Αιολικό» του Takis, που αποκαλύφθηκε πρόσφατα στην οδό Πανεπιστημίου, έφερε στην επιφάνεια μια παλιά –και άβολη– συζήτηση για τη σχέση της πόλης με τη σύγχρονη τέχνη. Αυτή ήταν η αφορμή για να ρωτήσουμε οκτώ καλλιτέχνες για το γλυπτό εκείνο που αγαπούν ή, απλώς, για το γλυπτό που αγαπούν να μισούν.
Η φίλη μου η «Πρόμαχος»
Αγγελος Παπαδημητρίου, εικαστικός, ηθοποιός

Eνας από τους δυο-τρεις λόγους που διάλεξα να μείνω στα Εξάρχεια στο συγκεκριμένο σπίτι ήταν ότι από το μπαλκόνι του έβλεπα την Αθηνά… Είναι ακριβώς συνομήλική μου. H «Πρόμαχος Αθηνά» φτιάχτηκε το 1952 από τον γλύπτη Φαληρέα. Είναι σχεδόν απέναντι από το σπίτι μου, τη βλέπω σχεδόν καθημερινά. Τι θα έχουν δει τα μάτια της… Η σοφή Αθηνά μέσα σ’ ένα πάρκο όπου συμβαίνουν τα πάντα, από εκθέσεις, πανηγύρια, «ακολασίες» μέχρι συναυλίες… Η απόστασή μας, μια στάση, τη μίκραινε τόσο όσο χρειαζόταν για να γίνουμε ισοϋψείς… Ελα όμως που δεν άργησε, σε ένα υπόλοιπο πεζοδρομίου απέναντί μου, να χτιστεί ένα σχεδόν αυθαίρετο τριώροφο συγκρότημα γραφείων, κρύβοντάς μου τη φίλη μου την Αθηνά για πάντα… Ομως βρήκα λύση. Οταν θέλω να τη δω, πάω στο καφέ του ξενοδοχείου Παρκ, λίγο πιο κάτω στην Αλεξάνδρας, κι ενώ κάνω πως τρελαίνομαι για την πάβλοβά του…
Ο Ελύτης των παιδιών
Χριστίνα Ανδρουλιδάκη, ιδιοκτήτρια γκαλερί CAN

Την πλατεία Δεξαμενής την έχω μέσα μου συνδεδεμένη με το γέλιο και το τρέξιμο των παιδιών, με τα κεφτεδάκια στα σκαλιά του καφενείου, με μια αίσθηση καθημερινής οικειότητας. Εκεί ο ορειχάλκινος ανδριάντας του Οδυσσέα Ελύτη, έργο του Γιάννη Παππά, στέκεται κι αυτός σαν παιδάκι και δεν λειτουργεί σαν μνημείο, αλλά σαν παρουσία στον δημόσιο χώρο. Παραδοσιακά οι ανδριάντες είναι μεγάλοι και επιβλητικοί· εδώ, όμως, έχουμε έναν ποιητή που όντως έκανε βόλτες σ’ αυτή την πλατεία. Δεν είναι ηρωικός. Είναι ανθρώπινος, σαν να κάθεται εκεί ένας φιλικός παππούλης –που κάπως μου θυμίζει τον δικό μου– και προσέχει τα πιτσιρίκια που τρέχουν, παίζουν και γελούν κάτω από τη μύτη του. Ενα μνημείο μνήμης, με σώμα σαν το δικό μας, όχι ένα ακόμη μνημείο εξουσίας.
Θα ήθελα να το είχα φτιάξει εγώ
Ηλίας Παπαηλιάκης, εικαστικός, καθηγητής Παν. Πατρών

