Εκείνο το μεσημέρι του Ιουνίου του 1830, η έπαυλη του λόρδου Λοντέσμπορο στο Λονδίνο, στον αριθμό 144 της λεωφόρου Πικαντίλι, ήταν γεμάτη κόσμο. Οι φίλοι του, μέλη της βρετανικής αριστοκρατικής τάξης, είχαν ανταποκριθεί μαζικά στην πρόσκλησή του για πάρτι, αφού αυτή τη φορά δεν θα απολάμβαναν μόνο εκλεκτό φαγητό, ποτό και μουσική, ως συνήθως, αλλά και την πιο δημοφιλή εξτραβαγκάντζα της εποχής: το ξετύλιγμα μιας αιγυπτιακής μούμιας. Εκείνα τα χρόνια το ενδιαφέρον για τα μυστικά της αρχαίας Αιγύπτου είχε πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις στην Ευρώπη, που οι ιστορικοί μιλούν για «αιγυπτιομανία» – και όχι άδικα.
Ο Γάλλος Μπενουά ντε Μαϊγέ, πρόξενος στην Αίγυπτο από το 1692 έως το 1708, ήταν ο πρώτος που πραγματοποίησε ξετύλιγμα μούμιας μπροστά σε κοινό (στο Κάιρο τον Σεπτέμβριο του 1698). Η συγκεκριμένη πρακτική, όμως, έγινε μόδα στη Βρετανία από τον χειρουργό και συλλέκτη αρχαιοτήτων Τόμας Πέτιγκριου. Η αλήθεια είναι ότι ξεκίνησε από «αγνό» ενδιαφέρον: τη δίψα του για γνώση. Τα πρώτα… αποκαλυπτήρια έγιναν το 1821, λοιπόν, μπροστά σε ομάδα ιατρών. Στη συνέχεια, όμως, η επιστημονική ενασχόληση μετατράπηκε σε ιδιαίτερα επικερδή επιχείρηση για τον Πέτιγκριου, που λέγεται πως προίκισε πλουσιοπάροχα τα δώδεκα παιδιά του χάρη στις αιγυπτιακές σαρκοφάγους.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι μεγαλοαστοί της Γηραιάς Ηπείρου είχαν βρει άλλους τρόπους να διασκεδάζουν την ανία τους. Και οι επιστήμονες άρχισαν να προσεγγίζουν τις μούμιες αναζητώντας απαντήσεις σε ουσιαστικά ερωτήματα. Το ξετύλιγμα της μούμιας του Κνουμ-Ναχτ, που πραγματοποιήθηκε το 1908 από τη Μάργκαρετ Μάρεϊ και την ομάδα της στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, ήταν κομβικής σημασίας. Στο βιβλίο της «The tomb of two Brothers», που κυκλοφόρησε δύο χρόνια μετά, η πρωτοπόρος αρχαιολόγος και αιγυπτιολόγος συμπεριέλαβε πολλά από τα στοιχεία που προέκυψαν από τη μελέτη της: για τον ταφικό εξοπλισμό, την ανατομία των μουμιοποιημένων σωμάτων, αλλά και τα υφάσματα και τις βαφές που χρησιμοποιούσαν οι ταριχευτές.

Είχε δίκιο να εκνευρίζεται η Μάρεϊ, αλλά δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει το γεγονός ότι ανυπολόγιστος αριθμός σαρκοφάγων καταστράφηκαν μέσα στους αιώνες με κίνητρα κάθε άλλο παρά επιστημονικά: τάφοι συλήθηκαν για να πωληθούν οι μούμιες ως σουβενίρ ή να κονιορτοποιηθούν μαζί με τις ρητίνες, τα έλαια και τις αρωματικές ουσίες τους, μια και η σκόνη μούμιας ήταν πολύ δημοφιλές γιατροσόφι μέχρι τον 17ο αιώνα. Υπάρχουν αναφορές μέχρι και για γιατρούς που τη συνταγογραφούσαν για διάφορες ασθένειες!
