Η ιστορία μιας συλλογής έχει σημασία ανεξάρτητα από τα έργα που την απαρτίζουν. Οσο και αν παρουσιάζεται ως ένα σύνολο αποκτημάτων που διαφορετικοί άνθρωποι συγκέντρωσαν, είναι πάντα το αποτέλεσμα επιλογών, παραλείψεων και στιγμιαίων βεβαιοτήτων, διαμορφωμένων μέσα σε συγκεκριμένες πολιτικές, κοινωνικές και αισθητικές συνθήκες. Η έκθεση «ΜΙΕΤ 1966-2026: Η διαδρομή μιας συλλογής», που θα δούμε στο Μουσείο Μπενάκη / Πειραιώς 138 από τις 26 Φεβρουαρίου, δεν επιχειρεί να αρνηθεί αυτή τη συνθήκη. Αντιθέτως, τη θέτει στο επίκεντρο, προτείνοντας μια ανάγνωση της νεοελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα μέσα από το φίλτρο μιας συλλογής που συγκροτήθηκε σταδιακά, συχνά αποσπασματικά, αλλά πάντοτε με έντονη συνείδηση του ιστορικού της ρόλου.
Από τα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυσή του, το 1966, το Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ) επένδυσε στη δημιουργία μιας συλλογής που θα λειτουργούσε όχι ως κανόνας, αλλά ως ζωντανό αρχείο της σύγχρονης ελληνικής καλλιτεχνικής παραγωγής. Οι αρχικές αγορές, που έγιναν σχεδόν άμεσα, κινούνταν ανάμεσα σε δύο πόλους: στην αναγνώριση ήδη καταξιωμένων δημιουργών και στη στήριξη νεότερων καλλιτεχνών, των οποίων η σημασία δεν είχε ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στη δημόσια σφαίρα. Κατά τη Μεταπολίτευση, η συλλεκτική αυτή δραστηριότητα απέκτησε μεγαλύτερη ένταση και σαφέστερο προσανατολισμό, σε μια περίοδο όπου η ίδια η έννοια της «σύγχρονης ελληνικής τέχνης» επαναδιαπραγματευόταν τα όριά της.
Ανάγνωση της νεοελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα μέσα από το φίλτρο μιας συλλογής που συγκροτήθηκε σταδιακά, συχνά αποσπασματικά, αλλά πάντοτε με έντονη συνείδηση του ιστορικού ρόλου της.
Σήμερα, με περισσότερα από 2.000 έργα, η συλλογή του ΜΙΕΤ είναι εκτεταμένη, ετερογενής και, αναπόφευκτα, άνιση. Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη δεν προσπαθεί να εξομαλύνει αυτές τις ανισότητες. Δεν φιλοδοξεί να παρουσιάσει το σύνολο ούτε να επιβάλει μια ενιαία αφήγηση, όπως εξηγεί ο επιμελητής της Κωνσταντίνος Παπαχρίστου. Αντιθέτως, υιοθετεί μια επιμελητική στρατηγική που αφήνει χώρο στην αμφισημία και στην προσωπική ανάγνωση. Τα ζωγραφικά έργα θα οργανωθούν θεματικά –ανθρώπινη μορφή, τοπίο, νεκρή φύση– χωρίς αυστηρή χρονολογική πειθαρχία, ενώ η γλυπτική και η χαρακτική θα αποκτήσουν διακριτούς χώρους, όχι ως συμπληρώματα αλλά ως ισότιμες πρακτικές.
Οι αρχικές αγορές κινούνταν ανάμεσα σε δύο πόλους: στην αναγνώριση ήδη καταξιωμένων δημιουργών και στη στήριξη νεότερων καλλιτεχνών, των οποίων η σημασία δεν είχε ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στη δημόσια σφαίρα.
Η έκθεση αποφεύγει το δέλεαρ της επετειακής αναδρομής, μολονότι η διοργάνωση αποτελεί την κεντρική εκδήλωση του 2026 για τα 60 χρόνια από την ίδρυση του ΜΙΕΤ και ανοίγει ορισμένα ερωτήματα: Τι σημαίνει το συλλέγειν για ένα πολιτιστικό ίδρυμα και πώς η ιστορία της τέχνης γράφεται μέσα από θεσμικές επιλογές; Η «Κ» παρουσιάζει πέντε, εν πολλοίς, άγνωστα τεκμήρια της πορείας σημαντικών Ελλήνων ζωγράφων, που φέρουν απρόσμενες συνδέσεις και ενδιαφέρουσες εκπλήξεις.
1. ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΡΑΛΗΣ «ΛΑ.ΙΜ 1932 / 1934 / 1936»
Η κονσερτίνα που δημιούργησε ο Γιάννης Μόραλης σε πολύ νεαρή ηλικία ως φοιτητής στο Εργαστήριο Χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού αποτελεί ένα εξαιρετικά προσωπικό και άγνωστο δείγμα της πρώιμης δημιουργίας του. Στα εικαστικά, η κονσερτίνα είναι ένα μικρό έντυπο ή βιβλιαράκι, συνήθως συνοδευτικό μιας έκθεσης ή ενός έργου, όπως ένα μικρό «φυλλάδιο».
Στην περίπτωση του Μόραλη, η συγκεκριμένη κονσερτίνα ήταν μια πράξη αγάπης για τη συμμαθήτριά του στην ΑΣΚΤ Λυδία Αντωνιάδη –μια Αθηναία κόρη καλής οικογενείας– με την οποία είχε δεσμό, που ο ίδιος παραδεχόταν ότι τον έκανε να αισθάνεται «σαν αρραβωνιασμένος». Σε κάθε φύλλο της κονσερτίνας, επικολλήθηκαν έξι ξυλογραφίες και πίσω από κάθε φύλλο τέσσερις φωτογραφίες με τη Λυδία Αντωνιάδη και δύο με την ίδια και τον Μόραλη, όλα επικολλημένα στο χαρτί υποστρώματος. Τυπώθηκαν μόνο δύο αντίτυπα. Η σειρά των μικρών αδημοσίευτων ξυλογραφιών φυλάσσεται σήμερα στη συλλογή του ΜΙΕΤ, με αντικριστή διάταξη φωτογραφιών και ξυλογραφιών. Το δεύτερο αντίτυπο δωρήθηκε από τον Μόραλη στην παλιά αγαπημένη του.
2. ΑΣΑΝΤΟΥΡ ΜΠΑΧΑΡΙΑΝ «Ο λινοτύπης», 1963

