«Ημασταν στη Λήμνο, έβγαινε το φεγγάρι από τη θάλασσα και ήταν κόκκινο. Και λέω στην κόρη μου “κοίτα το φεγγάρι”. Και μου απαντάει “το έχω ξαναδεί αυτό”. “Πού το έχεις ξαναδεί;” τη ρωτάω. “Στο Μάτι”. Δεν ήταν φεγγάρι βέβαια τότε, αλλά ο ήλιος. Σήμερα, στα 11 της, οι εικόνες την ακολουθούν». Στις 23 Ιουλίου του 2018 η Κλειώ, σχεδόν 4 χρόνων, ήταν κατασκήνωση στη Ραφήνα, η γιαγιά της, Φοίβη, που έμενε στο εξοχικό τους στο Μάτι, πέρασε να την πάρει όταν, νωρίς το μεσημέρι, έμοιαζε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η μητέρα της, Κατερίνα, όταν έφθασε στο Μάτι μύριζε ήδη φωτιά. «Εκλεισα το σπίτι μας καλά και πήγα στην Αίμη, την πιο στενή φίλη της μαμάς, που έμενε σε απόσταση δύο λεπτών, φορώντας το μαγιό μου. Καθόμαστε, τρώμε παγωτό, γελάμε, παίζει το παιδί με το σκυλί και παρακολουθούμε κάπως ανήσυχες την πορεία της φωτιάς με ανοιχτή την τηλεόραση, ανοιχτό το ραδιόφωνο. Ανεβαίνουμε στην ταράτσα. Ο ουρανός είναι στο βάθος κατακόκκινος…» θυμάται η Κατερίνα Αγγελοπούλου.

Χρειάστηκαν λίγες ώρες για να εξελιχθεί η μέρα σε απόλυτο εφιάλτη. Ανθρωποι πανικόβλητοι, άνθρωποι να καίγονται ζωντανοί, αυτοκίνητα ακινητοποιημένα, οι τρεις γυναίκες και το παιδί προσπαθούν να διαφύγουν. Οι δυο θα βρεθούν στα βράχια μέσα στη θάλασσα, με τη μικρή Κλειώ στην αγκαλιά της μητέρας της. Ετρεχαν στο πυρωμένο έδαφος, μέσα στους καπνούς. «Κάποια στιγμή γυρνάω και λέω στο παιδί “μπορείς να τρέξεις;”. Φοβήθηκα ότι δεν θα τα καταφέρω και θα πέσουμε και οι δυο στη φωτιά. Τέλος πάντων, φτάνουμε στα βράχια. Δεν βλέπω τη Φοίβη… Η Φοίβη πάρκαρε σαν καλός πολίτης στην άκρη του δρόμου, να μπορούν να περάσουν οι άλλοι, και ήρθε με τη βοήθεια ενός ζευγαριού Σκωτσέζων τουριστών. Είχε το ισχίο της και τη βοήθησαν να κατέβει τα βράχια. Η Αίμη είχε χειρουργηθεί και ήταν καλά και καθαρή έπειτα από μήνες από μεταστατικό καρκίνο στους πνεύμονες. Ενιωθε γερή. Μπήκε στη θάλασσα. Μετά από τρεις ώρες απλώς δεν άντεξε άλλο. Τη χάσαμε. Πνίγηκε».

Cut. Αλλαγή σκηνικού. Πριν από λίγες ημέρες, σε ένα ευρύχωρο διαμέρισμα στο Κολωνάκι, όπου πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής της η εικαστικός και φωτογράφος (είχε ξεκινήσει την καριέρα της ως σκηνογράφος) Κατερίνα Αγγελοπούλου, μια από τις τρεις κόρες του σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου. Οι άλλες δύο είναι η Αννα και η Ελένη. Καθόμαστε αντικριστά σε ένα μακρόστενο τραπέζι εργασίας, έχοντας στη μέση την έκδοση/λεύκωμα με φωτογραφίες από το Μάτι, με τίτλο «Τhe fumes of Mars» (ιδέα της Κλειώς), που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2025 από τον αγγλικό εκδοτικό οίκο (GOST), παρουσιάστηκε στο Παρίσι, βρίσκεται ήδη σε βιβλιοπωλεία της Νέας Υόρκης και αυτές τις μέρες και στην ελληνική αγορά. Στο εξώφυλλο, ένα χρωματικό σύμπλεγμα της Κλειώς, κι αυτό από την εποχή που πήγαινε στον παιδικό σταθμό στη Νέα Υόρκη, ένα χρόνο μετά το συμβάν. Τους ζήτησαν να ζωγραφίσουν ένα δέντρο και τον ουρανό. Το αποτέλεσμα, με έντονες μαύρες πινελιές, τράβηξε την προσοχή της παιδαγωγού, που ζήτησε να δει τη μητέρα της για να μάθει τι έχει συμβεί στο παιδί. «Η Κλειώ τα θυμάται όλα. Μια συζήτηση η οποία δεν γίνεται δημόσια είναι ότι ήταν πολλά παιδιά εκεί, τότε. Δεν αναρωτιέται κανένας πώς περνάνε, πώς μεγαλώνουν έχοντας αυτό το βίωμα».

– Την ίδια μέρα της φωτιάς επιστρέψατε στο σπίτι στο Μάτι;
– Ναι. Eβαλα στεγνά ρούχα, που μου έδωσαν, στην Κλειώ, γιατί ήταν βρεγμένη και έχανε διαρκώς τις αισθήσεις της. Eνιωσα ότι ήταν ασφαλείς προς το παρόν εκείνη και η μητέρα μου, τις άφησα στην παραλία πάνω σε ένα φουσκωτό σωσίβιο και μια καρέκλα και γύρισα μέσα στο Μάτι. Πήγα στο σπίτι. Λέω –είναι πολύ κακός παραλληλισμός, αλλά τέλος πάντων, αυτό σκέφτηκα– ότι κάτι τέτοιο έχω δει μόνο στο Βούκοβαρ, στον πόλεμο, όταν είχαμε πάει, το 1994, για το γύρισμα του «Βλέμματος του Οδυσσέα». Hμουν τότε 12 χρόνων. Μαυρίλα, φωτιές χαμηλές, διάσπαρτες εστίες και ησυχία. Νεκρική σιγή. Δεν άκουγες τίποτα… Πήγα στο σπίτι μας, λοιπόν, το οποίο ήταν τυλιγμένο στις φλόγες. Γύρισα την πλάτη μου και έφυγα. Πώς μπόρεσα απλώς να φύγω; Επέστρεψα στην παραλία, δεν το είπα στη Φοίβη.

– Στο επίμετρο του βιβλίου γράφετε ότι σας είπαν αργότερα πως φωνάξατε τον πατέρα σας τη στιγμή που είδατε το σπίτι να καίγεται.
– Στο επίμετρο γράφω: «Iσως μέσα στο μυαλό μου έχασα ξανά τον πατέρα μου εκείνη την ημέρα. Νιώθω πως τον έχασα. Και τον φώναξα με τον ίδιο τρόπο που τον φώναξα εκείνη την ημέρα όταν συνειδητοποίησα ότι ήταν αυτός που κειτόταν στην άσφαλτο μπροστά μου, χτυπημένος από μοτοσικλέτα. Θυμάμαι να ρωτάω: “Γιατί, μπαμπά;”. Aλλο ένα “γιατί”. Και πάλι ένα “γιατί”».
«Κάτι τέτοιο έχω δει μόνο στο Βούκοβαρ, στον πόλεμο, όταν είχαμε πάει, το 1994, για το γύρισμα του “Βλέμματος του Οδυσσέα”».
Cut. Επιστροφή στο 2012. Η συζήτηση πισωγυρίζει σε εκείνο το μοιραίο γύρισμα της 24ης Ιανουαρίου. Η Κατερίνα Αγγελοπούλου ήταν η σκηνογράφος της ταινίας «Η άλλη θάλασσα», που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Oπως θυμάται η ίδια: «Παρόλο που ήμουν εκεί, στην αρχή δεν ήξερα ποιος τραυματίστηκε. Κάποια στιγμή ήρθε κάποιος και με ρώτησε πού είναι οι κουβέρτες. Την επόμενη μέρα είχαμε μεγάλο γύρισμα με πλημμύρες και χαμό και είχα όλες τις πυροσβεστικές κουβέρτες, ξέρεις, αυτές τις χρυσές, μέσα στο αυτοκίνητο. Οπότε πήγα και τις πήρα. Aκου τη συνέχεια. Πάω και τον σκεπάζω. Δεν φορούσε γυαλιά. Βλέπω έναν άνθρωπο που δεν αναγνωρίζω. Ρωτάω τον βοηθό του “πού είναι ο Αγγελόπουλος”. Δεν μου απαντάει. Και έρχονται εκείνη τη στιγμή η Φοίβη με την Aννα και βλέπω την Aννα σκυμμένη δίπλα του και σκέφτομαι ότι κάτι δεν πάει καλά. Τότε πλησίασα, κατάλαβα ότι ήταν ο μπαμπάς, έβγαλα μια κραυγή κι έπεσα λιπόθυμη στη μέση του δρόμου».

Στο επίμετρο του βιβλίου η αναφορά στον πατέρα ολοκληρώνεται με μια ομολογία σαν επίκληση, σαν προσευχή: «Είχα αυτήν την παιδική ψευδαίσθηση ότι το πνεύμα του θα προστάτευε το σπίτι –μαζί με όλα όσα είχαν απομείνει από αυτόν– και εμάς. Υποθέτω πως έκανε ό,τι μπορούσε. Προστάτεψε εμάς. Αλλά δεν ήταν όλοι τόσο τυχεροί».

