Οι ΗΠΑ για πολύ μεγάλο διάστημα στον 20ό αιώνα είχαν θεωρηθεί η παραδειγματική περίπτωση της «κοινωνίας του θεάματος», εκείνης δηλαδή της δημόσιας σφαίρας όπου επικρατούν συνθήκες έμμεσης χειραγώγησης ή αλλοτρίωσης των συνειδήσεων. Η μουσική, κινηματογραφική και αργότερα τηλεοπτική «βιομηχανία» αποτελούσε το συνώνυμο της εμπορικής, εξισωτικής και ευτελούς πολιτιστικής παραγωγής, και αντιμετωπιζόταν (πολλές φορές με ισοπεδωτική αυθαιρεσία) από διανοουμένους και κοινωνικούς επιστήμονες ως βασικός μηχανισμός υποβολής συντηρητικών αντιλήψεων και αποπολιτικοποίησης.
Η εμφάνιση της ροκ υποκουλτούρας και η γρήγορη μετεξέλιξή της σε κοινότοπη-δημοφιλή κουλτούρα από το 1960 κι έπειτα, το άνοιγμα του Χόλιγουντ από τη δεκαετία του 1970 στο σινεμά του δημιουργού, καθώς και η εποχή της συνδρομητικής τηλεόρασης και πλατφόρμας (βλ. HBO, Netflix) από το 2000 και μετά, έφεραν μεγάλες μετατοπίσεις στην πολιτιστική βιομηχανία, που εθεωρείτο «εργαλείο» ιδεολογικής ηγεμονίας του κοινωνικού κατεστημένου. Ενα πολύ μεγάλο μέρος της «κοινωνίας του θεάματος», αν όχι η πλειονότητα, έγινε το συνώνυμο μιας κουλτούρας αμφισβήτησης, μιας κουλτούρας κοσμοπολίτικης συμπερίληψης, μιας κουλτούρας που διαμόρφωνε περισσότερο αντισυμβατικά κοινωνικά πρότυπα παρά συντηρητικά στερεότυπα. Δημοφιλείς σταρ, ανεξάρτητα από το εάν είχαν ξεκάθαρο πολιτικό λόγο και στίγμα, μέσα από το περιεχόμενο των έργων τους και τη γενικότερη καλλιτεχνική στάση τους εξέπεμπαν μια πολιτικότητα προοδευτική ή και ριζοσπαστική, που σταδιακά εκτόπιζε σε επιρροή εκείνους που ευαγγελίζονταν πιο παραδοσιακές αξίες.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο τραμπισμός ανάγει σε σημαντικό εχθρό του την κλασική κοινωνία του θεάματος, τα μίντια που παρήγαγαν τον αμερικανικό πολιτισμό του τελευταίου αιώνα, θεωρώντας τα θερμοκήπιο του φιλελεύθερου ριζοσπαστισμού. Υπερασπίζεται αντιθέτως την ταμπλόιντ κουλτούρα, στην οποία χρωστάει τη δύναμή του, η οποία μετοικεί όλο και περισσότερο στα social media. Δεν είναι τυχαίο επίσης που πολλοί μεγάλοι αστέρες εναντιώνονται συχνά-πυκνά στο περιεχόμενο και στο ύφος εξουσίας του Τραμπ με σφοδρότητα και επιδραστικότητα μεγαλύτερη της πολιτικής αντιπολίτευσης των Δημοκρατικών. Η πόλωση αυτή έχει φτάσει στην κορύφωσή της την περίοδο διακυβέρνησης Τραμπ, αλλά ουσιαστικά έχει ξεκινήσει ήδη από την εποχή που ακολουθεί το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους και τον αντιτρομοκρατικό πόλεμο του Μπους του νεότερου (με περιόδους ύφεσης την περίοδο διακυβέρνησης από τους Δημοκρατικούς Ομπάμα και Μπάιντεν).
Ο τραμπισμός ανάγει σε σημαντικό εχθρό του την κλασική κοινωνία του θεάματος, τα μίντια που παρήγαγαν τον αμερικανικό πολιτισμό του τελευταίου αιώνα, θεωρώντας τα θερμοκήπιο του φιλελεύθερου ριζοσπαστισμού.
