Κάποιοι φίλοι της στήλης μού επισήμαναν ότι έχει περάσει αρκετός καιρός αφότου ασχολήθηκα τελευταία φορά με τα προσφιλή μου/τους γλωσσικά, είτε πρόκειται για φάλτσα είτε για αξιοπερίεργα και άλλα φαινόμενα άξια σχολιασμού. Απαραίτητη(;) διευκρίνιση: τα όποια γλωσσικά σχόλιά μου δεν γίνονται από τη σκοπιά του γλωσσικού χωροφύλακα ή του γλωσσικού παντογνώστη. Αλλωστε, δεν αφορούν όλα –ούτε σήμερα ούτε γενικώς–φάλτσα ή στραβοτιμονιές, αλλά και κάθε είδους γλωσσικές πληροφορίες, επισημάνσεις και «ανακαλύψεις».
Ας αρχίσω όμως με κάτι που, αν και μάλλον ασήμαντο, είναι ωστόσο ενδεικτικό μιας ορισμένης νοοτροπίας και ενός ορισμένου γλωσσικού –και όχι μόνο–κλίματος. Οκτώ στις δέκα φορές ο καταστηματάρχης ή ο σερβιτόρος με τον οποίο συναλλάσσομαι με ρωτά: «Καρτούλα ή μετρητά;». Αγνωστο γιατί, η κάρτα έχει υποκοριστικό, και μάλιστα ευρύτατα διαδεδομένο, ενώ τα μετρητά όχι. Σπανίως η ερώτηση είναι απλώς «κάρτα ή μετρητά» και σχεδόν ποτέ «κάρτα (καρτούλα) ή μετρητούλια». Δύσκολο να αποφανθεί κανείς γιατί η κάρτα συνδυάζεται με χαριτωμενιά, ως προς την εκφορά του ονόματός της, ενώ τα καημένα τα μετρητά σχεδόν ποτέ. Και όμως, από μια άποψη, τα μετρητά είναι αυτά που θα έπρεπε να έχουν υποκοριστικό, ως πιο προσφιλή στους καταστηματάρχες και στους σερβιτόρους – βάσει, τουλάχιστον, της αρχής «κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά… πέντε και στο POS». Προς αποφυγήν πάντως πάσης παρεξηγήσεως, εγώ «με το POS είμαι». Πώς αλλιώς, άλλωστε, νομίζετε ότι έχει προκύψει η θεαματική αύξηση των δημοσίων εσόδων;
Μιας και περί χρημάτων ο λόγος, πρόσφατα έπεσαν στα χέρια μου εκδόσεις με οικονομικές προβλέψεις για το 2026, στις οποίες –ευλόγως– γίνεται συνεχώς αναφορά σε ποσά, και μάλιστα διόλου ευκαταφρόνητα, εξ ου και συνοδεύονται από τη συντομογραφία δις! Δεν θα κουραστώ, λοιπόν, να το επαναλαμβάνω. Το δις, παιδιά, είναι επίρρημα και σημαίνει δύο φορές («επυροβόλησεν δις», «το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού», κ.ο.κ.). Οταν πρόκειται για ποσά, ο συγκεκομμένος τύπος για τα δισεκατομμύρια είναι, προφανώς, δισ.
Υπάρχουν κάποιοι γραμματικοί τύποι που, αν και αποπνέουν αχρείαστο και μπαγιάτικο λογιοτατισμό, χρησιμοποιούνται κατά κόρον, προφανώς από κάποιους/ες που θεωρούν ότι οι εν λόγω τύποι τούς προσδίδουν κύρος. Βλέπω και ακούω λοιπόν, αρκετά συχνά, της Μυρτούς, της Ινούς, της Διδούς, της Σαπφούς, της Καλυψούς, κ.ο.κ. Δεν θα καταφύγω στο γνωστό καλαμπούρι, με εκείνον που έλεγε της Γωγούς, της Μαριγούς και της Αργυρούς. Απλώς θα θυμίσω πως, αν ισχύει για τα θηλυκά η χρήση της αρχαιοπρεπούς γενικής, γιατί όχι και για τα αρσενικά; Επομένως, οι τραγωδίες του Σοφοκλέους, οι «Ορνιθες» του Αριστοφάνους, τα έργα του Αριστοτέλους, οι επιχειρήσεις του Σωκράτους Κόκκαλη, η επερώτηση του Μιλτιάδου Βαρβιτσιώτη, κ.ο.κ. Μην έχετε, λοιπόν, τον παραμικρό ενδοιασμό: οι τύποι της Διδώς, της Μυρτώς, της Καλυψώς, κ.λπ. είναι μια χαρά στη νεοελληνική κοινή.
Το δις είναι επίρρημα και σημαίνει δύο φορές. Ο συγκεκομμένος τύπος για τα δισεκατομμύρια είναι, προφανώς, δισ.
Για να φύγω, όμως, από τα φάλτσα και από τα αμφιλεγόμενα, ιδού και ορισμένα γλωσσικά μεζεδάκια, τα οποία νομίζω ότι έχουν το ενδιαφέρον τους. Και πρώτα, τα σχετικά με ένα σκεύος(;), είδος εν πολλοίς υπό εξαφάνιση αλλά (κατά ορισμένους τουλάχιστον) χρησιμότατο. Μιλάμε για τον περιώνυμο μπιντέ, όνειρο του μικροαστού που επιδιώκει να «ανέβει κοινωνικά» κατά το φερώνυμο βιβλίο του Μάριου Χάκκα. Σε ερώτηση φίλης για τον ακραιφνώς ελληνικό όρο, χρειάστηκε να διευκρινίσω. Αν πρόκειται για το «είδος υγιεινής», για την ας την πούμε λεκάνη, η λέξη είναι πυγολουτήρας (θυμηθείτε την καλλίπυγο Αφροδίτη και τα στεατοπυγικά αγαλματίδια). Οσο για τη διαδικασία, για το τελετουργικό τελοσπάντων, ο όρος αξιοποιεί άλλη ρίζα, επίσης σχετική με το επίμαχο σημείο του σώματος, εξ ου και έχουμε το εδρόλουτρον.
Μιας και βρίσκομαι στον κατά κάποιον τρόπο αστερισμό του σκαμπρόζικου, ιδού και ορισμένα ενδιαφέροντα επίθετα για χαρακτηριστικούς τύπους συμπολιτών μας. Δανειοδίαιτος είναι, λοιπόν, ο τρακαδόρος (με την τράκα να έχει, μάλιστα, και αυτή την καθωσπρέπει εκδοχή της: δανειοτροφία), ενώ ψωλοδίαιτος είναι ο κοινώς λεγόμενος ζιγκολό. Αφήνοντας ωστόσο τα λίγο πολύ πιπεράτα, ιδού και τρία ενδιαφέροντα επίθετα που κοινό χαρακτηριστικό τους έχουν την κατάληξη -φρων (προφανώς, από τη ρίζα φρονώ, φρόνημα, κ.λπ.). Εθιμόφρων, λοιπόν, είναι ο κομφορμιστής, απολυτόφρων είναι ο δογματικός, ενώ κερδαλεόφρων είναι ο συμφεροντολόγος, αυτός που θέλει απ’ όλα και απ’ όλους να «βγάζει κάτι».
Αινέσιμος και εναίσιμος
Θα κλείσω με ένα ακανθώδες και συχνά «μπερδευτικό» γλωσσικό ζήτημα. Εκτός των άλλων, και για να μη διατρέχω κίνδυνο να θεωρηθεί ότι ασχολούμαι μόνο με μπιντέδες, τράκες και ζιγκολό. Υπάρχουν, λοιπόν, τα ομόηχα αλλά «ανεστραμμένης» ορθογραφίας επίθετα αινέσιμος και εναίσιμος. Αινέσιμος, λοιπόν, είναι ο επαινετέος, ο αξιέπαινος (από το αίνος – έπαινος). Από την άλλη, εναίσιμη είναι όρος που κατεξοχήν χρησιμοποιείται προκειμένου για πρωτότυπη διατριβή, ελληνικό αντίστοιχο του (λατινογενούς) διεθνούς όρου inauguralis dessertatio. Και βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, ας μην ξεχνάμε και τον –πιο ταπεινό, οπωσδήποτε– ενέσιμο (ενέσιμος ορός, κ.λπ.).
Δανειοδίαιτος είναι ο τρακαδόρος (με την τράκα να έχει και αυτή την καθωσπρέπει εκδοχή της: δανειοτροφία).
Να, λοιπόν, που ο καλός ο γλωσσοψάχτης τίποτα δεν περιφρονεί: από καρτούλες και εδρόλουτρα μέχρι δισεκατομμύρια και διατριβές.