Τη ρωτάω σε τι κατάσταση είναι σήμερα το σπίτι στο Μάτι. «Προσπαθεί η μητέρα μου να το ξαναφτιάξει. Χάθηκε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του αρχείου του μπαμπά, το οποίο περιείχε σημειώσεις, σενάρια, προσχέδια, αλληλογραφία, βραβεία, βιβλία, αφιερώσεις από άλλους. O,τι δηλαδή δεν ήταν στο γραφείο του στην Αθήνα, ήταν στο γραφείο του στο Μάτι. Φεύγοντας την ημέρα της καταστροφής είχα πάρει μια κούτα του μπαμπά και το βαλιτσάκι που έχει μέσα γράμματα. Η κούτα αυτή είναι ασήκωτη, πάρα πολύ βαριά, υπό φυσιολογικές συνθήκες. Εκείνη την ημέρα την πήρα λες και ήταν πούπουλο».

Επέστρεψα για να φωτογραφίσω
– Θα ήθελα να αρχίσω από το τέλος. Oταν ολοκληρώσατε αυτό το βιβλίο, τι συναισθήματα είχατε;
– Οταν τελείωσε, τυπώθηκε και το ένθετο που έχει την ελληνική μετάφραση από τον Γιώργο Κοροπούλη, και δεν χρειαζόταν να ξαναδιαβάσω τίποτα από όλα αυτά, αισθάνθηκα πολύ μεγάλη ανακούφιση. Hταν πολύ επώδυνη διαδικασία.

– Πώς ξεκίνησε η ιδέα του φωτογραφικού λευκώματος;
– Oταν μέναμε στη Νέα Υόρκη αποφάσισα να κάνω ένα μάστερ στη φωτογραφία. Είχα ήδη αρκετό θεωρητικό υπόβαθρο (σ.σ. έχει σπουδάσει μαθηματικά στην Αγγλία, στη συνέχεια σκηνογραφία στο Σεν Μάρτινς, έχει εργαστεί για τον κινηματογράφο, το θέατρο, την όπερα, τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου). Αυτό ήταν το 2019-2021, μέσα στον κορωνοϊό. Ενας από τους καθηγητές μου στο πανεπιστήμιο ήταν φωτογράφος στο Σεράγεβο. Είχε δουλέψει πάνω στο τραύμα και στη συμφιλίωση, επέμενε πολύ να «κάνω κάτι πάνω στο Μάτι». Και έτσι ξεκίνησα: Επέστρεψα για να φωτογραφίσω και εκ των υστέρων. Αφού συγκέντρωσα όλο το υλικό, δεν ήξερα τι να το κάνω. Μετά το γεγονός έτσι κι αλλιώς, όπως και όλοι οι υπόλοιποι, προσπαθούσα να καταλάβω τι και γιατί συνέβη ό,τι συνέβη. Εκανα μια πρώτη μακέτα βιβλίου, η οποία ουσιαστικά ήταν η πτυχιακή μου για το πανεπιστήμιο μαζί με ένα κείμενο. Με τον εκδότη στην Αγγλία δουλέψαμε πάνω στο βιβλίο για δύο χρόνια για να φτάσει στην τωρινή του μορφή.

– Γιατί στραφήκατε σε Αγγλο εκδότη;
– Αφενός, είναι ο άνθρωπος. Ηθελα πολύ να δουλέψω με τον συγκεκριμένο, ο οποίος είναι και ο editor, τον Στιούαρτ Σμιθ. Eίχαμε πολύ καλή σχέση, κατανόηση και ήθελε να διατηρήσει αυτό που είχα κάνει. Αφετέρου, θεώρησα ότι μπορεί να είναι καλό να έρθει από το εξωτερικό αυτή η ιστορία.