Ο Ελληνοαρμένιος ζωγράφος και χαράκτης (1924-1990) γεννήθηκε σε προσφυγική συνοικία της Αθήνας και σπούδασε ζωγραφική και λιθογραφία στη Σχολή Καλών Τεχνών. Από το 1945 έως το 1960 υπήρξε πολιτικός κρατούμενος σε φυλακές της Ελλάδας. Το 1963, στο πλαίσιο της σύνδεσής του με τον κόσμο των εκδόσεων και της τυπογραφίας, φιλοτέχνησε τη συγκεκριμένη ελαιογραφία, στην οποία αποτυπώνει την καθημερινότητα του επαγγέλματος του λινοτύπη, αναδεικνύοντας την αξία της χειρωνακτικής εργασίας.
Η ζωγραφική του Μπαχαριάν κινείται στον χώρο του κριτικού ρεαλισμού, συχνά με κοινωνικά και πολιτικά θέματα. Μετά την αποφυλάκισή του δίδαξε γραφιστική και το 1969 ίδρυσε το καλλιτεχνικό πνευματικό κέντρο «Ωρα», που αποτέλεσε σημαντικό πυρήνα πολιτιστικής ζωής στην Αθήνα. Παράλληλα εξέδιδε ετησίως τον τόμο «Χρονικό της Ωρας», με λεπτομερή αναφορά σε κάθε καλλιτεχνικό γεγονός της περασμένης χρονιάς.
3. ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΪΤΗΣ «Φηρά Σαντορίνης», 1953

Μπορεί η εικόνα που έχουμε για το έργο του Γιάννη Γαΐτη να συνδέθηκε κυρίως με τα «ανθρωπάκια» του, όμως η πορεία του υπήρξε περισσότερο πολυσχιδής. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1923 και σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη, απ’ όπου αποφοίτησε το 1951. Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 παρουσίασε κυβιστικές, σουρεαλιστικές και αφηρημένες συνθέσεις που ξεχώριζαν για την τόλμη τους.
Το 1954 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί αναπτύχθηκε η περίοδος με κυβιστικά-γεωμετρικά έργα όπως ο πίνακας με θέμα τα Φηρά της Σαντορίνης. «Δυστυχώς», όπως σχολιάζει ο κ. Παπαχρίστου, «αυτή τη ζωγραφική δεν την είδαμε να εξελίσσεται παραπέρα».
4. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ «Window», 2017

Τα «Παράθυρα» κατέχουν ξεχωριστή θέση στο έργο του Μιχάλη Κατζουράκη (1933-2025).
Η συγκεκριμένη θεματική αποτελεί μια μεγάλη ενότητα που διαρκεί, με διάφορες παραλλαγές, για περισσότερο από πενήντα χρόνια. Αλλοτε τα «Παράθυρα» εμφανίζουν ίχνη μιας περασμένης ζωής με εμφανή σημάδια φθοράς, άλλοτε συνομιλούν με τον ψηφιακό κόσμο των Windows και την αισιοδοξία του μέλλοντος, σχολιάζοντας με ευαισθησία την ανθρώπινη κατάσταση. Η ζωγραφική του Κατζουράκη εντάσσεται στη γεωμετρική αφαίρεση και στον μοντερνισμό, με αυστηρή δομή και μινιμαλιστική αισθητική, στοιχεία που διαπνέουν και τη σειρά των «Παραθύρων».
5. ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ ΣΑΚΑΓΙΑΝ «Το κάλεσμα των πνευμάτων των γονέων μου», 1983

Ενας από τους σημαντικότερους εν ζωή εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής, με διεθνή καριέρα και παρουσία σε μουσεία και συλλογές στην Ευρώπη και πέραν αυτής. Η ζωγραφική του Σακαγιάν χαρακτηρίζεται από έναν ανθρωποκεντρικό παραστατικό ρεαλισμό, όπου το βλέμμα, η μνήμη και η συλλογική εμπειρία γίνονται βασικά στοιχεία των εικόνων του. Το συγκεκριμένο έργο καθορίζει από νωρίς την ουσία της ζωγραφικής του Σακαγιάν: πρόκειται για μια ελεγεία για την ανθρώπινη κατάσταση· ένας βαθύς στοχασμός για την ύπαρξη και την απώλεια. Σε αντίθεση με τα μεταγενέστερα έργα του, στα οποία αυτό επιτυγχάνεται με την έντονη και συχνά επαναλαμβανόμενη παρουσία της ανθρώπινης μορφής, εδώ υπάρχει μόνο μια μικρή νύξη: η κορνίζα με τις φωτογραφίες πάνω στο τραπέζι. Οι φωτογραφίες, η άδεια καρέκλα, τα σκόρπια αντικείμενα συντελούν στην αίσθηση της παρουσίας μιας μορφής διά της απουσίας της.
«Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τραπέζης 1966-2026: Η διαδρομή μιας συλλογής».
Μουσείο Μπενάκη / Πειραιώς 138, από τις 26 Φεβρουαρίου.

