Αυτή τη φορά ο «πόλεμος» ξεκίνησε για το χρώμα του δέρματός της. Αφορμή ήταν μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία (μια νύξη στα σόσιαλ μίντια, πιο σωστά), σύμφωνα με την οποία στην πολυαναμενόμενη κινηματογραφική «Οδύσσεια» του σκηνοθέτη Κρίστοφερ Νόλαν, την Ωραία Ελένη θα ερμηνεύσει η κενυατικής καταγωγής ηθοποιός Λουπίτα Νιόνγκο.
Αμέσως μετά την «είδηση» για τη μαύρη Ωραία Ελένη, στο Διαδίκτυο ξέσπασαν σκληρές μάχες. Πήρε μέρος και ο Ελον Μασκ, ανακοινώνοντας σε ανάρτησή του ότι ο Νόλαν «έχει χάσει την ακεραιότητά του». Τα υπόλοιπα επιχειρήματα των δύο αντιμαχόμενων πλευρών είχαν να κάνουν κυρίως με το πραγματολογικά τεκμηριωμένο ή το μυθοπλαστικά επιτρεπτό χρώμα της «Ελένης της Τροίας», με τον ανανεωτικό ή ιδεολογικό χαρακτήρα της επανερμηνείας των ομηρικών επών κ.ά.
Αφορμή υπήρξε μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία, στην οποία το μυθικό πρόσωπο θα ερμηνεύσει η κενυατικής καταγωγής και βραβευμένη με Οσκαρ ηθοποιός.
Δεν αποκλείεται, πάντως, τον Ιούλιο που θα προβληθεί η «Οδύσσεια» του Νόλαν, να αποδειχθεί ότι η –βραβευμένη με Οσκαρ– Νιόνγκο έχει αναλάβει τον ρόλο της «κακιάς» Κλυταιμνήστρας και τότε να ξεκινήσει ένας πόλεμος διαφορετικός. Μέχρι να το μάθουμε, θα προσπαθήσουμε να αναρωτηθούμε νηφάλια: Εχει σημασία αν μια μαύρη ηθοποιός υποδυθεί την Ωραία Ελένη; Και αν ναι, γιατί; Ενας ομηριστής και ένας σκηνοθέτης απαντούν.
ΧΡΗΣΤΟΣ Κ. ΤΣΑΓΓΑΛΗΣ
Ο Ομηρος δεν τραγούδησε για να μας δικαιώσει
Οι «πολιτικώς ορθές» αναγνώσεις της Ιλιάδας και της Οδύσσειας αφήνουν συχνά σε έναν ομηριστή μια αίσθηση αμηχανίας – όχι επειδή τα κείμενα αυτά είναι ιερά και απαραβίαστα, αλλά επειδή η συζήτηση μετατοπίζεται από την ερμηνεία στο σύμβολο. Οταν ο Αχιλλέας ή η Ελένη παρουσιάζονται ως «μαύροι», το ζήτημα δεν είναι η τόλμη της επιλογής· είναι η απουσία ερωτήματος.
Τα ομηρικά έπη είναι προϊόν συγκεκριμένου ιστορικού, γεωγραφικού και πολιτισμικού ορίζοντα. Οι περιγραφές σωμάτων, χρωμάτων, καταγωγών δεν είναι τυχαίες ούτε ουδέτερες. Η ανάγνωση που αγνοεί αυτό το πλαίσιο δεν «ανοίγει» τον Ομηρο· τον μεταφράζει στη γλώσσα των σύγχρονων ιδεολογικών αγωνιών μας. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν επιτρέπεται μια τέτοια αναπαράσταση, αλλά τι ακριβώς υπηρετεί.
Γιατί μαύρη Ελένη; Τι κερδίζουμε ερμηνευτικά; Αν η απάντηση είναι η ορατότητα ή η συμβολική αποκατάσταση, τότε βρισκόμαστε ήδη εκτός φιλολογίας και εντός πολιτισμικής πολιτικής. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κατακριτέο – αρκεί να δηλώνεται καθαρά. Διαφορετικά, οδηγούμαστε σε παράδοξα: θα θέλαμε να δούμε λευκό τον αρχηγό των Ζουλού που κατατρόπωσε τους Βρετανούς; Λατίνο ένα σαμουράι; Μαύρο τον Ντεντέ Κορκούτ και ξανθό τον Καραγκιόζη;
Είναι γνωστό ότι οι χολιγουντιανές αποδόσεις αρχαιοελληνικών μύθων ή ιστορικών γεγονότων βρίθουν ανακριβειών: πραγματολογικών, μυθικών ή ιστορικών, αφηγηματικών, χαρακτηριολογικών. Υπό αυτή την έννοια, η «Οδύσσεια» του Νόλαν δεν αποτελεί εξαίρεση (στον βαθμό τουλάχιστον που μπορεί να κρίνει κάποιος από το τρέιλερ της ταινίας). Το ίδιο συνέβη και με την ταινία «Οδυσσέας» του Ντίνο ντε Λαουρέντις (1954), την «Οδύσσεια» του Αντρέι Κοντσαλόφσκι (1997) και την «Επιστροφή» του Ουμπέρτο Παζολίνι (2024). Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν τα όρια της συζήτησης. Η πολιτισμική αναπαράσταση δεν είναι λευκός καμβάς όπου προβάλλουμε, αδιακρίτως, τις σύγχρονες επιθυμίες μας. Η παράδοση δεν είναι εμπόδιο στη διαφορετικότητα. Είναι η προϋπόθεσή της. Ο Ομηρος δεν τραγούδησε για να μας δικαιώσει. Τραγούδησε για να ακουστεί. Το λιγότερο που του οφείλουμε είναι να ακούσουμε τη φωνή του.
Ο κ. Χρήστος Κ. Τσαγγάλης είναι καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας, ΑΠΘ, τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών, αντεπιστέλλον μέλος της Κυπριακής Ακαδημίας.
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ
Η σύγχρονη ανάγνωση δίνει νόημα στο κλασικό
Η επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο, μιας μαύρης ηθοποιού, για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν προκαλεί αντιδράσεις που βαφτίστηκαν «υπεράσπιση της πραγματολογικής ακρίβειας». Στην πραγματικότητα, πρόκειται λιγότερο για τον Ομηρο και περισσότερο για τη δυσκολία μας να αποχωριστούμε μια βολική εικόνα της αρχαιότητας.
Η ελευθερία κάθε καλλιτέχνη να ανασκευάσει και να δει ξανά και ξανά οποιοδήποτε κλασικό κείμενο είναι ταυτόχρονα το γεγονός που προσδίδει στην τέχνη τη μοναδική της δύναμη.
Η ανεξάρτητη ματιά του σκηνοθέτη και η επαναδιαπραγμάτευση του κλασικού δίνουν νόημα στο κλασικό. Οι ομηρικοί μύθοι δεν είναι ιστορικά ντοκουμέντα. Είναι αφηγήσεις. Και η Ελένη δεν ορίζεται ως βιολογικό σώμα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, αλλά ως σύμβολο: της επιθυμίας, της προβολής, της βίας που παρουσιάζεται ως αναγκαιότητα.
Το κάλλος της δεν είναι φυλετικό· είναι αφηγηματική δύναμη. Είναι η αφορμή πάνω στην οποία οι άνδρες σκοτώνονται και μετά γράφουν έπη για να το δικαιολογήσουν.
Δεν θεωρώ πως ο Νόλαν είναι υποχρεωμένος να επιλέξει το αναμενόμενο. Ανακατεύει ενδεχομένως την τράπουλα και παίζει με τον θεατή δίχως να τον απασχολεί εάν αυτό διαταράσσει το στερεότυπο. Στην εποχή μας, εξάλλου, που όλα έχουν γίνει και όλα έχουν ειπωθεί, δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη μια τέτοια επιλογή.
Σε κινηματογραφικό επίπεδο, η επιλογή του Νόλαν είναι απολύτως συνεπής με το έργο του. Δεν τον ενδιαφέρει η αναπαράσταση μουσείου, αλλά η αποσταθεροποίηση του βλέμματος. Η Ελένη, άλλωστε, είναι από τη φύση της ασταθής φιγούρα: τη βλέπουμε πάντα μέσα από τα μάτια των άλλων, ποτέ ως μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια.
Η επίκληση της «πραγματολογικής ακρίβειας» κρύβει έναν θεατή που δεν τολμάει ή δεν αντέχει τη σύγχρονη ανάγνωση. Η αρχαιότητα, όμως, δεν ήταν ούτε καθαρή ούτε ακίνητη. Το πρόβλημα δεν είναι αν ο Νόλαν αλλάζει τον μύθο, αλλά αν ο σύγχρονος θεατής αντέχει να αναμετρηθεί με το στερεότυπο.
Ο κ. Λευτέρης Χαρίτος είναι σκηνοθέτης, πρόεδρος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