– Σας αντιπροσωπεύει το αποτέλεσμα;
– Μέσα στο βιβλίο υπάρχουν τρεις διαφορετικές αφηγήσεις. Η μία είναι η συλλογική. Κάποιοι έχασαν τους δικούς τους, τις οικογένειές τους. Αλλοι είναι τραυματισμένοι ακόμα, είτε ψυχολογικά είτε σωματικά. Ολες οι αφηγήσεις όλων των ανθρώπων είναι πολύ παρόμοιες. Εχουν μια διαφορετική, αλλά ίδια εμπειρία: της απόλυτης έλλειψης οποιουδήποτε υπευθύνου. Της απόλυτης απουσίας. Για μία ημέρα κατέρρευσαν τα πάντα. Είχε παραλύσει το κράτος. Η άλλη, είναι η προσωπική αφήγηση και η τρίτη, μια πιο αντικειμενική, με τα γεγονότα τού τι πραγματικά συνέβη, είτε μέσα από τα ΜΜΕ, από τις καταθέσεις εμπειρογνωμόνων κ.λπ. Ολα αυτά υπάρχουν στη δημόσια σφαίρα, όποτε θέλει και όποιος θέλει να καταλάβει τι πραγματικά συνέβη στο Μάτι, μπορεί. Το αφήγημα που κυριάρχησε στη συνέχεια, λειτούργησε για όσους δεν ήθελαν να μάθουν τι πραγματικά συνέβη. Η κυβέρνηση παρουσίαζε μια διαρκή εικόνα ελέγχου, αλληλεγγύης και φροντίδας προς τα θύματα, ενώ παράλληλα υποστήριζε ότι εκείνοι (τα θύματα) ήταν οι αυτουργοί της μοίρας τους. Εγραφαν την ιστορία του γεγονότος με τους δικούς τους όρους.

– Με ποια κριτήρια επιλέξατε τις φωτογραφίες;
– Δεν έχω άλλες. Είναι σχεδόν όλες μέσα. Σαν μια εσωτερική ανάγκη να επιβεβαιώσω ξανά την αλήθεια του γεγονότος. Ασφαλώς υπάρχει η συζήτηση γύρω από την «αισθητικοποίηση» του συμβάντος μέσω των φωτογραφιών. Αποφάσισα να μη φαίνονται καθαρά τα πρόσωπα. Οι φωτογραφίες εκείνης της ημέρας είναι τραβηγμένες από το κινητό και εσκεμμένα τα πρόσωπα είναι πιο σκοτεινά από ό,τι ήταν. Υπήρχαν άνθρωποι τους οποίους βλέπαμε να μπαίνουν στο νερό και μετά δεν τους βλέπαμε. Κάποιοι σώθηκαν, κάποιοι όχι. Πέρασα χρόνο περπατώντας, ανακαλώντας τα βήματά μου, ανακαλώντας τα βήματα άλλων, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, χαρτογράφησα τις τοποθεσίες όπου βρέθηκαν τα θύματα, ανακάλυψα ξανά την τοπογραφία και τη μορφολογία της περιοχής και έμεινα επί ώρα να κοιτάζω τη θάλασσα. Τίποτα το εγκεφαλικό δεν υπήρχε σ’ αυτή τη συνάντηση. Μια σκέψη που με απασχόλησε στην εξέλιξη «Τhe fumes of Mars» και που, κατά κάποιο τρόπο, αναιρεί εν μέρει την προσπάθειά μου είναι πως καμία από αυτές τις φωτογραφίες δεν καταγράφει την απόλυτη φρίκη του γεγονότος. Αυτό μετριάστηκε κάπως με τη χρήση της γλώσσας. Από κοινού, φωτογραφίες και κείμενο, παρέχουν δυνητικά μια αναφορά για το γεγονός και το τραύμα.
«Υπήρχαν άνθρωποι τους οποίους βλέπαμε να μπαίνουν στο νερό και μετά δεν τους βλέπαμε. Κάποιοι σώθηκαν, κάποιοι όχι».
– Το ότι αυτή η εμπειρία «μετασχηματίστηκε» σε βιβλίο σάς κάνει να μπορείτε να μιλάτε πιο εύκολα γι’ αυτήν;
– Νομίζω ναι, είναι πιο εύκολο. Ούτε το βιβλίο θα γινόταν, όμως, ούτε θα ανακτούσα την ηρεμία μου χωρίς να έχω ζητήσει βοήθεια, ψυχολογική υποστήριξη. Τον επόμενο χρόνο δεν μπορούσα να λειτουργήσω καθόλου. Και καλά να είσαι μόνος σου, αλλά είχα κι ένα μωρό παιδί, για το οποίο είχα υποχρέωση να είμαι εντάξει, γιατί έπρεπε να είμαι σίγουρη ότι θα είναι κι αυτή εντάξει μετά από αυτό που έζησε.

Στην προμετωπίδα του βιβλίου υπάρχει η αφιέρωση: «Για όσους χάθηκαν. Για όσους συνεχίζουν να αγωνίζονται. Στην Αίμη. Στη μητέρα μου. Στην Κλειώ».
*Το «Τhe fumes of Mars» θα παρουσιαστεί μέσα στον Μάρτιο στην Αθήνα. Τον ίδιο μήνα είναι προγραμματισμένη και μια ομιλία της Κατερίνας Αγγελοπούλου στο UCLA, στο Λος Αντζελες. Ακολουθεί μια παρουσίαση στο Λονδίνο τον Μάιο. Και στο Φεστιβάλ του Σεράγεβο τον Ιούνιο.