Διαδραματίστηκαν πρόσφατα δύο διαφορετικές, αλλά σημαντικές πράξεις του δράματος της κατά μέτωπον σύγκρουσης μεταξύ του ριζοσπαστικού συντηρητισμού Τραμπ και του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού, που εκφράζεται από σημαίνοντα μέλη της αμερικανικής δημοφιλούς κουλτούρας. Η πρώτη ήταν το τραγούδι του Μπρους Σπρίνγκστιν «Streets of Minneapolis», ως άμεση αντίδραση στις δολοφονίες δύο πολιτών (Ρενέ Γκουντ και Aλεξ Πρέτι) από ομοσπονδιακούς πράκτορες της ICE στη Μινεάπολη, υπό το πλαίσιο της πολιτικής μετανάστευσης που προωθεί η κυβέρνηση. Ο Σπρίνγκστιν αφιέρωσε το τραγούδι στους διαμαρτυρόμενους κατοίκους της πόλης και στις κοινότητες μεταναστών, ενώ ο αντιπολιτευτικός τόνος απέναντι στον Τραμπ είναι πρόδηλος («King Trump’s private army»). Το τραγούδι, μέσα από τη γρήγορη διάχυση που επιτρέπουν τα social media, σκαρφάλωσε γρήγορα στις κορυφές των Spotify, YouTube κ.τ.λ.
Η δεύτερη περίπτωση είναι η εμφάνιση του Bad Bunny, του «βασιλιά του Latin trap», στο ημίχρονο του Super Bowl LX του NFL σε μία από τις πιο εθνικά φορτισμένες στιγμές αθλητικού θεάματος. Είναι η πρώτη φορά που καλλιτέχνης τραγουδά σχεδόν αποκλειστικά στα ισπανικά σε αυτό το σόου, που βλέπουν εκατοντάδες εκατομμύρια θεατές. Το γεγονός και μόνον αυτό έγινε αφορμή για πολιτική συζήτηση για την αναγνώριση της λατινοαμερικανικής παρουσίας και ταυτότητας στις ΗΠΑ, αλλά και ευρύτερα για το ποια είναι η «Αμερική» όχι ως χώρα αλλά ως ήπειρος. Η παρουσίαση σκηνών που θύμιζαν εικόνες από φυτείες ζαχαροκάλαμου ή η ύψωση της παλιάς σημαίας του Πουέρτο Ρίκο και γενικότερα συνθήματα που ο Bad Bunny αναφώνησε στη διάρκεια της παράστασης έγιναν θέμα σχολιασμού ως έμμεσες νύξεις στο αποικιοκρατικό παρελθόν, στον κοινωνικό αποκλεισμό και στο ζητούμενο της ενσωμάτωσης. Οπως ήταν σχεδόν αναμενόμενο, το σόου προκάλεσε τη δημόσια αποδοκιμασία του Τραμπ.
Πολλοί μεγάλοι αστέρες εναντιώνονται συχνά-πυκνά στο περιεχόμενο και στο ύφος εξουσίας του Τραμπ με σφοδρότητα και επιδραστικότητα μεγαλύτερη της πολιτικής αντιπολίτευσης των Δημοκρατικών.
Οι δύο αυτές πράξεις αποτελούν διακριτά αλλά συμπληρωματικά παραδείγματα αντίστασης της κοινωνίας του θεάματος στην τραμπική πολιτική κυριαρχία. Το ένα παράδειγμα άμεσου, καταγγελτικού πολιτικού λόγου απέναντι στην κρατική καταστολή από έναν «μεγάλο» καλλιτέχνη με σαφή πολιτική τοποθέτηση, ένα ξεκάθαρα πολιτικό τραγούδι, που έρχεται από το παρελθόν των τραγουδιών διαμαρτυρίας των δεκαετιών 1960 και 1970. Το δεύτερο παράδειγμα, μέρος μιας μεγάλης παράδοσης επιτελέσεων επί σκηνής (performance) από δημοφιλείς –πολλές φορές αμφιλεγόμενους– καλλιτέχνες χωρίς ξεκάθαρο ιδεολογικό στίγμα, που με συμβολικό τρόπο περνούν μηνύματα υπέρ των ατομικών δικαιωμάτων, της ανοχής στη διαφορετικότητα και ανάγουν την ίδια την ταυτότητα σε πολιτικό διακύβευμα.
Η κατάσταση στις ΗΠΑ είναι απολύτως έκρυθμη. Ο εμφύλιος που μαίνεται είναι κατά βάσιν πολιτισμικός. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει λιγότερο σφοδρός.
*Ο κ. Βασίλης Βαμβακάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας.