Το γλυπτό αναπαριστά τον ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης Αλέξανδρο Υψηλάντη νεκρό. Είναι ένα ταφικό μνημείο μπροστά από τον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών στο Πεδίον του Αρεως, δοσμένο σε νεοκλασική φόρμα με άψογο χειρισμό όλων των στοιχείων που το συναποτελούν. Αποδίδεται στον γλύπτη Λεωνίδα Δρόση και χρονολογείται το 1869. Εντός του μνημείου περιέχονται τα οστά του ήρωα. Το μνημείο ταυτίζει μορφή και περιεχόμενο και με τη στιβαρή του φόρμα, ορισμένη και περίκλειστη, τονίζει το γεγονός του θανάτου ως αυτό που το καταδεικνύουμε, ενώ το αγνοούμε παντελώς. Ομως, όλα τα παραπάνω είναι λιγάκι ιστορία της τέχνης, συνδυασμένα με την επιρροή των ετών θαυμασμού του μνημείου. Τα αναφέρω όταν θέλω να αποφύγω να απαντήσω στην ερώτηση γιατί μου αρέσει ο Υψηλάντης στο Πεδίον του Αρεως. Η αλήθεια είναι ότι το έργο μού αρέσει γιατί θα επιθυμούσα να το είχα φτιάξει εγώ. Να μου ανήκει.
Φτωχή και άχαρη πλαστικότητα
Πάβλος Χαμπίδης, ζωγράφος

Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι στην Ελλάδα, στην πρωτεύουσα της χώρας, σε μία από τις κεντρικότερες πλατείες της, εν έτει 1989, χρονιά της κατάρρευσης του Τείχους του Βερολίνου, προκρίθηκε η εγκατάσταση του Μνημείου Εθνικής Συμφιλίωσης. Τρεις ευτελείς ανατομικά μορφές, αγκαλιασμένες με τα χέρια προτεταμένα στον ουρανό, οι οποίες από διαφορετικές γωνίες φαντάζουν να είναι μόνο δύο, δίνοντας την εντύπωση ότι χορεύουν τάνγκο. Πρόκειται για μία σύνθεση με τις ανθρώπινες μορφές σε μνημειώδεις διαστάσεις και μια αισθητική ανάλογη ολοκληρωτικών καθεστώτων. Εδώ έχουμε και τη φτωχή και άχαρη πλαστικότητα. Μια τέχνη στρατευμένη, ηρωική και δημαγωγική. Αυτό μας λέει πολλά για τη διανοητική κατάσταση και το γούστο της χώρας εκείνη την περίοδο. Εννοείται, δε, πως λόγω χρησικτησίας –εκ μέρους του γλυπτού– μοιάζει αδιανόητο να φανταστεί κανείς την πλατεία δίχως αυτό. Αποτελεί πλέον συστατικό μέρος αυτής, η οποία είναι, όπως εξάλλου δηλώνει και το όνομά της, για κλάματα.
Ενας τσακισμένος υπερήρωας
Poka-Yio, εικαστικός, καθηγητής ΑΣΚΤ
Ο «Ικαρος» του Βαγγέλη Μουστάκα μου αρέσει σαν μύθος αλλά και ως γλυπτό μού εξάπτει τη φαντασία. Παραθρησκευτικά και εθνικιστικά sites αναθεματίζουν το Μνημείο Πεσόντων Αεροπόρων στην πλατεία Καραϊσκάκη επειδή όπως λένε παρουσιάζει τον Εωσφόρο που πέφτει από τα ουράνια, πως δεν είναι δυνατόν να είναι αεροπόρος που πέφτει εν δόξη αυτή η τεράστια νυχτερίδα, παπάδες πετάνε άσπρη μπογιά και το ανεβάζουν στο ΥouΤube σε performative ορθόδοξο παραλήρημα. Αν η ύβρις είναι το μάθημα του μύθου του Ικάρου, τότε εμείς φταίμε που ονομάσαμε λανθασμένα τους αεροπόρους μας Ικάρους. Ο γλύπτης τη δουλειά του έκανε. Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο τσακισμένος υπερήρωας είναι εκεί για να μας θυμίζει πόσο μας ταιριάζει να πέφτουμε ξανά και ξανά, ένας Batman Μπάστερ Κίτον σε αέναη λούπα σαβουριάσματος. Το συλλογικό εγώ μας.
Η αξία του καθημερινού
Μιχάλης Γεωργίου, ντιζάινερ (G Design Studio)

