Η μουσική του Μαξ Ρίχτερ είναι λιτή, σχεδόν ασκητική στη μορφή της, αλλά ικανή να αρθρώσει συναισθήματα μεγάλου εύρους και έντασης, από εκείνα που δύσκολα χωρούν σε λέξεις. Με τη δουλειά του στη νέα ταινία «Aμνετ», ωστόσο, ο συνθέτης εισέρχεται σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο έδαφος: το σύμπαν του Σαίξπηρ, του πένθους και της μητρότητας. Η κινηματογραφική μεταφορά του πολυδιαβασμένου μυθιστορήματος της Μάγκι Ο’ Φάρελ από τη βραβευμένη με Οσκαρ για τη «Χώρα των νομάδων», Κλόε Ζάο, εστιάζεται στην ψυχολογική κατάρρευση της συζύγου του Σαίξπηρ, Αγκνες (Τζέσι Μπάκλεϊ, οσκαρικό φαβορί), μετά τον θάνατο του 11χρονου γιου του ζευγαριού από την πανώλη. Την ώρα που η οικογένεια θρηνεί, ο Σαίξπηρ (Πολ Μέσκαλ) διοχετεύει τον δικό του πόνο στη δημιουργία του διασημότερου έργου του, «Αμλετ». Με την απώλεια ως κεντρικό άξονα της αφήγησης, η ταινία δεν ακολουθεί τη γνωστή δημόσια διαδρομή του θεατρικού συγγραφέα, αλλά κινείται στους αγροτικούς ρυθμούς της ζωής στο Στράτφορντ, εξερευνά τη μυστικιστική σχέση της Αγκνες με τη φύση και αντλεί στοιχεία από τη λαογραφία και τον μύθο.
Για τον Ρίχτερ, η πρόσκληση να γράψει τη μουσική ενός τέτοιου έργου υπήρξε σχεδόν αυτονόητη. «Λατρεύω τον Σαίξπηρ, πώς θα μπορούσε κανείς να μην τον αγαπήσει;» μας λέει μέσω Zoom. «Είναι ένας απίστευτος συγγραφέας αυτών των παγκόσμιων αριστουργημάτων. Με τον καιρό, γίνονται μέρος του κόσμου μας. Επίσης, αγαπώ πολύ την ελισαβετιανή περίοδο από μουσικής πλευράς. Για μένα, ήταν το τέλειο πρότζεκτ, που ένωνε όλα αυτά τα πράγματα για τα οποία τρέφω μεγάλη αγάπη και μου έδινε χώρο να τα εξερευνήσω μέσα από την ψυχολογική αφήγηση της ταινίας».

Διαχρονική ιστορία
Το «Αμνετ», βέβαια, δεν είναι μια ταινία εποχής με τη συμβατική έννοια (ελάχιστα στοιχεία της ταινίας είναι αμιγώς ιστορικά) και ο Ρίχτερ ήταν ξεκάθαρος από την αρχή ότι η μουσική δεν απέβλεπε σε ιστορική αναπαράσταση. «Πρόκειται για μια ελισαβετιανή ιστορία, αλλά στην πραγματικότητα είναι διαχρονική. Θα έλεγα πως είναι περισσότερο ψυχολογική παρά ιστορική, κατά κάποιον τρόπο. Εχει, επίσης, στοιχεία λαογραφίας, μια αίσθηση γήινης μαγείας, σαν να έχει μπει χέρι μάγισσας. Και είναι, βεβαίως, μια ιστορία για τη μητρότητα και την οικογένεια, δηλαδή για οικουμενικά πράγματα που υπερβαίνουν την εκάστοτε εποχή τους. Ηθελα, λοιπόν, να δημιουργήσω μια μουσική που να ασχολείται πραγματικά μόνο με την ψυχολογική πραγματικότητα των χαρακτήρων».
Θα έλεγα πως η ταινία είναι περισσότερο ψυχολογική παρά ιστορική. Εχει, επίσης, στοιχεία λαογραφίας. Και είναι, βεβαίως, μια ιστορία για τη μητρότητα και την οικογένεια.
Η συνεργασία του Ρίχτερ με τη Ζάο ξεκίνησε νωρίς και εξελίχθηκε οργανικά, παράλληλα με την ίδια την ταινία. Ο συνθέτης θαύμαζε ήδη τη δουλειά της στη «Χώρα των νομάδων», χαρακτηρίζοντάς την «εξαιρετικά ταλαντούχα, δημιουργική προσωπικότητα, σκηνοθέτιδα, οραματίστρια». Οι συζητήσεις τους βρήκαν γρήγορα κοινό έδαφος. «Φαινόταν ότι είχαμε πολλές παρόμοιες ιδέες, τις ίδιες ιδέες για τη μουσική, για την τεχνολογία, για τα πράγματα που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν την υφή της μουσικής. Η Κλόε ήταν πολύ υποστηρικτική σε όλη τη διάρκεια. Με άφησε πραγματικά ελεύθερο. Εγραψα αρκετό υλικό βασισμένο στο σενάριο, περίπου μισή ώρα μουσικής, και το χρησιμοποιούσαν ενώ γύριζαν την ταινία, ενώ έκαναν αναζητήσεις τοποθεσιών, ενώ σχεδίαζαν… Εγινε, κατά κάποιον τρόπο, το soundtrack της δημιουργίας της ταινίας. Στη συνέχεια, αυτά τα κομμάτια κατέληξαν και στο μοντάζ. Η όλη διαδικασία ήταν πολύ οργανική. Η μουσική εξελίχθηκε παράλληλα με τα υπόλοιπα στοιχεία της ταινίας».

