Στη γοητευτική σειρά των πανεπιστημιακών εκδόσεων της Οξφόρδης, City Tales, την οποία διευθύνει η Ελεν Κονσταντάιν, στο επίκεντρο βρίσκεται κάθε φορά μια διαφορετική πόλη. Κάθε τόμος περιέχει διηγήματα που λαμβάνουν χώρα σε συγκεκριμένες γεωγραφικές συντεταγμένες αλλά που εκτείνονται σε ένα σημαντικό χρονικό εύρος. Μέσα από αυτό το λογοτεχνικό κολάζ του άστεως, στόχος είναι να γίνουν ευρύτερα γνωστοί στο αγγλόφωνο κοινό εν πολλοίς άγνωστοι συγγραφείς. Πιο πρόσφατη προσθήκη είναι ο κομψός τόμος «Αthens Tales», που κυκλοφόρησε και φιλοξενεί διηγήματα συγγραφέων όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Ροΐδης και ο Ταχτσής, αλλά και νεότερων όπως ο Κώστας Περούλης και η Κάλλια Παπαδάκη. Καθένα από τα 18 διηγήματα «συνομιλεί» με μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που επιχειρεί να εισαγάγει τον αναγνώστη στο κλίμα κάθε ιστορίας.
Το μεταφραστικό εγχείρημα και την ανθολόγηση ανέλαβε ο Τζόσουα Μπάρλι. Επισκέφθηκε πρώτη φορά την Αθήνα για ένα θερινό σχολείο στη διάρκεια των σπουδών του στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και συνειδητοποίησε ότι η Ελλάδα «δεν είναι μόνο παρελθόν, αλλά μια ζωντανή χώρα», όπως είπε στην «Κ». «Αρχισα να διαβάζω βιβλία, να ενδιαφέρομαι όλο και περισσότερο για τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό, να κάνω μαθήματα Νέων Ελληνικών στο πλαίσιο των σπουδών μου, να διαβάζω Καβάφη, Σεφέρη και άλλους. Αγάπησα τόσο πολύ την Ελλάδα που είπα: “Οταν τελειώσω το πτυχίο μου, θα έρθω να μείνω εδώ”. Και έτσι έγινε», προσθέτει.
Το 2012, χάρη σε μια υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και από τότε μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ Αθήνας και Ηπείρου. Πριν από το «Athens Tales» μετέφρασε στα αγγλικά τη «Γαλήνη» του Ηλία Βενέζη, το «Μάρτυς μου ο Θεός» του Μάκη Τσίτα, το «Περπατώντας στην Αθήνα» του Νίκου Βατόπουλου, μια επιλογή από δημοτικά τραγούδια, καθώς και ποιήματα του Μιχάλη Γκανά μαζί με τον Ντέιβιντ Κόνολι. Τον συναντήσαμε και μας μίλησε για τις προκλήσεις που συνάντησε στο τελευταίο του εγχείρημα.
– Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το «Athens Tales»;
– Από την αρχή με ενδιέφεραν τα διηγήματα, ίσως γιατί ήταν πιο «εύπεπτα» όταν ξεκινούσα να διαβάζω ελληνικά. Ηδη από το 2013 είχα πραγματοποιήσει μια αυτοέκδοση με ένα μικρό βιβλίο με μεταφρασμένα ελληνικά διηγήματα. Ο πρώτος συγγραφέας που μετέφρασα ήταν ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, πριν ακόμη κυκλοφορήσει το «Γκιακ», και μετά ο Χρήστος Οικονόμου. Επίσης, παρατήρησα ότι το διήγημα γνώριζε μια άνθηση την περίοδο της κρίσης. Την ίδια εποχή εμφανίστηκαν και νέοι εκδοτικοί οίκοι που έβγαζαν πολλές αξιόλογες συλλογές. Ολα αυτά έκαναν το διήγημα ιδιαίτερα ελκυστικό για εμένα ως είδος και για πολλά χρόνια ήθελα να φτιάξω μια ανθολογία. Το συγκεκριμένο βιβλίο προέκυψε τυχαία, καθώς ανήκει σε μια σειρά και αρχικά είχε ανατεθεί σε άλλο μεταφραστή. Εγώ ζήλευα γιατί σκεφτόμουν ότι αυτό ακριβώς είναι το βιβλίο που θα ήθελα να κάνω. Τελικά εκείνος το εγκατέλειψε, μου προτάθηκε και για εμένα αυτό ήταν ένα όνειρο που βγήκε αληθινό.
– Με ποιο τρόπο έγινε η επιλογή των ιστοριών και με ποια στόχευση;
– Παρότι με έλκυαν περισσότερο τα πιο σύγχρονα κείμενα και είχα απόλυτη ελευθερία επιλογής, με ενδιέφερε να παρακολουθήσω την πορεία του διηγήματος από τη «γέννησή» του στη νεοελληνική λογοτεχνία. Ξεκίνησα από τον Παπαδιαμάντη, που θεωρείται ο «πατριάρχης» του είδους, και προσπάθησα να καλύψω μια όσο το δυνατόν περισσότερο αντιπροσωπευτική διαδρομή μέχρι το παρόν. Hθελα επίσης ο αναγνώστης να μπορεί να δει μέσα από τα διηγήματα την ιστορία της Αθήνας στον 20ό αιώνα και το βιβλίο να μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα και ως λογοτεχνική αλλά και ως ιστορική τοιχογραφία της πόλης.

– Υπάρχει κάποιο νήμα που ενώνει τα διηγήματα της συλλογής, με υπόγειο ή πιο εμφανή τρόπο;
– Θα έλεγα ότι το διήγημα στην Ελλάδα συχνά ανθεί σε δύσκολες εποχές. Στον Παπαδιαμάντη βλέπουμε τις πρώτες λαϊκές τάξεις της Αθήνας, ανθρώπους που παλεύουν για την επιβίωση. Επίσης, πολλά διηγήματα γράφονται την περίοδο της Κατοχής, αλλά και την περίοδο της κρίσης. Aυτός είναι ένας πιθανός συνδετικός ιστός, θα έλεγα. Υπάρχουν επίσης λογοτεχνικές τάσεις που ίσως αναπτύσσονται για άλλους λόγους, αλλά νομίζω ότι το κυρίαρχο θέμα αυτών των ιστοριών είναι κατά βάση οι χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις και οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης που αντιμετωπίζουν.
«Hθελα ο αναγνώστης να μπορεί να δει μέσα από τα διηγήματα την ιστορία της Αθήνας στον 20ό αιώνα και το βιβλίο να μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα και ως λογοτεχνική, αλλά και ως ιστορική τοιχογραφία της πόλης», υπογραμμίζει ο Τζόσουα Μπάρλι.
– Καλύπτοντας μια ευρεία χρονολογική περίοδο –το πιο παλιό διήγημα της συλλογής είναι του 1896 και το πιο πρόσφατο του 2015–, τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε στη μεταφορά της εποχής και στις διαφορές στη χρήση της γλώσσας;
– Σε μια ανθολογία που καλύπτει τόσο μεγάλο χρονικό εύρος βλέπει κανείς καθαρά τις αλλαγές της γλώσσας, οπότε ήταν από τις επιθυμίες μου να αποδοθούν και στα αγγλικά και γι’ αυτό προσπάθησα να χρησιμοποιήσω λεξιλόγιο και ύφος που να ταιριάζουν σε κάθε εποχή και σε κάθε διήγημα. Για παράδειγμα, αν μια λέξη εμφανίζεται στα αγγλικά μόνο μετά το 1970, δεν θα την έβαζα σε κείμενο του Ροΐδη ή του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Επίσης, χρησιμοποίησα και εργαλεία που δείχνουν τη συχνότητα χρήσης λέξεων στον χρόνο, πράγμα που χάρισε έναν παιγνιώδη χαρακτήρα στη διαδικασία της μετάφρασης. Στον Παπαδιαμάντη, βέβαια, συνάντησα αρκετές δυσκολίες, τα λογοπαίγνια και η γλωσσική του ευρηματικότητα πολλές φορές δεν ήταν εύκολο να μεταφερθούν.