Ευτυχώς, υπήρξαν και κάποιοι που πήγαν κόντρα στο ρεύμα του καιρού τους. Οπως δύο επιφανείς Ελληνες ομογενείς της Αιγύπτου. Ο Λήμνιος Ιωάννης Δημητρίου, που ασχολούνταν με το εμπόριο βαμβακιού στην Αλεξάνδρεια, δώρισε το 1880 την αιγυπτιακή συλλογή του, η οποία απαριθμούσε σχεδόν 3.400 αντικείμενα (τα περισσότερα αγορασμένα από παλαιοπωλεία) στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (ΕΑΜ) της Αθήνας, πριν ακόμα ολοκληρωθεί η κατασκευή του. Το ίδιο έπραξε το 1904 ο Αλέξανδρος Ρόστοβιτς Μπέης, στέλνοντας 54 κιβώτια από το Κάιρο στην Αθήνα με ένα από τα ατμόπλοιά του. Στην είσοδο των αιθουσών με τις αιγυπτιακές αρχαιότητες τα ονόματα και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες τους υπενθυμίζουν –στον επισκέπτη που θα τα προσέξει και δεν θα τα προσπεράσει– την τεράστια προσφορά τους.
Η κάμερα του Αρη Λυχναρά εστίασε για λίγο πάνω τους, μπαίνοντας στον χώρο για να συναντήσει τις αιγυπτιακές σαρκοφάγους. Το διάρκειας 69 λεπτών ντοκιμαντέρ «The Mummy Project», σε δική του σκηνοθεσία, που θα προβληθεί τον Μάρτιο στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, επιχειρεί να αφηγηθεί την ιστορία των μουμιών που βρίσκονται στο ΕΑΜ, με αφορμή την επιχείρηση μεταφοράς τους στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέρασαν από αξονικό τομογράφο, δίνοντας τη δυνατότητα στους επιστήμονες να ρίξουν φως σε άγνωστα στοιχεία για την κατάσταση της υγείας των ταφέντων όσο ακόμα ζούσαν, τις αιτίες θανάτου αλλά και τη διαδικασία ταφής τους. Ακόμα και για το φύλο: αναγράφεται μεν στις σαρκοφάγους, οι οποίες όμως συχνά έχουν επαναχρησιμοποιηθεί. Το συνεργείο ταξίδεψε και στην Αίγυπτο: στην πόλη Αχμίμ (αρχαία Πανόπολις), από όπου προέρχονται οι μούμιες του μουσείου, και στο Λούξορ – στον επιβλητικό Ναό του Καρνάκ στην ανατολική όχθη του Νείλου και στη μυστηριώδη Κοιλάδα των Βασιλέων στη δυτική όχθη, όπου ανακαλύφθηκε ο τάφος του Τουταγχαμών.
Η πρώην γενική διευθύντρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Αννα Βασιλική Καραπαναγιώτου, η επιμελήτρια του Τμήματος Συλλογών Προϊστορικών, Αιγυπτιακών, Κυπριακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων Αργυρώ Γρηγοράκη, ο διευθυντής Αξονικής και Μαγνητικής Τομογραφίας του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών Νίκος Μποντόζογλου, ο ομότιμος καθηγητής Αγγειοχειρουργικής του ΕΚΠΑ Χρήστος Λιάπης, η αιγυπτιολόγος Αλίκη Μαραβέλια, ο συντηρητής αρχαιοτήτων και έργων τέχνης Παναγιώτης Λάζαρης και ο ιατροδικαστής Κώστας Κούβαρης, μεταξύ άλλων, συνθέτουν τα κομμάτια του παζλ.
Διαβατήριο για την άλλη ζωή
Στην περίοδο πριν από τη δημιουργία των δυναστειών, δηλαδή από το 4000-3500 π.Χ., οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έθαβαν τους νεκρούς τους χωρίς φέρετρα, αλλά (με κάποια προσωπικά αντικείμενα, όπως φυλαχτά και εργαλεία) σε απλούς λάκκους μέσα στην καυτή άμμο της ερήμου, που λειτουργούσε ως φυσικό συντηρητικό: τα σώματα αφυδατώνονταν πολύ γρήγορα. Η διατήρησή τους έκανε ίσως τους ανθρώπους εκείνης της εποχής να πιστέψουν στη συνέχιση της ύπαρξης, στο αιώνιο ταξίδι, σύμφωνα με την Αργυρώ Γρηγοράκη, η οποία δίνει άλλη μια πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία: «Η λέξη “μούμια” είναι μεταγενέστερη, αραβικής προέλευσης. Η αρχαία αιγυπτιακή λέξη για το ταριχευμένο σώμα ήταν “Σαχ”, δηλαδή ο ευγενής νεκρός, εκείνος που έχει αποκτήσει και θεϊκή υπόσταση πέραν της ανθρώπινης. Ο θάνατος δεν ήταν το τέλος της ύπαρξης αλλά η αρχή της αιώνιας ζωής, με την προϋπόθεση ότι το όνομα και το σώμα του νεκρού θα διατηρηθούν». Τα ταφικά έθιμα ήταν απολύτως συνδεδεμένα με τις περιοδικότητες του στερεώματος. Οι Αιγύπτιοι, όπως επισημαίνει η Αλίκη Μαραβέλια, «πίστευαν ότι όπως ο ήλιος δύει και ανατέλλει, έτσι και οι άνθρωποι γεννιούνται, πεθαίνουν και ανατέλλουν ξανά. Γίνονται αστέρια στον ουράνιο θόλο. Αλλά αφού κριθούν, γιατί υπήρχε η έννοια της ανταπόδοσης του καλού και του κακού».

