Δύο ενδιαφέροντες όσο και μεταξύ τους διαφορετικοί πιανίστες εμφανίστηκαν στο πλαίσιο των «Piano Days» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Στις 24 Ιανουαρίου στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» επέστρεψε στην Αθήνα ο Ελβετός Φραντσέσκο Πιεμοντέζι, ενώ το βράδυ της επομένης στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» έπαιξε πιάνο ο Αυστριακός Λούκας Στέρνατ.
Λιστ είχε ερμηνεύσει πέρυσι στο Ηρώδειο ο Πιεμοντέζι και με Λιστ επανήλθε. Πρότεινε το πρώτο από τα τρία «έτη» από τα «Χρόνια προσκυνήματος» του Ούγγρου συνθέτη, αυτό που αφορά την πατρίδα του Πιεμοντέζι, την Ελβετία. Επτά από τα εννέα μέρη της συλλογής αποτελούν εκ νέου επεξεργασμένες μορφές κομματιών που απάρτιζαν το «Λεύκωμα ενός ταξιδιώτη», που ο Λιστ είχε συνθέσει παλαιότερα. Ο συνθέτης επιγράφει καθένα από τα κομμάτια της «Ελβετίας» με αποσπάσματα από κείμενα των Σίλερ, Μπάιρον και Σενανκούρ. Η συλλογή αγκαλιάζει βασικά θέματα από τον πυρήνα του Ρομαντισμού, όπως τον υγιή εθνικισμό, τον θαυμασμό για το μεγαλείο της φύσης, αλλά και την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στην τεράστια δύναμή της και ο Λιστ, μέσα από τη μουσική του, επιχειρεί να αποδώσει πατριωτικά αισθήματα που αφορούν τον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελβετίας, αλλά επίσης ειδυλλιακά τοπία και δραματικά ξεσπάσματα της φύσης, όπως η καταιγίδα.
Φανερά εξοικειωμένος με τη μουσική γλώσσα και την αισθητική του συνθέτη, ο Πιεμοντέζι απέδωσε με επιτυχία όλες τις όψεις της μουσικής. Στο αρχικό «Παρεκκλήσι του Γουλιέλμου Τέλλου» σκιαγράφησε τα υψηλά ιδανικά του εθνικού ήρωα της χώρας, ενώ υπήρξε γαλήνιος και ποιητικός στη «Λίμνη της Βάλενστατ». Με εξαιρετική ευαισθησία ερμήνευσε το «Ποιμενικό», ενώ με ένταση απέδωσε την αλπική «Καταιγίδα».
Περνούσε με άνεση από τη μία διάθεση στην επομένη, καθώς αξιοποιούσε τα εκφραστικά του μέσα συνειδητά και με συγκεκριμένο στόχο. Αντιλαμβανόταν τη θέση του έργου στο πλαίσιο της μουσικής φιλολογίας, αλλά και τις φιλολογικές αναφορές του Λιστ, όπως φάνηκε από τη βυρωνική μελαγχολία με την οποία απέδωσε τη μουσική στην «Κοιλάδα του Ομπερμαν». Η ερμηνεία του κορυφώθηκε με την εξαιρετική απόδοση της τελευταίας μικρογραφίας «Οι καμπάνες της Γενεύης».
Είχε προηγηθεί η ανάλογα συναρπαστική απόδοση της Σονάτας σε σολ μείζονα, D. 894, έργο 78 του Σούμπερτ. Δεσπόζον στοιχείο ήταν η έκφραση του πλούσιου όσο και λεπταίσθητου ύφους της μουσικής. Κυρίαρχη ήταν και πάλι η ευελιξία του πιανίστα, η ευκολία με την οποία περνούσε από τη μία διάθεση στην επομένη, έχοντας, όμως, πάντοτε κατά νουν την έκφραση.
Οπως και στην περίπτωση του Λιστ, υπήρχε ξεχωριστή αντίληψη του στυλ της μουσικής, ενώ σπάνια έχει ακουστεί το τελευταίο μέρος της Σονάτας με παρόμοια ελαφράδα και διαφάνεια. Στο θερμό χειροκρότημα ο Πιεμοντέζι αποκρίθηκε με τη μεγαλόπρεπη ερμηνεία ενός κοράλ του Μπαχ σε μεταγραφή του μυθικού πιανίστα Βίλχελμ Κεμπφ, όπως επίσης με την καθηλωτική απόδοση των «Πυροτεχνημάτων» του Ντεμπισί.
Ερήμην του έργου
Παρά την τεχνική αρτιότητα και τη δεξιοτεχνική του άνεση, δεν μπορεί να είναι κανείς το ίδιο θερμός για τον 25χρονο Βιεννέζο Λούκας Στέρνατ. Το πρόγραμμά του περιλάμβανε την επιβλητική Σονάτα αρ. 21 του Σούμπερτ, εκφραστικά μια από τις πλέον απαιτητικές, όπως επίσης τη Σονάτα αρ. 8 του Προκόφιεφ. Στον Σούμπερτ όλα κύλησαν αργά, πολύ αργά, χωρίς προφανή λόγο, αποδομώντας τις φράσεις και τη δραματουργία της μουσικής. Βεβαίως, ο Στέρνατ υποστήριζε την πρότασή του με άνεση, χάρη σε έξοχη τεχνική και μια θαυμαστά δεμένη μελωδική γραμμή. Απλά, η πρότασή του έμοιαζε ερήμην του έργου. Ταυτόχρονα, τα έντονα μέρη ήταν περιττά βίαια και επιθετικά, έννοιες επίσης άσχετες προς τη μουσική του Σούμπερτ. Ταιριάζουν καλύτερα στον Προκόφιεφ και τη σοβιετική αισθητική της Σονάτας του. Ισως έχει νόημα να ξεκινά κανείς πιο ταπεινά, πριν καταλήξει να έχει άποψη για τους ογκόλιθους της κλασικής φιλολογίας.