– Στην εισαγωγή αναφέρεστε στην ηθογραφία στα πρώιμα διηγήματα της συλλογής. Πιστεύετε ότι τα σύγχρονα διηγήματα της κρίσης θα μπορούσαν να λειτουργήσουν στο μέλλον ως μαρτυρία της εποχής;
– Νομίζω πως ναι, αλλά όχι με άμεσο τρόπο. Θα μπορούσε κανείς να γράψει ένα πολύ καλό, σχεδόν δημοσιογραφικό, κείμενο για το πώς ήταν η Αθήνα την περίοδο της κρίσης, αλλά δεν θα το είχα συμπεριλάβει, γιατί εμένα με ενδιέφερε πρωτίστως η λογοτεχνική αξία του διηγήματος. Στα παλαιότερα κείμενα, ιδίως σε εκείνα που είχαν σαφή πρόθεση να αποτυπώσουν την πόλη, είτε μέσα από την ηθογραφία είτε μέσα από το χρονογράφημα που ήταν πολύ διαδεδομένο στις αρχές του 20ού αιώνα, οι συγγραφείς το έκαναν συνειδητά. Φέρ’ ειπείν, στο διήγημα του Μητσάκη για την Ομόνοια διακρίνεται μια σχεδόν υπερηφάνεια για τα νέα φώτα της πλατείας. Και ορισμένα σύγχρονα διηγήματα της συλλογής δείχνουν επίσης έντονο ενδιαφέρον για το πώς είναι η πόλη, στις περισσότερες περιπτώσεις όμως χρειάζεται να διαβάσει κανείς πιο λοξά και να μπει σε βάθος για να διακρίνει τι συνέβαινε στην κρίση. Για παράδειγμα, στο διήγημα του Χρίστου Κυθρεώτη «Σημάδι στο μπράτσο», όπου ο πρωταγωνιστής πηγαίνει σε ένα νεκροταφείο για την εκταφή της γιαγιάς του, μπορεί κανείς να καταλάβει κάτι για την Αθήνα, χωρίς όμως να έχει μια άμεση εικόνα της ζωής εκείνη την περίοδο. Δεν πρόκειται για κοινωνικό ρεαλισμό, αλλά για μια ευρύτερη ατμόσφαιρα, όμως υπάρχει.
– Υπάρχουν μυθιστορήματα –αθηναϊκά και μη– που θα θέλατε να μεταφράσετε;
– Eνα έργο που θα ήθελα πολύ να μεταφράσω είναι το «Διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή, που μοιάζει όμως κι αυτό σαν μια συλλογή διηγημάτων. Γενικά, με ελκύουν περισσότερο τα διηγήματα και η ποίηση. Δεν υπάρχει κάποιο ελληνικό μυθιστόρημα το οποίο να έχω ερωτευτεί πραγματικά μέχρι στιγμής.
«Ορισμένα σύγχρονα διηγήματα της συλλογής δείχνουν έντονο ενδιαφέρον για το πώς είναι η πόλη, στις περισσότερες περιπτώσεις όμως χρειάζεται να διαβάσει κανείς πιο λοξά και να μπει σε βάθος για να διακρίνει τι συνέβαινε στην κρίση», εξηγεί ο συγγραφέας.