Οσο για τα αμιγώς ιατρικά συμπεράσματα, σε μεγάλο βαθμό επιβεβαίωσαν τον Ηρόδοτο, που πρώτος περιέγραψε τις τεχνικές ταρίχευσης: το πώς αφαιρούσαν από τα ρουθούνια με ειδικό αιχμηρό εργαλείο τον εγκέφαλο, γιατί είναι όργανο πολύ ευαίσθητο και αποσυντίθεται γρήγορα – «Είναι η ίδια διαδρομή που συχνά ακολουθούν σήμερα οι νευροχειρουργοί για να φθάσουν στην περιοχή της υπόφυσης», όπως εξηγεί στο ντοκιμαντέρ ο Νίκος Μποντόζογλου· πώς στη συνέχεια, με τομή στο αριστερό πλευρό με μαχαίρι από πυριτόλιθο (αυτό που ο Διόδωρος αναφέρει ως αιθιοπικό λίθο) αφαιρούσαν τα εσωτερικά όργανα· πώς καθάριζαν το εσωτερικό του σώματος με κρασί από φοινικόδεντρο και έγχυμα αλεσμένων μπαχαρικών· πώς άλειφαν το σώμα με ελαιόλαδο, μύρο ή κανέλα, έκλειναν τις τομές με ρητίνη και το γέμιζαν με υφάσματα πριν το τυλίξουν με λινές γάζες. Ακόμα και αν κατά λάθος αφαιρούσαν την καρδιά, έπρεπε να τη ράψουν και πάλι στη θέση της: για τους Αιγυπτίους ήταν το όργανο που κατέγραφε όλες τις καλές και κακές πράξεις του νεκρού, αυτές που θα κρίνονταν στο δικαστήριο των ψυχών.
Για τον σκηνοθέτη Αρη Λυχναρά, η καταβύθιση στον κόσμο της αρχαίας Αιγύπτου ήταν συναρπαστική. «Πέρα από το δέος τού να περνάς τόσο πολλές ώρες με έναν άνθρωπο που έζησε πριν από χιλιάδες χρόνια, ακόμα και για έναν αδαή, όπως εγώ, τα επιστημονικά στοιχεία που παρουσιάζονται από τους ειδικούς με τρόπο εύληπτο είναι εντυπωσιακά», λέει στην «Κ». «Σε μια από τις μούμιες στην αξονική τομογραφία εντοπίστηκε κάτι σαν τα σημερινά σφραγίσματα. Αντίστοιχη οδοντιατρική εργασία έχει βρεθεί και σε μούμια που βρίσκεται σε άλλη χώρα, επομένως δεν ήταν τυχαία επέμβαση, αλλά αποτελούσε πρακτική της εποχής για τους πολίτες των ανώτερων κοινωνικών τάξεων». Οσο για την πιο συγκινητική στιγμή των γυρισμάτων; «Η τελευταία σκηνή του ντοκιμαντέρ: η κάμερα βγαίνει από τον χώρο όπου φυλάσσονται οι σαρκοφάγοι στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το φως κλείνει και οι μούμιες βυθίζονται ξανά στο σκοτάδι της αιώνιας ζωής τους…».
*The Mummy Project
Σκηνοθεσία: Αρης Λυχναράς / Αρχισυνταξία – δημοσιογραφική έρευνα: Πέπη Οικονομάκη / Διεύθυνση φωτογραφίας: Ιωάννης Μανούσος / Μοντάζ: Κώστας Κουράκος / Πρωτότυπη μουσική: Κωνσταντίνος Πολυζώης / Παραγωγή: Frame Productions. Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί στο πλαίσιο του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και θα περιλαμβάνεται στην ψηφιακή πλατφόρμα της Αγοράς (Marche du Film) του Φεστιβάλ Καννών.