Ανατροπή στο τέλος
Ενα από τα πιο συζητημένα στοιχεία του «Αμνετ» είναι, η χρήση του διάσημου έργου του Ρίχτερ «On the Nature of Daylight», μιας σύνθεσης με μακρά κινηματογραφική θητεία, από την «Αφιξη» του Ντενί Βιλνέβ μέχρι το «Νησί των καταραμένων» του Μάρτιν Σκορσέζε. Στο «Αμνετ», το κομμάτι ακούγεται στην κορύφωση της ταινίας, σε μια τελική σκηνή που κάνει τους θεατές παγκοσμίως να κλαίνε με λυγμούς. Η ένταξή του στο soundtrack, ωστόσο, δεν είχε προγραμματιστεί εξαρχής.
Η Κλόε ήταν πολύ υποστηρικτική σε όλη τη διάρκεια. Με άφησε πραγματικά ελεύθερο. Εγραψα αρκετό υλικό βασισμένο στο σενάριο, περίπου μισή ώρα μουσικής.
Ο Ρίχτερ εξηγεί όλη την ιστορία: «Οταν ήρθε η στιγμή να γράψουμε τη μουσική της ταινίας, εγώ απλώς έγραψα ένα μικρό θέμα που κατέληξε στους τίτλους τέλους, αλλά τότε θεωρούσα αυτονόητο ότι θα ακουγόταν στο τέλος της ταινίας.
Η Κλόε, όμως, ήταν πολύ παθιασμένη με το “On the Nature of Daylight”, και αυτό έχει να κάνει με το πώς προέκυψε. Στο αρχικό σενάριο, η ταινία τελείωνε με τον Αμλετ να πεθαίνει πάνω στη σκηνή. Δεν υπήρχε η τελευταία σεκάνς. Η Κλόε, όμως, δεν ήταν ικανοποιημένη με το τέλος. Και τέσσερις ημέρες προτού ολοκληρωθούν τα γυρίσματα, η Τζέσι Μπάκλεϊ τής έστειλε το “On the Nature of Daylight”, ένα κομμάτι που η Κλόε δεν γνώριζε. Πήγαινε στα γυρίσματα ακούγοντας αυτή τη μουσική και είχε ένα όραμα για το τέλος της ταινίας. Είπε: “Ξεχάστε τι υποτίθεται ότι θα κάνουμε σήμερα. Ξαναγράφουμε την ταινία και θα κάνουμε αυτό”».

Ο Ρίχτερ δεν δυσκολεύτηκε να αποδεχθεί την απόφασή της. «Η δική μου αίσθηση ήταν ότι, παρόλο που είχα υποθέσει πως θα έγραφα μουσική για το τέλος της ταινίας, είναι η ταινία της Κλόε. Αυτό το κομμάτι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και στο “δέσιμο” του τέλους της ταινίας για εκείνη. Εγώ απλώς ένιωσα ότι έπρεπε να το αποδεχτώ και να το ακολουθήσω».
Το αποτέλεσμα της δουλειάς του Ρίχτερ δεν εικονογραφεί τον Σαίξπηρ. Αντιθέτως, φαίνεται να τον ακούει: τον απόηχο του πένθους, τις σιωπές και την ιδιωτική απώλεια, που ενδέχεται να γέννησε μία από τις πιο εμβληματικές τραγωδίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας.