– Εχετε περάσει πολλά χρόνια στην Αθήνα. Υπάρχει κάποια γειτονιά που σήμερα σας φαίνεται πιο «λογοτεχνική»;
– Τα Εξάρχεια. Δεν έζησα ποτέ εκεί, ούτε περνάω πολύ χρόνο πια, μια και ζω στα Πετράλωνα, όμως κάθε φορά που πηγαίνω νιώθω την ενέργεια της γειτονιάς με όλα τα βιβλιοπωλεία και τα τυπογραφεία, που δίνει την αίσθηση ότι η λογοτεχνία είναι ακόμα ζωντανή. Δεν ξέρω αν το έχω νιώσει αυτό αλλού. Μπορεί όμως να αποτελέσει και πηγή έμπνευσης. Απλώς και μόνο παρατηρώντας όλους αυτούς τους πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους ανθρώπους που κυκλοφορούν, έχει κάποιος υλικό για να γράψει άπειρες ιστορίες. Δεν θα ήθελα να ζω εκεί, μου αρέσει το πράσινο και ο ανοιχτός χώρος, αλλά αυτή η «βουή» των Εξαρχείων με συναρπάζει, παρότι έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Το ίδιο αισθάνομαι και για την Ομόνοια, η οποία για εμένα παραμένει συναρπαστική. Διατηρεί ακόμη την αίσθηση ενός τόπου διαρκούς άφιξης και αναχώρησης, ενός σημείου όπου οι άνθρωποι περνούν, συναντιούνται, χάνονται. Μου φαίνεται πιο κοντά σε μια «πραγματική» Αθήνα απ’ ό,τι το Σύνταγμα ή άλλες, πιο εξευγενισμένες περιοχές. Μου αρέσει πολύ να δουλεύω σε κάποιο καφέ εκεί, έχει κάτι από την παλιά πόλη, που ταυτόχρονα παραμένει ζωντανή.
– Ποια περίοδος της πόλης, μέσα από τα διηγήματα, σας γοήτευσε περισσότερο; Και αν μπορούσατε να «μεταφερθείτε» σε μια εποχή της Αθήνας, ποια θα ήταν;
– Από λογοτεχνικής άποψης, οι αρχικές ιστορίες είναι συναρπαστικές και γοητευτικές γιατί βλέπει κανείς διαφορετικές εκδοχές της «πόλεως» να συνυπάρχουν: την παλιά οθωμανική πόλη, αλλά και τη νέα Αθήνα που χτίζεται. Διακρίνεται ακόμα η άφιξη του μοντερνισμού και μια αίσθηση αισιοδοξίας που διαπερνά ορισμένα κείμενα, όπως, για παράδειγμα, στα διηγήματα του Μητσάκη, όπου υπάρχει το δέος απέναντι στη νέα πόλη που απλώνεται γύρω του. Δεν ξέρω όμως αν θα ήθελα να ζήσω εκεί. Αν είχα πράγματι τη δυνατότητα να μεταφερθώ σε μια περίοδο της Αθήνας, θα διάλεγα μάλλον τα μεταπολεμικά χρόνια, τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, μια εποχή κατά την οποία δεν γράφονταν απαραίτητα τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Ομως τότε η Αθήνα διατηρούσε ακόμη έντονα στοιχεία της παλιάς πόλης και ταυτόχρονα υπήρχε μια αίσθηση προοπτικής, μια διάθεση για ζωή και διασκέδαση. Ηταν η εποχή που περνούσαν από την Αθήνα ξένοι περιηγητές, ο Πάτρικ Λι Φέρμορ έκανε παρέα με τον Σεφέρη και τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, ποιητές και συγγραφείς, όπως ο Λούι Μακνίς, ο Ισεργουντ και ο Οντεν, ζούσαν ανά περιόδους στην πόλη. Υπήρχε διάχυτη μια μποέμικη ατμόσφαιρα, ένα αίσθημα ελευθερίας. Δεν θέλω όμως να εξιδανικεύω εκείνη την εποχή, καθώς για τους Ελληνες ήταν εξαιρετικά δύσκολα χρόνια. Είναι όμως μια περίοδος που δεν παύει να με εμπνέει.
*«Athens Tales», μετάφραση – ανθολόγηση: Τζόσουα Μπάρλι, εκδ. Oxford University
Press, σελ. 288.