Μου αρέσουν πολύ τα γλυπτά μέσα στην πόλη, δεν μου αρέσουν οι προτομές. Ο γλύπτης Δημήτριος Φιλιππότης κατάγεται από την Τήνο, ένα νησί που αγαπώ και με το οποίο είμαι έντονα συνδεδεμένος. «Ο Ξυλοθραύστης» βρίσκεται στις παρυφές του κήπου του Ζαππείου, στο τέλος της Ηρώδου Αττικού. Θαυμάζω την εξύμνηση του σώματος όχι σε έναν ήρωα, θεό ή αθλητή, αλλά σε έναν άνθρωπο που κόβει ξύλα. Η αξία δεν βρίσκεται μόνο στο υψηλό αλλά και στο καθημερινό. Η ομορφιά δεν ανήκει αποκλειστικά στον μύθο, αλλά υπάρχει και στην προσπάθεια και στην κούραση. Το να αποτυπώνεις τόση θαυμαστή μυϊκή πλαστικότητα σε μια τόσο απλή πράξη συνδέεται πολύ και με το επάγγελμά μου, του σχεδιαστή οπτικής επικοινωνίας. Τα καθημερινά πράγματα πρέπει να αποκτούν μια σπουδαία εικόνα, να γίνονται σημαντικά.
Χατζιδάκις με μονωτική ταινία
Γιώργης Γερόλυμπος, φωτογράφος

Εδώ και μήνες στο Αλσος Παγκρατίου στέκει τυλιγμένη με μονωτική ταινία η προτομή του Μάνου Χατζιδάκι. Οπως το βλέπω από το μπαλκόνι μου μου θυμίζει έργο σύγχρονης αφαιρετικής γλυπτικής, σαν το υπέροχο γλυπτό του γλύπτη Ανδρέα Λόλη στην πλατεία Μαντώς Μαυρογένους στην Παροικιά της Πάρου. Δυστυχώς, όμως, η προστατευτική επιφάνεια δεν έχει μείνει από εικαστική πρόθεση αλλά μάλλον από γραφειοκρατική αδιαφορία. Από τον διαχρονικό και διακομματικό τρόπο που η χώρα μας φέρεται στο περιβάλλον: αντίθετα από την Ευρώπη, σε εμάς ο δημόσιος χώρος δεν ανήκει σε κανέναν, οπότε τον αφήνουμε να ρημάζει. Και κάτι ακόμη: σ’ όλη του τη ζωή ο Χατζιδάκις έζησε στην πλατεία Προσκόπων, λίγα μέτρα πιο κάτω από το Αλσος. Για τον ανδριάντα του στο τελευταίο θα απορούσε κι ο ίδιος.
Η εξαίρεση του μετρό
Κατερίνα Βασιλάκου, αρχιτέκτων (AVW Architecture)

Ημουν φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής και με ενδιέφερε πολύ να κατανοήσω την πραγματική λειτουργία της συνάντησης της σύγχρονης τέχνης σε ένα χώρο δημόσιο. Υπό το πρίσμα μιας πιο αρχιτεκτονικής ματιάς που αναζητά πέραν από το έργο και το χωρικό «στήσιμο», ξεχωρίζω πάντα το έργο του Στήβεν Αντωνάκου στον σταθμό των Αμπελοκήπων. Παρά την εγκατάλειψή του, σήμερα το έργο αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα παρουσίας της σύγχρονης τέχνης στον δημόσιο χώρο καθώς σχεδιάστηκε για τον χώρο του μετρό, δεν ήρθε απλά να προσαρμοστεί ή να εκτεθεί μέσα σε αυτόν. Συντροφεύει το κοινό σε μια κατάβαση (και ανάδυση) στα «έγκατα» της πόλης, του πολιτισμού μας, του παλιού αλλά και του σύγχρονου. Να πώς μια καθημερινή κίνηση μετατρέπεται σε μύηση, σε μια ροή ανθρώπων, σε «Πομπή».

