Σαν να μιλάς στους θεούς

«Επινα πολύ· τόσο πολύ, που έπεφτα στη μέση ενός δρόμου ή μιας πλατείας. Μέχρι που είπα: “Φτάνει”. Ηταν 9 Ιουνίου 2014. Αρχισα να γράφω το βιβλίο αμέσως μετά», είχε πει ο Μανουέλ Βίλας

2' 15" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Για αρχή να παραδεχθώ ότι με τον Βίλας δυσκολεύομαι να είμαι αντικειμενικός. Αγαπάω τα βιβλία του (στα ελληνικά κυκλοφορούν από τον Ικαρο τα συνταρακτικά «Ορδέσα» και «Τα φιλιά») και αγαπώ και τον ίδιο, επειδή μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω και ήταν από εκείνες τις σπουδαίες φορές που ο συγγραφέας δεν σου φαίνεται «ξένος» από αυτό που έχει φτιάξει και σε έχει συνεπάρει. Με έναν τρόπο είναι και ο ίδιος μια εξανθρωπισμένη μορφή τέχνης και ας είναι ο πιο συνηθισμένος τύπος στον κόσμο.

Αυτός, λοιπόν, ο φαινομενικά τόσο κοινότοπος Ισπανός από το καθόλου τουριστικό Μπαρμπάστρο της Αραγωνίας, ο οποίος συμβαίνει να είναι την ίδια στιγμή μία από τις κορυφαίες φωνές της σύγχρονης ισπανόφωνης λογοτεχνίας, διατηρεί έναν ελάχιστα φαντεζί λογαριασμό στο Instagram. Οι αναρτήσεις του είναι μάλλον περιορισμένες, κάπως άτεχνες και πρωτόλειες, σίγουρα δεν διακρίνονται για τη φωτογραφική τους φιλοδοξία, και ο αριθμός των followers (των ακολούθων) αφύσικα μικρός για το πεζογραφικό του μέγεθος.

Γι’ αυτό μου έκανε εντύπωση το μπαράζ αναρτήσεων το περασμένο Σαββατοκύριακο από ένα χιονοδρομικό κέντρο στα Πυρηναία με τον Μανουέλ Βίλας σε μία διασκεδαστικά αλλοπρόσαλλη κατάσταση πλήρους έκστασης. Οι φωτογραφίες κι ένα βίντεο, που είχε ανεβάσει μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής, τον έδειχναν πανευτυχή να κάνει σκι στις πλαγιές του Φορμιγάλ. «Είχα να κάνω 14 χρόνια σκι. Από τον χειμώνα του 2012. Επέστρεψα σήμερα. Είμαι πάλι ο καλύτερος σκιέρ στον κόσμο. Το σκι είναι σαν να μιλάς με τους θεούς, με τα βουνά, με το χιόνι. Το να κάνεις σκι δεν είναι σκι. Είναι χορός», έγραψε κάτω από την πρώτη φωτογραφία ο 63χρονος συγγραφέας.

Υπάρχουν τόσο πολλά που μπορείς να πεις για αυτές τις αναρτήσεις. Αρκεί, ίσως, μόνον αυτό: το πρώτο μισό της δεκαετίας του 2010, όταν ο Βίλας σταμάτησε να κάνει σκι, ο κόσμος του κατέρρευσε. Εχασε την αγαπημένη του μητέρα, δρομολογήθηκε το διαζύγιο με τη σύζυγό του, ο εθισμός με το αλκοόλ επιδεινώθηκε.

Μου είχε αφηγηθεί: «Επινα πολύ· τόσο πολύ, που έπεφτα στη μέση ενός δρόμου ή μιας πλατείας. Ο κόσμος κοιτούσε. Με μάζευαν ασθενοφόρα. Μέχρι που ξύπνησα ένα πρωί και είπα: “Φτάνει”. Και δεν ήπια ούτε σταγόνα από τότε. Ηταν 9 Ιουνίου 2014. Αρχισα να γράφω το βιβλίο αμέσως μετά».

Ηταν μια αργή και επώδυνη επιχείρηση ανάδυσης από την άβυσσο των πολλών διαφορετικών εκδοχών του πένθους. Οταν τον είχα συναντήσει τον Ιούλιο του 2022 στην Αθήνα, έβλεπα μπροστά μου έναν άνθρωπο με πραγματική ευγνωμοσύνη για τη ζωή, με τα καλά και τα κακά της. Την ίδια ακριβώς ευγνωμοσύνη εξέπεμπε ο πανευτυχής Βίλας στις φωτογραφίες από το χιονοδρομικό κέντρο των Πυρηναίων. «Το γράψιμο ήταν το εξώφυλλο. Το πραγματικό μου πάθος ήταν το σκι», διαβάζουμε κάτω από ένα επιδέξιο σλάλομ του πανευτυχούς συγγραφέα. Δεν έχει σημασία εάν το εννοεί ή όχι. Σημασία έχει το σλάλομ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT